Tuesday, December 27, 2011

Σιωπηλός πεζόδρομος

Βροχή

Βρέχει ασταμάτητα. Σχεδόν δυο μερόνυχτα. Μουλιάσανε τα παπούτσια μου, για πρώτη φορά μετά το δημοτικό. Δεν βρίσκω κομμάτι του δρόμου να πατήσω δίχως ρυάκι. Δεν κυκλοφορεί σχεδόν κανείς, μόνο ελάχιστες σιωπηλές ομπρέλες. Συντροφιά ο ήχος της βροχής στην πλακόστρωση.
Δεξιά μου η Ακρόπολη βουβή, αριστερά το σπίτι του Άκη ντροπιασμένο, τα δέντρα αγέρωχα μου γνέφουν σχεδόν ειρωνικά. Ειρωνικά στο αιώνιο τους μεγαλείο.
Νομίζω φοβάμαι τους ρυθμικούς ήχους, θυμίζουν κινέζικο βασανιστήριο, ταπ, ταπ, ταπ. Προτιμώ τη μπόρα. Κι’ η μπόρα έρχεται.

Φύλλα

Πάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, ξεψυχάει με χειμέριο ρόγχο, κίτρινη, όλη η μουριά. Μεγάλα φύλλα, σαβανώνουν το τζάμι. Μερικά θα μείνουν κολλημένα εκεί πάνω, θα ταξιδέψουν όλη την παραλιακή, θα πάνε στην αταίριαστη θάλασσα. Το σπίτι στη θάλασσα είναι η ελαφρότητα της ζωής και η σοβαρότητα της χωμάτινης νότιας τρικυμίας. Το σπίτι στον πεζόδρομο των φύλλων, είναι η ιστορική συνέχεια, η ανατριχίλα των συλλογικών ενθυμημάτων.

Αδράνεια

Οδηγώ μηχανικά. Φτάνω εκεί, σχεδόν ξεχνώντας πως. Ο τρόμος στους δρόμους με τα δέντρα είναι το αφηρημένο νου. Θα πατήσεις φρένο έγκαιρα ή θα χάσεις την τελευταία ευκαιρία; Έχεις καλά βροχολάστιχα ή η τσιγκουνιά σου φοράει τα γυαλισμένα; Θυμάσαι, ξεχνάς; Θα γίνεις φονιάς ή ιδανικός αυτόχειρας;
Παράτα το ρημάδι στην άκρη. Περπάτα καλύτερα, μη το σκέφτεσαι. Η αδράνεια αγαπά τη χορογραφία των απλών κινήσεων, τις ίδιες τροχιές, το σιγανό βηματισμό. Κι ύστερα όσοι νομίζουν ότι πεζοπορώντας λύνει κανείς πολύπλοκα ζητήματα μέσα στο κεφάλι του, κάνουν μεγάλο λάθος. Ούτε χαμένοι έρωτες, ούτε κλεμμένα φιλιά, ούτε μαθηματικές εξισώσεις, ούτε πεταμένες ευκαιρίες. Μουλιάζεις.
Χαζεύεις τις πλάκες που σου τρώνε τις κρεπ σόλες, τις τσίχλες που δεν ξύστηκαν ποτέ, τα διακριτικά φώτα, τα πεσμένα φύλλα. Και η διαδρομή έχει γυρίσει ανάποδα.


Η φωτογραφία "Boulevard du Temple" στο Παρίσι, τραβήχτηκε το 1838 από τον Louis Daguerre 

Μην ανησυχήσετε, η λυρικότητα είναι προϊόν βροχής και ημερών, σύντομα στο γνωστό κυνικό ύφος θα μιλήσω για σεξ και τέχνη, ή την τέχνη του σεξ, ανάλογα.

Friday, December 09, 2011

Επανάληψη

Ήταν η πέμπτη φορά που μου είπες τα ίδια. Ανεπίδεκτος μαθήσεως. Και ούτε η γροθιά στο γυάλινο τραπέζι, ούτε το κεφάλι που χτυπούσα ρυθμικά στον τοίχο, σε ξύπνησε. Μίλησες σχεδόν μηχανικά. Πρόσεξε, υπάρχουν καρφιά σε κάποια σημεία. Σκέφτηκα το καρφί ανάποδα μέσα στον εγκέφαλο μου, σαν πιθανότητα. Τι κρίμα.Τα λόγια, παραμορφωτικός καθρέφτης. Τόσο άδικο. Αναμεταξύ μας φοβάμαι, πια, δεν θα βρεις ούτε δημοκρατία, ούτε αλληλεγγύη. Ούτε πιθανώς αυτήν την αισθητική ποιότητα που περιγράφει λοξούς ανθρώπους. Η λόξα είναι μονομερώς αποδεκτή. Φεύγω. Θα σ' αναζητήσω αύριο στη γειτονιά που μένεις. Η ανάγκη βλέπεις. Η αδυναμία να τραβήξω μια κόκκινη γραμμή.

Φωτογραφία Josef Koudelka

Friday, December 02, 2011

Αναπηρίες

Βλέπω μπροστά μου ένα λευκό τοίχο. Το πέρασμα της ημέρας αλλάζει τις σκιές που κουνιούνται πάνω του σαν στάχυα. Κοιτάω αν είμαι δεμένος στο κρεβάτι και όχι, είμαι λυτός, αν και όλα είναι λευκά γύρω μου και άδεια, δεν είμαι σε ίδρυμα. Κοιμάμαι πολύ, όσο μπορώ για να μην καρφώνομαι στον τοίχο. Βλέπω όνειρα, γεμάτα αγάπη. Περίεργο. Η ερωτική επιθυμία μου καίει την ψυχή. Κι’ εκεί μένει. Τα πρόσωπα, μου είναι άγνωστα, ευτυχώς. Δεν θέλω να ξυπνάω. Είναι σίγουρα μια κρίση κατάθλιψης.

Ύστερα από τις πολιτικές βδέλλες, ευδοκίμησαν στην πόλη οι συναισθηματικές. Άνθρωποι με προβλήματα προσωπικότητας, που ο τρόπος της δέσμευσης, η ίδια η ουσία της τους προκαλεί σπασμούς. Ομφαλοσκόποι. Λένε πέντε σ’αγαπώ, θέλω να σε έχω στη ζωή μου, χύδην, έτσι για να πιάσουν γεμάτα και ‘συ κοιτάς μετά τους τοίχους. Τι σημασία έχουν τα τσάμπα λόγια; Μιλάνε για πολιτισμό και διαλεκτική και εσύ κοιτάς και πάλι γουρλώνοντας τα μάτια. Λες δεν μπορεί κάτι κουσούρι έχω. Όχι ρε πούστη, έχω μέσα μου αίμα που καίει, έχω ζωή πέρα από μένα, αν μείνω με απλωμένα χέρια μπορεί να την αγγίξω και θα’ναι αληθινή.

Και ‘σένα που σε πλήγωσαν κάποτε και διάβαζες εμμονικά κάθε βδομάδα και σου άρεσε η οπτική του ''Από τις ψεύτικες υποσχέσεις και τα κατά δήλωση συναισθήματα να τυλίγουν απρεπώς ζωώδη γαμήσια, επιλέγω μεθύσια και γαμήσια σκέτα. Άνευ χαρτοφυλακίου'', μη νομίζεις, δεν άλλαξε κάτι. Ναι από τις ψεύτικες υποσχέσεις και τους ανεύθυνους, πολιτισμένους ανθρώπους, δεν θέλω τίποτα. Όταν ανιδιοτελώς ξεδιπλώνεις τα χαρτιά σου, γυμνός από εγωϊσμό, εξουσία, φιλοδοξία και μικροαστικές δοξασίες, παίζεις τα ρέστα σου. Έτσι πάει.

 Φωτογραφία Κώστας Λιάκος

Thursday, November 24, 2011

Πάροδος

Προχτές η K άρχισε να μου μιλάει για μια παλιά της σχέση.
Κάθε βράδυ γύριζε με τη μηχανή στο πατρικό του σπίτι. Από τη Συγγρού έπρεπε να στρίψει μέσω κάποιας εισόδου, είσοδος Β αν θυμάμαι καλά. Είσοδο που τόσο έξυπνα είχαν κατασκευάσει οι συγκοινωνιολόγοι στη δεξιά μεριά, κανονική σκοτώστρα στροφή. Εκεί στην πάροδο που έκαναν πιάτσα τραβεστί.
Τραβεστί, αυτός ο άλλος κόσμος. Κι’ εκείνος ήταν μια περίεργη περίπτωση, πολύ περίεργη και σκοτεινή συγκεκριμένα, σ’ αυτή τη φάση της ζωής του τουλάχιστον. Κάθε βράδυ σταμάταγε να κάνει λίγο πλάκα, να του φωνάξουν από μακριά τα δίμετρα κορίτσια, έλα λίγο πιο κοντά, αγόρι είσαι σκέτη καύλα. Τ’ άρεσε.
Φαίνεται ότι τα σωματώδη μελαχρινά αγόρια με το επικίνδυνο βλέμμα, για ‘κείνες είναι σκέτη καύλα, ή πες το αλλιώς και μάρκετινγκ του επαγγέλματος.
Ένα βράδυ, γιατί όχι, πήγε στο σπίτι κάποιας. Μάλλον μια τυχαία βραδιά. Η φάση ήταν καλή για αρχή. Αυτά το κορίτσια ποτέ δεν έπαψαν να είναι άντρες, να ξέρουν τι να πουν και τι να κάνουν για να σε ανάψουν, να νιώσεις αυτή την ακραία ηδονή του φτηνού και έξω απ’ τα όρια.
Μπορεί να του άρεσαν οι ωραίοι κώλοι, τα στήθια από σιλικόνη όμως δεν του άρεσαν καθόλου.  Είναι σαν μπαλάκια του στρες, δεν νιώθεις τους αδένες τους κάτω απ’ το δέρμα, έλεγε. Μεγάλη καύλα αυτοί οι αδένες. Μεγάλο σχολείο τα κωλάδικα.
Κι ύστερα κάποια στιγμή ενώ περνούσε η ώρα και θα χόντραινε το πράμα, το βλέμμα του καρφώθηκε στο καλάμι της, μακρύ και άχαρο, αντρικό, τέτοιο που να φωνάζει παράταιρο πάνω στο σώμα μιας ξανθιάς με μεγάλα βυζιά.
Αν δεν είχε καρφωθεί το βλέμμα μου εκεί, ίσως και να τον είχα γαμήσει τον παλιόπουστα.
Μου τα είπε τότε, τότε που τραβιότανε μαζί μου, στο κρεβάτι. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Είναι βλέμματα που καθορίζουν τις ιστορίες, μικρές στιγμές για να κάνεις μπρος ή πίσω. Αλλά και πάλι, μια στιγμή δε λέει και πολλά. Μια φράση όμως μπορεί να σου τριβελίζει το μυαλό για μια αιωνιότητα.

Φωτογραφία Jan Saudek, Yearning1, 1986

Thursday, November 10, 2011

Προσεχώς εκπτώσεις ξανά


Πλαστικό

Συνθετικά πουλόβερ. Πλαστικά μποτάκια και τσάντες βαράνε στα πεζοδρόμια μονότονα. Και να θαφτείτε θα ζήσετε αιώνια. Καύτρες μπορεί και να βρεθούν στο διάβα σας πληγώνοντας το εύφλεκτο μέλλον σας. Δεν είστε ούτε κασμίρια, ούτε ατσαλάκωτα μεταξωτά και μαλακά σουέτ. Ψεύτικος κόσμος από παράγωγα του πετρελαίου για σχεδόν ψεύτικους ανθρώπους.

Μεγάλος κώλος

Του έδειξε τον μεγάλο της κώλο, που ήταν σαν ολόγιομο φεγγάρι, ένα βράδυ στο Βόλο. Το ξανάκανε και με άλλες αφορμές σε έναν κατ’ επίφαση έρωτα, δυο αντικειμενικά άσχετων ανθρώπων. Βαφτισμένο από εκείνη ρομαντικό αίσθημα, από τον άλλο ικανοποιητικό κρεβάτι. Οπτικές για να μην ενοχοποιούν τον μικροαστισμό τους. Την τελευταία φορά αυτόν τον ίδιο κώλο θα χρησιμοποιούσε για θέλγητρο, σαν ύστατο χαρτί, ξεφτιλισμένο, μήπως και συνεχιστεί το νταραβέρι τους. Δεν είπε όχι, πήρε. Δυστυχώς όμως είχε βρει τη διάδοχη της κατάσταση. Κι’ εκείνη θα καταριέται την μονότονη επαρχία για δυο βδομάδες ακόμα, μέχρι να ξαναδείξει τα όποια στρογγυλά προσόντα της στον φίλο του, που προφανώς περίμενε από δίπλα.

Διαγραφές

Θα τον αρρώσταινε η έκβαση της πολιτικής κατάστασης, η δυστοκία των αποφάσεων του κινήματος, ο διχασμός των υποτιθέμενων προοδευτικών μυαλών. Ύστερα η αδυναμία όλων να καταλάβουν το σημαντικό και την πορεία της Ιστορίας. Διαγραφές μέρα παρά μέρα και εγγραφές νέων φίλων και συντρόφων. Σήμερα δηλώνει ότι περνάει υπέροχα με αυτούς, αύριο τον ενοχλούν και περνάει μια φάση.  Έτσι είναι η ζωή. Δεν επιλέγουμε συνεργασίες με συναισθηματικά κριτήρια. Και τα συναισθηματικά κριτήρια όταν εμφανίζονται έχουν την σταθερότητα σαπουνόφουσκας. Πρέπει να καταλάβεις. Η ιδέα είναι πάνω από τις απλές σχέσεις. Είμαστε ιδεολόγοι και σχετικά φασίστες στα προσωπικά μας. Όσο για τον κόσμο της σάρκας, ας τον ξεχάσουμε προς στιγμήν, ας τον υποβαθμίσουμε σε σημασία και ας τον θυμόμαστε μόνο όταν μας βολεύει η συγκυρία, ο τόπος, ο χρόνος, το λεπτό, η ατμοσφαιρική πίεση και η σχετική υγρασία του δωματίου.

Ακούγοντας Το Μετάξι του Άλκη Αλκαίου και του Σωκράτη Μάλαμα.

Φωτογραφία Jan Saudek, Walkman, 1985.

Monday, September 26, 2011

H τέχνη της εξαπάτησης

‘Somewhere out there is a true and living prophet of destruction and I don’t want to confront him. I know he’s real. I have seen his work. I walked in front of those eyes once. I wont do it again.’

No country for old men
Cormac McCarthy

Εκείνη είπε:
Κάπου εκεί έξω υπάρχει ένας αληθινός, ζωντανός προφήτης της καταστροφής και δεν θέλω να τον αντιμετωπίσω. Ξέρω ότι είναι υπαρκτός. Έχω δει το έργο του. Περπάτησα μπροστά σ΄αυτά τα μάτια κάποτε. Δεν θα το ξανακάνω.
Δεν θα πέσω πάνω του εν γνώσει μου, ποτέ. Αυτό μπορεί να λέγεται αυτοσυντήρηση.
Κοιτώ γύρω μου. Δυστυχία και μιζέρια. Παραφουσκωμένα εγώ περπατούν κορδωμένα μέχρι να βρεθείς στο διάβα τους και να σε συντρίψουν. Ή εγώ ή εσύ.
Αλήθεια δε λέω, η προβολή σου πάνω μου λατρευτική, δείχνεις τόσο έξυπνος, τόσο όμορφος, τόσο δίκαιος
ή για στάσου,
ή ένα τίποτα, μια απουσία ειδώλου;
Εκλιπαρείς το βλέμμα μου, σα να λες, μη μου δείχνεις τι είμαι σε παρακαλώ, δείξε κάτι άλλο, κάτι εντυπωσιακό, δε με νοιάζει τι.
Εκείνος σκέφτηκε:
Διαβάζω τις σκέψεις σου.
Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να είμαι ο προφήτης. Το κυριότερο, δεν δείχνω τον κακό μου εαυτό ξεκάθαρα ή έστω τελικά μπορώ να σε πείσω ότι έπαθες ότι σου άξιζε. Χα προφήτες, οδοστρωτήρες των εγώ, τόσο ντεμοντέ. Κακές στρατηγικές.
Μπορώ απλά να σε πείσω ότι έπαθες ότι σου άξιζε. Ναι, ναι.
Μεγάλη η τέχνη της εξαπάτησης στην εποχή μας.


Φωτογραφία Robert Doisneau

Friday, September 23, 2011

Δρόμοι

Γυρίζω το κεφάλι ψηλά.
Οκταβίου Μερλιέ λέει η πινακίδα του δρόμου.Θα μπορούσε να λέει και
Rue du Chat-qui-Pêche. Οι δρόμοι που γαμήσαμε.
Το γεωγραφικό στίγμα του έρωτα, όπως αρχικά ενέπνευσε την Tracy Emin στο αντίσκηνο της, ίσως να αποτελέσει το ατομοκεντρικό GPS της ηδονής, μιας κάποιας μνήμης.
Λ. Βουλιαγμένης χωρίς ανάσα από το καυσαέριο και το θόρυβο. Ιωνίας με το τραίνο να βαράει από τα ξημερώματα βάρδια στ’ ανήλιαγο δυάρι. Βαρβάκη στο ισόγειο, στον τρίτο, στο δρόμο με κουκούλα στ’ αμάξι. Πανεπιστημιούπολη στην νέα εστία και τι δουλειά έχω εδώ μέσα, νομίζω παραμεγάλωσα για φοιτητικούς διαδρόμους, την τελευταία φορά ήταν πάνω σε ένα ξύλινο πάγκο, η αλκοολική μου ανάσα με ενοχλούσε, επίσης ήταν μόλις είχα πάρει το μεταπτυχιακό, κάπου μακριά. Γ. Ζωγράφου και νομίζω ότι δεν αγαπιόμασταν καθόλου, αλλά τότε ποιος έδινε σημασία. Αρκεσιλάου με απορία τι πάει να γίνει, κάτι στραβό, κάτι περίεργο, κοίτα με λίγο στα μάτια και πες μου μια βεβαιότητα. Χαλκοκονδύλη χαζεύοντας ειδωλολατρικά τα έπιπλα, ημιτελείς παραστάσεις, σπουδαίες ερμηνείες που δεν φτούρισαν στο ταμείο. Ομήρου, αγάπη μου ανθίζει το ψέμα και η αλήθεια μαζί, ύστερα μπαίνει μια ηχηρή ταφόπλακα...

Κοίτα χαμηλά, κοίτα χαμηλά. Οι δρόμοι είναι μόνο γραμμές, γραμμές που σε μεταφέρουν. Παράπλευρα δε μένει κανείς. Είσαι μια κουκκίδα που αναβοσβήνει σε μια διαρκή πορεία. Αν θες να νοιώσεις ζωντανός ξύσε το χέρι σου κόντρα στο γρέζι του τοίχου, αλλά μη ξανακοιτάξεις που είσαι. Στο τέλος της διαδρομής θα μπουν όλα στη θέση τους ή έτσι πίστεψε.

Φωτογραφία Robert Doisneau

Thursday, September 15, 2011

Μια παύση


Θα βάλω μια παύση στην ομορφιά. Αυτήν που ξεχειλώσαμε να υμνούμε τα καλοκαίρια, ως το ύστατο καταφύγιο της ελπίδας. Φτάνει.
Θέλω να σταθώ λίγο στις σκονισμένες γωνιές.
Στην κυρία Μουτρωμένη, με τα φαντεζί κιτς σανδάλια. Χαμογέλασε ελάχιστα σαν Μόνα Λίζα, τρεις μέρες μετά, έξι ελληνικούς μετά, στον πιο ευγενικό. Σερβίρει τη μπύρα ξαπλωτή πάνω στο δίσκο.
Στο κορίτσι με το ανάγλυφο τριαντάφυλλο στο πρόσωπο. Το βλέμμα μου στάθηκε εξεταστικά πάνω της για λίγο, μέχρι να το τραβήξω ντροπιασμένα για την κλινική μου περιέργεια. Πως τόλμησα να παραστήσω τον καθρέφτη;
Στον ακρωτηριασμένο νησιώτη που έχανε σταδιακά τα μέλη του. Έπινε κάθε μέρα τον καφέ του καπνίζοντας στον κήπο του καφενείου. Το τσιγάρο το κρατούσε με τα υπόλοιπα δάκτυλα, αυτά που είχαν μείνει. Πείραζε τα κορίτσια ευγενικά κι ας ήταν σκοτεινιασμένος.
Στον τυφλό με τη συνοδό του. Μάνα, θεία, ποιος ξέρει. Σε ένα λιμάνι που ο όχλος σε ποδοπατά, προχωρούν σιγά σιγά προς τον καταπέλτη, ίσως σπρωχτά.
Στον ψαρά που φορά σανδάλια, έχει μαύρα νύχια και παραγγέλνει λίγο αέρα, μια παγωμένη μπύρα και ένα ''παντικιούρ'' για το βράδυ. Θα έρθει να τον βρει η δικιά του.
Στις Γερμανίδες περιηγήτριες, ασουλούπωτες εντελώς, περπατάνε με μπαστούνια το νησί από τη μία άκρη στην άλλη. Απόγευμα μαζεύονται και συζητάνε, τα πρωινά τιτιβίζουν. Είναι τόσο περίεργο να τις βλέπεις σαν μια ενιαία ενότητα. Η μονάδα χάνεται στην ομάδα.
Στον ταξιτζή με τη Μερσεντές. Σαν να έχει ξεμείνει από άλλη δεκαετία. Φοράει μπλούζα μακό με κομμένα μανίκια, βερμούδα, έχει τα λίγο αραιά πια μαλλιά του ανασηκωμένα και μυρίζει ανεπαίσθητα η μασχάλη του. Έρχεται πάντα στην ώρα του και δε μιλά ποτέ. Σφίγγα.  Τη μέρα που κάνει μπάνιο μυρίζει σαπούνι.
Στην τουαλέτα του σπιτιού της γιαγιάς, απέναντι από το ατμοσφαιρικό μπαρ. Πόρτα μισή-μισή, το πάνω μέρος ανοικτό και από το άνοιγμα μας παρατηρεί να πίνουμε. Είναι καθισμένη στη λεκάνη της. Δεν τρέχει τίποτα.
Στον οδηγό που περνά από την Τρούμπα. Τα ταξί έχουν απεργία. Η κοπέλα είναι φορτωμένη και πηγαίνει στο λιμάνι αξημέρωτα. Φοράει μίνι φούστα. Σταματά κοντά της για λίγο. Γύρευε που ήταν, γύρευε τι καύλα τον βαράει, ίσως να επιστρέφει από αποτυχημένη μπουρδελότσαρκα. Η κοπέλα φοβάται και επιταχύνει. Εκείνος ότι και να σκέφτηκε, ξαναπατάει το γκάζι και χάνεται στο σκοτάδι.

Φωτογραφία Sally Mann

Saturday, September 10, 2011

Φεγγαροκρουσμένος

Είδαμε το ψηλό αγόρι με τα μακριά σγουρά μαλλιά να γδύνεται και να βουτά στα κύματα της λευκής άμμου.
Ήταν μόνο και έπινε μόνο, Μαλαματίνα, Άμστελ, νερό.
Την πρώτη μέρα περπατήσαμε προς το λιμάνι, μέσα στα δέντρα, βαριά νύχτα, με τους φακούς, στ' απόλυτο σκοτάδι. Τη δεύτερη μέρα, με το αμάξι πια, την ίδια ώρα, σταματήσαμε να τον πάρουμε ώτο-στοπ, όταν η σκιά του πετάχτηκε από το πουθενά. Κανένας φόβος.
Μας είπε ότι κατέβαινε και εκείνος το μονοπάτι. Δεν είχε φεγγάρι. Δεν είχε νόημα το μονοπάτι χωρίς φεγγάρι. Στο φως του, κανονικά, ξεχωρίζει το σχήμα της κάθε πέτρας του πλακόστρωτου.
Ύστερα μας μίλησε για την παραλία που τον είδαμε. Πάντα περνάει τις πρώτες μέρες εκεί, μέσα στον υπνόσακο, κάτω απ' τ' άστρα. Καμιά φορά μπουκάρει στις άδειες σκηνές των παραθεριστών που έχουν σπίτια στη χώρα και για το κέφι τους στήνουν και μια σκηνή. Όταν φυσάει βοριάς όμως δεν έχει νόημα η σκηνή. Γέρνει πάνω στην υγρή γη ν' ακούσει τον παφλασμό του κύματος.
Δεν ρωτήσαμε ποιος ήταν και που έμενε.


Φωτογραφία Sally Mann

Άσπρα Σεντόνια

Φέτος το καλοκαίρι, περιδιαβαίναμε, πάνω κάτω, σε συναισθήματα ξεχασμένα. Στις αισθήσεις ποτέ δεν χάσαμε τον τόνο, στο συναίσθημα ναι. Μετά το θάνατο του μεσημεριανού ύπνου, στέκω γυμνός πάνω στα άσπρα χοντρά σεντόνια. Σε χαζεύω να ιδρώνεις την άκρη του μαξιλαριού. Ιδρώτας με ιώδιο. Αργά τα βράδυ πάλι, σε είχα ανάστροφα κρατήσει ακίνητη, πάνω στον χτύπο του ρολογιού. Θα το τσακίσω αυτό το υπέρμετρο εγώ, το λοξό ειρωνικό γέλιο. Θα παίξω κάθε μου χαρτί, κόντρα στην κάθε νεύρωση, που μου ξεθάβεις. Χωρίς έλεος. Έτσι ρε. Κι αν κόψει κανείς από τους δυο μας το νήμα του τερματισμού, εμένα γράψε μου.

Wednesday, September 07, 2011

Ησυχία βρίσκεις μόνο στον τάφο

Φορτωμένοι με σακίδια κατηφορίζουμε προς την επόμενη παράλια. Έχει ήδη σουρουπώσει και έχουμε ήδη περπατήσει το μισό νησί. Ευτυχώς με βαρβάτα αθλητικά παπούτσια. Στον ήρεμο κόλπο, δυο τρία ιστιοπλοϊκά αρόδο. Γδυνόμαστε και πέφτουμε κάθιδροι στα δροσερά νερά. Μαγεία.
Και τότε αρχίζει.
Από μακριά τα μυωπικά μου μάτια δε με βοηθούν να καταλάβω αν είναι κάποιος νέος ή μεσήλικας. Αργότερα θα διαπιστώσω ότι μπορεί να είναι βαριά, βαριά τριάντα. Μιλάει δυνατά και ακατάπαυστα στο κινητό του. Μαζί έχει μια κοπέλα βουβή, που στο τέλος της συνδιάλεξης θα του πει δυο λόγια χαμηλόφωνα.Φοράνε και οι δύο τζην παντελόνια έξω από τα μαγιό τους.
-Και του εξήγησα ότι πνίγομαι. Προσπαθώ να τα προλάβω όλα και αυτό είναι σχεδόν αδύνατο.
-Ναι, ναι δεν διαφωνώ, αλλά που να βρεθεί χρόνος.  Τρέχω και δεν φτάνω. Όλα περνάνε από πάνω μου.
-......................
-Δε με καταλαβαίνει κανείς, μιλάμε για το θέατρο του παραλόγου. Είναι ανθρωπίνως αδύνατον να έχεις τόσες έννοιες.......
Το ύφος και ο τόνος της φωνής έχει γίνει έντονο, σχεδόν υστερικό, βηματίζει πάνω κάτω στην άμμο, κουνάει τα χέρια του. Αφού περιγράψει το νευρωτικό τζακ ποτ που ζει, αδίκως πάντα, πέραν των άριστων χειρισμών του, της άκρα φιλοσοφημένης στάσης ζωής του,  επιτέλους το κλείνει.
Μετά το σοκ της αρχικής ενόχλησης, διότι κακά τα ψέμματα, μας χάλασε την ησυχία μας, γελάμε ακατάπαυστα, προκλητικά. Αν ήταν ένας κανονικός άνθρωπος θα καταλάβαινε σίγουρα ότι γελάμε με την πάρτη του.
Είμαστε οι μόνοι στην παραλία και είμαστε στην άγονη γραμμή ένα σούρουπο του Ιούλη. Είμαστε τουρίστες και το ίδιο και αυτός. Τουρίστες της άγονης γραμμής στην ερημική παραλία. Μόνο που εμείς είμαστε γυμνοί. Γυμνοί από όλα.
Το επόμενο πρωινό βγαίνοντας από τον φούρνο του χωριού τον βλέπω φάτσα κάρτα. Μιλάει στο κινητό.
-........που να βρεις λίγη ησυχία μου λες; Γίνεται;
Έπινα νερό. Πνίγομαι με τη γουλιά μου.

  Έργο του Joyce Hesselberth

Thursday, September 01, 2011

Όταν γυρίσαμε στην πόλη


Γυρίζοντας δεν είμαστε μόνοι. Αυτή η πόλη δεν αδειάζει ποτέ.Φέραμε στις αποσκευές μας λίγη ελπίδα για το αύριο, μια χούφτα άμμο από τις θάλασσες και αυστηρές υποσχέσεις προσήλωσης στο στόχο μας.
Συνήθως παρατηρώ τους ανθρώπους μα σήμερα, όχι από πρόθεση, τυχαία, δεν μπόρεσα να μη σταθώ στις σφιγμένες εκφράσεις
στα στραβωμένα στόματα όσων δε βρήκαν καλοκαίρι.
Αποστρέφω το βλέμμα, θυμάμαι όσους με αγένεια μας έσπρωξαν στην άκρη του χωματόδρομου με τα πολυτελή τους τζιπ ή δε μας χαμογέλασαν ποτέ.
Σε αυτούς που βιάζονταν να φτάσουν. Να προσπεράσουν.
Εκεί, το σκηνικό των διακοπών γεμάτο ηθοποιούς, κομπάρσους, νούμερα.
Εδώ, τα καμαρίνια κλειστά, το έργο σχόλασε, ή μεταφέρθηκε, για λίγο.
Ραντεβού το Σεπτέμβρη.


Φωτογραφία Sally Mann
(από το Πριν 28/8/2011)

Thursday, August 18, 2011

Λιψός

Πεζοπορούσαμε τους λόφους, μονοπάτια σκαμμένα άκρια στα γκρεμνά, από κάτω μόνο λευκή πέτρα, κατσίκια και το Αιγαίο. Η ομορφιά και η μυρωδιά της ρίγανης σε αφήνει ξέπνοο. Μην ανασαίνεις, εδώ γεννιόμαστε ξανά, άπλυτοι απ' την αρμύρα, ξεπλυμένοι από τις ιστορίες κι' απ' τους κανόνες. Σάμπως τους τήρησα ποτέ;
Στην άκρη της παλιάς χωματερής, μετά το μοναστήρι των πέντε μαρτύρων, άπλωσα τα δάκτυλα μου στο γυμνό σου πόδι, τάχα μου να διώξω τ' αραχνάκι. Υπομονή, στο τέρμα της κατηφόρας θα λούσω τα μαλλιά σου δίπλα στη χορταριασμένη πέτρα της πηγής, γνωρίζοντας ότι νεράιδες σου παίρνουν την λαλιά, κόντρα στο θρύλο, ντάλα καταμεσήμερο.


Φωτογραφία Sally Mann. Στην ανηφόρα θυμήθηκα ότι μπορεί να νικήσουμε κάποτε.



Wednesday, August 17, 2011

Μελόι

Την έβλεπε ανάμεσα από τα καλάμια, πότε χωρίς ρούχα, πότε τυλιγμένη στην νωπή πετσέτα.
Τραπέζι με πλαστικό εμπριμέ τραπεζομάντιλο, βασιλικός στη γλάστρα, οι ψάθες στοιχισμένες σε ένα τεράστιο χαλί. Άκουγε ''Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι''. Τόσο προφανές. Έλεγε στο τηλέφωνο ότι περνάει υπέροχα. Ήταν μόνος.
Εκείνη άκουγε τη βαριά του ανάσα τα βράδια σαν παρέα στο σκοτάδι. Όταν ξάπλωνε ξέντυτη πάνω στο φουσκωτό της στρώμα, κατάχαμα σχεδόν, μέσα στη σκόνη, άκουγε τη βαριά του ανάσα. Συντροφιά στο απαλό κορμί που έκαιγε στο αχνό φως του φακού και μερικές φορές παλλόταν σιωπηλά χωρίς παρέα.
Μπορεί και να την φανταζόταν γυμνή μέσα στη σκηνή της, όταν άφηνε το χέρι του να χαϊδέψει τυχαία το βασιλικό.

Φωτογραφία Jan Saudek, The Morning, 1990.

Βράχος

Μας φαντάζομαι γυμνούς πάνω στα βότσαλα
Ο ήλιος ξεκαθαρίζει κάθε δεύτερη σκέψη,
σε αφήνει στεγνό από διλήμματα,
γεμίζει προθέσεις το αφυδατωμένο ζεστό σώμα
Χαζεύω το άσπρο μαγιό στο μαυρισμένο δέρμα σου
Θυμάμαι τα δακρυσμένα μάτια
Πικρή μου σκέψη δεν έχεις θέση εδώ
Είπες πως μέρες τώρα στέγνωσαν οι νύχτες σου από όνειρα
Ήθελα να σταματήσω με τα χείλια μου το δάκρυ
Αχρείαστο
Μπορείς αν έχεις τη δύναμη να με χαστουκίσεις
Θα το αντέξω
Ύστερα ίσως να γαμηθούμε άγρια κάτω απ' το βράχο που σου έδειξα


Φωτογραφία Sally Mann
Περπατώντας στα βότσαλα της Πάτμου, θα ορκιζόμουν ότι ακουγόταν από μακριά I put a spell on you






Friday, July 15, 2011

Σχήμα πρωθύστερο


Χωρίς το πάθος
Είναι ίσως
Λάθος ο δρόμος μου στην πόλη

Μισός λέπια
Βρέχω τη γύμνια μου
Αράζω δίπλα στην κουρασμένη ξερολιθιά

Τα μάτια μου στραβώνει το ολόκληρο φεγγάρι
Λεπτές βελόνες στην ψυχή
Οι Περσείδες του καλοκαιριού

Στάζεις ιδρώτα στους κροτάφους
Άμμος μου τρώει τα σωθικά
Σέρνω τη γλώσσα αχόρταγη στο κοίλωμα μιας πεταλίδας

Φέξε με τα μαλλιά σου το σκοτάδι
Χτύπα μου τα δεμένα χέρια
Δικιά σου η αναπνοή του Αυγούστου

Αγάπη μου


Φωτογραφία Sally Mann, Family Pictures.

Wednesday, July 13, 2011

Κομμάτια η στιγμή


Χτυπάει το τηλέφωνο. Τη βλέπω πως το κοιτάει με τρόμο. Σιχαίνομαι τον τρόμο στα μάτια της. Βρίσκεται σε ένα νόστιμο καφέ στο Παρίσι και πίνει. Πάντα όταν κάτι πάει στραβά πνίγει την αναμονή σε αλκοόλ. Το πρωί περπατούσε στη Mονμάρτη σα χαμένη, άψυχη. Τι κρίμα. Βλέμμα από τη Sacré-Cœur ως το πουθενά.

Εκείνος τηλεφωνεί από τα σύνορα με την Ισπανία, κάπου κοντά στην Tarragona. Είναι πάνω στη μηχανή. Φυσάει οκτώ μποφόρ, κλαδιά και ριπές ανέμου παίζουν ρώσικη ρουλέτα με την πάρτη του. Έρχεται απ’ το Μαρόκο. Μακρύ ταξίδι. 

Ήταν με την άλλη. Πριν ξεκινήσει, παράτησε τη μία για την άλλη. Η άλλη είναι η παλιά. Όχι ότι έχει σημασία, ψυχανάλυση εδώ δεν κάνουμε. Η άλλη είναι η όμορφη, αλλά της λείπει πνεύμα και πάθος. Η μία είναι μόλις ένα και εβδομήντα κοντή, έτσι τη λέει και επικίνδυνη, πρέπει να της βρει κάποιο ψεγάδι, τι άλλο να της προσάψει. Δεν είναι κλασικά όμορφη, απ’ αυτές που όταν τις χαζεύεις στο δρόμο αναρωτιέσαι την προέλευση του κόσμου, έχει όμως μια παρουσία που σαρώνει στο πέρασμα της, έναν αέρα κινηματογραφικό. Έχει κάτι, το κάτι άλλο. 

Μη δίνετε σημασία στα παραπάνω, μπορούν να παραλλαχθούν για πολλές γυναίκες, για πολλά τρίγωνα, για όποια γωνιά φωλιάζει το δεν ξέρω τι έχω, δεν ξέρω τι θέλω, είμαστε όλοι σάκοι του μποξ που αντέχουν να καταπίνουν τις γροθιές στο υπογάστριο, χωρίς θάνατο.

Σα να ακούω τη φωνή του μέσα από το ακουστικό. Έλα σήμερα στη Νότια Γαλλία να με βρεις, όπου βολεύει, Aix, Nice, Cannes, ή όπου γλείφει η εθνική τις ακτές της Μεσογείου.

Τρέχει στο σταθμό Gare de Lyon, χωρίς δεύτερες σκέψεις, βγάζει εισιτήριο για τη Νίκαια, όμως πρέπει να κατέβει νωρίτερα, δεν προλαβαίνουν να βρεθούν αν το καθυστερήσουν κι’ άλλο. Στο Saint-Raphaël, εκεί. Αργότερα θα το μετανιώσει, δεν είδε τίποτα σημαντικό πέρα από τις στέγες της Μασσαλίας και αγρούς σπαρμένους με λουλούδια στην Προβηγκία. Είναι άνοιξη. Αργότερα φυσικά θα μετανιώσει για πολλά πράγματα. Σκληρό ταξίδι με το TGV, ίσως προς το γκρεμό. ''Αέρας, βροχή και ένα πρόβλημα στο πίσω λάστιχο λίγο έλειψαν να με ρίξουν σε μια χαράδρα, κι' εσύ καρφωμένη στη σκέψη μου.'' Ασφυξία. Χωρίς να ξέρει γαλλικά προσπαθεί να μάθει για το νότο. Μιλάει με ένα Bon Vivant άψογα ντυμένο, φοράει κουστούμι μπεζ κι ένα μεταξωτό φουλάρι, πίνει τον καφέ του στην πρώτη θέση. Θα της πει για τον προορισμό της, το χωριουδάκι των καλλιτεχνών και του Πικάσο. Αυτός θα κατέβει Μονακό, που αλλού. Οι μεγάλοι άντρες με χάρη και ωραίο λέγειν την ηρεμούν. Όταν η γλώσσα στέκεται πια ανάμεσα τους σα φράχτης χαιρετά ευγενικά και φεύγει. Τι να του πει άλλο, δεν μπορεί, ντρέπεται που άνοιξε συζήτηση χωρίς να ξέρει έστω τα βασικά. Θα την πέρασε για περίεργη, όχι ασυνήθιστο. Στοίχημα.

Το ξενοδοχείο είναι δίπλα στην προκυμαία. Σκούρος γρανίτης στρωμένος τους ξύνει τις σόλες. Θα κάνουν έρωτα πριν το φαγητό και μετά το φαγητό. Εκείνος συνήθως γαμάει. Όμως όταν είναι συναισθηματικά ταραγμένος, όταν είναι ευάλωτος, κάνει έρωτα. Τι σημασία έχουν όλα αυτά πια; Στο τραπέζι μια παράξενη σιωπή, άρρωστη, οι λέξεις πιο βαριές από ποτέ, τι να συζητήσουν άλλωστε. Θα της πει ότι του έλλειψε, ότι το όραμα της του βασάνιζε τον ύπνο και το ξύπνιο, ότι έπρεπε να τη δει. Εκείνη τρέμει από τον πόνο, καμιά φορά τα σωστά λόγια στο λάθος χρόνο είναι σκληρότερα από μαχαιριές στην πλάτη.

Στο κρεβάτι κολλάει πάνω του, κάνει πως κοιμάται με το δάκτυλο του στο στόμα, του μετράει τους κουρασμένους σφυγμούς. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μίγμα έρωτα, πάθους και προδοσίας να πήζει το αίμα, ε  το έζησε τη νύχτα αυτή, μεταξύ θάλασσας και γαλλικής εξοχής. Χαράματα κάθεται πάνω στο εξαντλημένο σώμα του, να πάρει ξανά ότι νόμιζε για χαμένο. Το σώμα ξυπνά απέναντι στο σπαραγμό, στον καθαρό πόθο, γιατί το σώμα πάντα γνωρίζει την αλήθεια, αυτή που όλοι προσπερνούν.

Θα χωρίσουν στη διασταύρωση. Εκείνος προς Σιέννα, εκείνη προς Παρίσι.
Γυρίζει απότομα και τον κοιτάει στα μάτια.
-Θέλω τα 50 ευρώ για το δωμάτιο, μη το ξεχάσεις.
Σιωπή.
Κομμάτια η στιγμή.
Τον βλέπει να φεύγει βιαστικά. Βάζει στην τσέπη το χαρτονόμισμα και το τσιγάρο στο στόμα.
Ένα τραίνο την περιμένει στο σταθμό.

Φωτογραφία Henri Cartier Bresson, Ile de la Cité, Paris, 1952.





Thursday, June 02, 2011

Πως πάει;


Είδα ζευγάρια να ερωτεύονται και ζευγάρια να χωρίζουν γύρω μου.
Στην πλατεία.
Η παρατήρηση του καλλιτέχνη που στέκεται απέναντί μου, με κάνει να νιώθω άβολα, σα να με στενεύουν τα παπούτσια. Άλλες εποχές ίσως με συνέπαιρνε το γεγονός, σήμερα έχω ένα μούδιασμα στις λυρικότητες, ή μήπως όχι, ίσως και να φταίει η τεθλασμένη μου προσωπική πορεία.
Ήθελε να μου μιλήσει, το κατάλαβα. Ίσως γιατί τον κοίταξα μέσα στο πλήθος, τον ξεχώρισα. Τυχαία. Από σύμπτωση το μεσημέρι είχα δει την τελευταία του ταινία.
Είναι μια ευκαιρία να μιλήσουμε στο διπλανό μας ,είπε, να βγούμε έξω στους δρόμους και στις πλατείες, είπε, να πούμε ότι ερωτευθήκαμε, ότι γυρίσαμε ταινίες με δυσκολία, ότι δεν έχουμε μία, ότι η τέχνη δεν παίρνει φράγκο, ότι είναι ότι σημαντικότερο έχουμε ως χώρα. Εγώ φέτος ερωτεύθηκα και έπαιξα σε τρεις ταινίες. Όπως και δεν έχω μία.
Τον χαζεύω πως ενθουσιάζεται ενώ μιλά γρήγορα. Για δες.
Πως το αυτονόητο ανάμεσα σε σένα και σε μένα φίλε έγινε λαϊκό αίτημα, πως στην κατρακύλα φωνές ουρλιάζουν από δίπλα μαλακίες, ιδεολογικές ασυναρτησίες, άσχετους ισχυρισμούς, απόψεις που στερούνται λογικής, καμιά φορά και ανθρωπιάς;
Θυμάσαι το νούμερο;
Πως πάει;
Πως πάει;
Δύο, τρία, δέκα; To θυμάσαι; Δύο, τρία, δέκα…αρχίδια; Αρχίδια;
Ζευγάρια ερωτεύονται, ζευγάρια χωρίζουν. Έτσι είναι η ζωή. Έχουν ο ένας τον άλλον και στο μαζί και στο χωρισμό, μη σκας, μην ενθουσιάζεσαι, τίποτα δεν πάει στο άπειρο χωρίς κόπο. Τα ντουέτα θα βρουν την πίστα, εσύ όμως που με κοιτάς κατάματα έχεις σημασία, εσύ που δεν σχετίζεσαι άμεσα με το δικό μου όραμα. Κοίτα με στα μάτια και μίλα μου, θα καταλάβω απ’ τα μάτια σου, τώρα μιλάνε τα μάτια. Σε βλέπω, είσαι εντάξει, μεταξύ μας θα βρούμε άκρη, με τους άλλους δεν ξέρω.
Φεύγω από τις πλατείες και γύρω μου δε βλέπω ζευγάρια, βλέπω τους άντρες να πέφτουν, να πέφτουν και δεν πρόλαβα να κάνω ούτε μια ευχή.

Monday, May 23, 2011

Στο βάθος πόθος


Αν σήμερα είναι Μάης, το μόνο που μετράει είναι ο ήλιος που καίει περασμένες σκέψεις.

Τη ρώτησα προχθές τι έκανε όταν ήταν νέα, όταν γυρνούσαμε στους δρόμους άναυλα και μου απάντησε, τίποτα. Δε με ενδιέφερε κάτι, μόνο να βλέπω, να ανασαίνω.
Η ζωή γυρίζει και ο πόθος, αν υποτεθεί ως στερεός και πτητικός, εξαχνώνεται.

O ερευνητής δημοσιογράφος του Citizen Kane, το 1941 μετά το θάνατό του, λέει στον Bernstein :
-Υπάρχει περίπτωση να μιλούσε στην τελευταία του λέξη για μια κοπέλα και να τη θυμήθηκε μετά από πενήντα χρόνια;
-Είστε πολύ νέος. Πολλά μπορεί να θυμηθεί κανείς. Το 1896 ήμουν στο φέρι για το N.Jersey. Το φέρι μου διασταυρώθηκε με ένα άλλο φέρι. Στο φέρι εκείνο για μια στιγμή είδα μια κοπέλα, φορούσε ένα άσπρο φόρεμα και κρατούσε ένα λευκό παρασόλι. Εκείνη δε με είδε, αλλά δεν υπήρξε μήνας μέχρι σήμερα που να μην την έχω σκεφτεί.

Οι χρονοδίνες, ξέρεις, δεν είναι το φόρτε μου. Μου φέρνουν ναυτία και η δραμαμίνη ύπνο. Το μερίδιο μου, το θέλω εδώ και τώρα.

Μάης, περάστε, στο βάθος πόθος.


Η φωτογραφία της Sara Saudkova, Parasol, 2001.

Thursday, May 12, 2011

Πρόκες


Ήταν δώδεκα χρονών. Μαζί γράφαμε φυλλάδια για τα σκουπίδια, τα αδέσποτα, τη θάλασσα και τα μοιράζαμε νύχτα κάτω απ’ τις πόρτες. Μας κατάλαβαν όλοι και θύμωσαν. Ελάχιστη επαρχία του ογδόντα. Δεν δέχονταν υποδείξεις και μαλώματα.
Έπιανε τα μαλλιά της κοτσίδια, φόραγε στράπλες μακό και έκανε ποδήλατο, πέρα δώθε. Ασταμάτητα. Όταν ένας Γιάννης της είπε κάτι προστυχόλογα, του πέταξε το χωνάκι της στη μούρη. Στην άκρη του χωριού, κάθε απόγευμα, χάζευε τα παγόνια. Μια μέρα φρέναρε άτσαλα σε μια κατηφόρα και έφυγε από το δρόμο, ποδήλατο, κορίτσι, πέτρες, έγιναν κουβάρι. Σηκώθηκε, τινάχτηκε, ίσιωσε πρώτα τη φούστα της και έπειτα τις λαμαρίνες.
Κάποιο απόγευμα πάτησε με τη σαγιονάρα της ένα ξύλο με καρφωμένες πρόκες. Σύρθηκε αθόρυβα στο καλύβι ενός ψαρά και τον παρακάλεσε να της ξεκαρφώσει το πόδι. Λίγο ιώδιο και να τη, κουτσαίνοντας, χωρίς να βγάλει άχνα, περπατάει στην παραλία.
Ακόμα έτσι είναι, πατάει πρόκες κι’ ύστερα απ’ τις πρώτες βοήθειες συνεχίζει μόνη. Μικρή παρένθεση, της σβήστηκε αυτό το βαθύ ανθρώπινο χαμόγελο απ’ το πρόσωπο.
Νομίζω γελάει σπάνια.

Έξοδος


Πριν τη λέξη, άλλη λέξη και μιάμιση σιωπή, να πνίγει τις υπόγειες κραυγές. Πριν τη βία, το ανασηκωμένο χέρι και ακόμα πιο πριν το μίσος, προτού τα μάτια γίνουν κόκκινα. Όταν μας χτύπαγε ο ηλεκτρισμός στον αέρα, σκληρότερα και από λάμα μαχαιριού, σήκωσα το κεφάλι, άρθρωσα την πικρότερη αλήθεια, πήρα τα ρίσκα πάνω μου και άνοιξα το βήμα, ξεκάθαρα προς το χείλος της αβύσσου. Η αιώρηση δεν πέρασε ούτε σαν σκέψη απ’ το μυαλό μου.


Η φωτογραφία της Natsumi Hayashi 

Tuesday, May 10, 2011

Στην πισίνα


Γαλάζια νερά στη μέση ενός μεσογειακού κήπου. Δίπλα ρίγανη και δεντρολίβανο. Πιο πέρα βουκαμβίλιες και ελιές.
Βγάζω το κεφάλι μου από το νερό να πάρω ανάσα. Ο σπουργίτης με κοιτάει κατάματα ακίνητος, ύστερα πετάει φοβισμένος.
Άλλη μια βουτιά άπνοη μέχρι την άκρη.
Με περιφρονείς;
Εγώ τι νοιώθω, τι θα ήταν καλύτερο;
Να σε περιφρονήσω πίσω, να σε αγνοήσω;
Λέω για αλλαγή να σ’ αγαπήσω πιο πολύ. Ένα δάκρυ τρέχει στο χλωριωμένο μου πρόσωπο, αρμύρα και χλώριο.
Μια, δυο απλωτές ακόμα. Τι με νοιάζει, τι σημασία έχει αν σ’ αγαπώ στα γαλάζια νερά.


Ο πίνακας της Alyssa Monks

Monday, May 09, 2011

Διασταύρωση

Υπάρχει μια τυχαία διασταύρωση στο Παγκράτι. Δε μένω κοντά, περνάω μόνο που και που. Το φανάρι διαρκεί αρκετά, όχι όμως πολύ. Στην απέναντι πολυκατοικία μένει ένας νέος. Όταν λέμε νέος, από το σημείο που τον βλέπω, μάλλον νέος, απροσδιορίστου ηλικίας λόγω απόστασης. Το διαμέρισμα του είναι στο δεύτερο όροφο, έχει πάντα τις κουρτίνες τραβηγμένες, τις ξύλινες γρίλιες σηκωμένες ψηλά, όλα τα φώτα των δωματίων αναμμένα. Οι τοίχοι του είναι βαμμένοι στο χρώμα μιας φωτεινής όμορφης ώχρας. Δεν έχει πίνακες κρεμασμένους, πουθενά. Δεν έχει air condition. Τα φωτιστικά του είναι λευκές χάρτινες σφαίρες. Από τα διάφανα παράθυρα παρατηρώ τον κόσμο του, ένα κόσμο σε απόλυτη έκθεση. Φοράει τα ρούχα του και λεπτά γυαλιά μυωπίας. Τα μαλλιά του είναι καστανά. Δουλεύει σκεπτικός, συχνά ακόμα και τις Κυριακές. Ίσως χαζεύει μπροστά στον υπολογιστή του (θα μπορούσε κάλλιστα να παίζει football manager ή να βλέπει τσόντες, αλλά τότε θα είχα να πω μια διαφορετική ιστορία και θα τον είχα φανταστεί εντελώς λάθος). Θα τον πω από δω και στο εξής αρχιτέκτονα, θα το προτιμούσα ή μήπως είναι επιμελητής κειμένων;
Όταν δεν τον βλέπω στο γραφείο του, γυρίζω τα μάτια να τον ψάξω στο χώρο. Καμιά φορά όμως τα φώτα του είναι κλειστά.
Έτσι άρχισε αυτή η εντελώς τυχαία γνωριμία και όταν σταματώ στη διασταύρωση και δεν είναι εκεί, νιώθω ότι αυτό το βράδυ δεν πρόλαβα να του πω ένα γεια.

Φωτογραφία Alfred Stieglitz. From the Back Window, 1915.

Tuesday, May 03, 2011

Όταν χαμένοι

Πολύπλοκο εργαλείο το σώμα, όλο νερό, ζεστό και εύθραυστο. Το μαλάζεις στην αμφιβολία. Τρυπάς πόνο στον πόνο. Βάζεις βαριά πλερέζα στην τυφλότητα. Τσακίζεις την ανασφάλεια με δήθεν αποδεικτικά στοιχεία. Ξεπλένεις τη ρευστή αγάπη με όξινη βροχή. Σκαλίζεις με χέρια γυμνά, σεντούκια που κρύβουν ξεχασμένα μέλη. Δεν έχει τελειωμό αυτή η λούπα.
Αν στη σιωπή σε μέτρησα και ευτύχησα, στην πόλη, στους ανθρώπους, μπορεί και να χαθούμε άσχημα.

Φωτογραφία Irving Penn

Thursday, April 21, 2011

Ο δρόμος αμέριμνος

Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος πνευστών το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χαρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός που σ' έναν φράχτη αλαλάζει.
Κοιτώντας το ρολόι, η ώρα ήρθε, ξεχωριστά για τον καθένα. Τρομάζει η μέρα το ξεκίνημα, το φως γυμνώνει τις αυταπάτες, δείχνει τον καθαρό ορίζοντα της σκέψης.
Aμέριμνος ο δρόμος εξακολουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας (αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέριμνος διαβαίνει, και όσο εντείνεται το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει και πληθαίνει. Οι διαβάται αμέτρητοι.
Περπατώντας με βήματα βαριά τις μέρες και τους τόπους. Χνάρια χαράζουν, σημαδεύοντας, διαδρομές χωμάτινες. Εκείνες, που τα νερά ανασκάπτουν κι η σκόνη τους σα διάολος, σέρνεται μέσα από τις χαραμάδες, βρωμίζοντας την καθημερινή λευκότητα.
Ανάμεσα σε αγνώστους ποιητάς και άγιους ανώνυμους, ανάμεσα σε φορτηγά διαδρομών μεγάλων,
σκαρώνεις με λέξεις ένα παιχνίδι. Στη στοίχιση επιμένοντας και τον ρυθμό. Άγνωστοι ποιητές. Πένες που στάζουν, μέσα από σιδερένια κάγκελα. Άγιοι ανώνυμοι, ξερνάνε καλοσύνη, χωρίς ελπίδα ανταπόδοσης, στο τσάμπα. Εύκολα, η συγκίνηση υγραίνει, εκείνους που είναι μόνο λάσπη.
όλοι,
αστοί και
προλετάριοι διαβαίνουν,

ίσως ποτέ και να μη σφίξουμε το χέρι, ωστόσο δίπλα μου αγρυπνάει το ίδιο αστέρι, που δίπλα τους αγρυπνάει κι αυτό μου φτάνει,
όλοι υπακούοντες σε κάτι,
σε κάτι συχνά πολύ καλά μασκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντες στη Μοίρα),

Χορός του υπνοβάτη. Σε τρεις διαστάσεις. Η τέταρτη δεν περπατιέται έτσι. Μετρά ο χρόνος, η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δύο τόπους. Και τα επίπεδα να πατήσεις δεν έχουν γίνει ακόμα δύο. Φτερά δεν έβγαλες.
Να είμαι εγώ εδώ στη γη και συ πιο πάνω, χαρταετός, στους πάνω ανθρώπους, στον αέρα. Σε ονειρεύομαι να χτυπάς τα τζάμια των ορόφων, για ένα γεια και έπειτα φεύγεις πιο ψηλά, πιο γρήγορα, χωρίς τριβές. Θα πω στη μοίρα που μας έγραψε συμπτώσεις, άλλες πιο άτυχες και άλλες ευτυχείς, να ‘ρθει. Τι κι’ αν δεν το πιστεύεις, μοίρα θα πω πως είναι, η διαπραγμάτευση της σύμπτωσης σε δεδομένα πλαίσια. Τα ολόδικα σου, κλωστές που πλέκονται στα πόδια σου.
άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινούμενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής-λογής, τροχήλατα ποικίλα, μεσ’ την βουή διαβαίνοντας και την αντάρα, με Σιτροέν, με Κάντιλλακ, με Βέσπες και με κάρρα.
Ο δρόμος, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, από παντού περνά.

Αν θες να τον βαδίσεις, μπορείς ελεύθερα, δε σε εμποδίζουν πραίτορες ή σκύλοι που αλυχτούν χωρίς ελπίδες στις παρυφές, μόνο σκιές σου γνέφουν παραπλανητικά νοήματα.
Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος,
την εποχή που διάλεγες την άκρη της ουσίας, σε σύνορα αόρατα, εκεί που ένα χιώτικο γιασεμί σε πλήρη άνθηση αχνά μυρίζει ή ίσως στη μεθοριακή γραμμή πίσω απ' το μη χυμένο ακόμα αίμα
και μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, κάτω από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον στα βήματα των ποιητών εκείνων, που οι ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι, των ποιητών εκείνων των ακραιφνών και των αχράντων, καθώς και των αδελφών αυτών Aγίων Πάντων.


Συζητώντας για τη Μαρία Νεφέλη του Ελύτη,το Γυάλινο Κόσμο του Ουίλιαμς, το Φλεβάρη του 1848 των Αλκαίου- Μικρούτσικου και το Δρόμο του Εμπειρίκου. 
Η φωτογραφία του Josef Koudelka, Czechoslovakia 1968.


Sunday, April 17, 2011

Υγρά χαρτομάντηλα


-Το βλέπεις αυτό το παγκάκι;
-Μα ναι (το παγκάκι δίπλα στη Δεξαμενή, όχι τίποτα απόμερο). Θυμάμαι μια άνοιξη, φορούσε φούστα, είχαμε τελειώσει απ' τη σχολή, έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια της...
-Κι ύστερα;
-Το παλιό γκρι Ford Escort ήταν παρκαρισμένο ανάμεσα Τσακάλωφ και Αναγνωστοπούλου, νομίζω στη Βουκουρεστίου.
-Κι' ύστερα;
-Πήγαμε στ' αμάξι, συνέχισα να τη φιλάω πρώτα στο στόμα, μετά στο στήθος και το χέρι μου καρφωμένο εκεί ανάμεσα στα μακριά της πόδια, χωρίς το φόβο να κολλήσει κανένας ματάκιας στο τζάμι, όπως γινότανε στα Τουρκοβούνια, μέχρι να τελειώσει.
-Μα σπίτι δεν είχατε;
-Mπα ούτε σπίτι, ούτε λεφτά ρε, ούτε και χρόνο πολύ νομίζαμε, βιαζόμαστε, να διακόψουμε το εδώ και τώρα; Αργότερα πάλι, είχε ο θεός. Καλύτερα στους δρόμους. Άσε που δεν μπορούσα να ξεχάσω με τίποτα εκείνο το απόγευμα στο 3Χ του Μουσείου και το νευρικό γέλιο που μας είχε πιάσει, πατώντας στο πλατύσκαλο και αντικρίζοντας στην αίθουσα αναμονής-ίσως ήταν καμιά αργία- όλες αυτές τις σοβαρές και στραβωμένες φάτσες που περίμεναν βουβά για να γαμήσουν και τώρα εκτεθειμένοι σε δυο κωλόπαιδα, έχασαν κάθε όρεξη πια και με το κεφάλι κατεβασμένο, ηττημένοι, αποχωρούσαν δυο δυο.
-Πλάκα είχατε.
-Κωλόπαιδα μ' αυτοπεποίθηση, με μια βαθιά συνενοχή, χαμένα στη σιγουριά ότι στον κόσμο μας τίποτα δεν συννέφιαζε. Της κρατούσα το χέρι, όσο γελούσε, ασταμάτητα, πηγαία, ανέμελα. Όσο της κρατούσα το χέρι εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου, ο ομφαλός της γης. Ούτε πολύ πολιτική, ούτε μεγάλες παρέες με κιθάρες σε ρεμπετάδικα και ταβέρνες με τραγούδια. Μόνο οι λόφοι της Αθήνας, οι δρόμοι, το Πολυτεχνείο στου Ζωγράφου. Και χωρίς λεφτά, καμιά φορά χωρίς βενζίνη, να'ναι καλά η γιαγιά μου που μου πλήρωνε την Express Service.
Εγώ και εκείνη.
Χωρίς καν υγρά χαρτομάντηλα στο ντουλαπάκι του Ford.


Η φωτογραφία της Usha Tsonkova

Tuesday, April 05, 2011

Μια Παναγιά, μιαν αγάπη μου έχω κλείσει

Είμαστε εφορευτική επιτροπή στις εκλογές κάποιου συνδικαλιστικού συλλόγου, μια άνοιξη, κάποια χρόνια πίσω. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος, αγοράκι φρέσκο στο σώμα, αγορεύει ασταμάτητα, με όλο το στόμφο και την αυστηρότητα που του προσέδιδε η ιδιότητα του και μια καριέρα στον δυσκοίλιο αυτό χώρο.
Μας μίλησε για τη σχολή, μας είπε για την επιστημονικότητα της μελέτης της δικογραφίας, τη σοβαρότητα του έργου του, την εμμονή στη λεπτομέρεια. Μια ζωή τυπικότητας, σύνεσης και εγκράτειας. Ιδίως στο φαίνεσθαι.
Ύστερα φυσικά μίλησε για το πόσο είναι δύσκολο να ακούς για τόση βρωμιά και να μένεις ατάραχος, λογικός. Δίκαιος, μπροστά στην εκμετάλλευση, στο βιασμό, την αιμομιξία.
Ασκώ λειτούργημα, ναι, για γερές κράσεις, είπε, σέρνοντας αργά τα φωνήεντα της φράσης.
Δεν ξέρω πως, μεταξύ δικαίου και βίας, ξεκίνησε να μας μιλάει για τη γυναίκα. Ως ιδέα.
Πως την βλέπει ιερή, Μαντόνα Παναγιά, σύμβολο της προσφοράς και της καθαρότητας. Σιχαίνεται αυτές που προσδίδουν στην εικόνα φτήνια, σκέρτσο περιττό, νάζι, προκλητικό ντύσιμο. Τη γυναίκα τη σέβεται. Τελεία και παύλα. Η γυναίκα είναι η μάνα, το ιερό σύμβολο.
Μέσα μας γελούσαμε. Σκέφτηκα μπορεί και να, μπορεί και να μην.
Ανέβαινα καταμεσής του Ιούλη τα σκαλάκια της στενής στοάς προς το Πόλις, όταν στον ορίζοντα ανέτειλε μια γυμνή πλάτη, που έγερνε αριστερά κι έπειτα μ' ένα τίναγμα του μαλλιού έμεινε ακόμα πιο ερωτική στη θέα. Σήκωσα τα μανίκια μου προχωρώντας. Πίσω της διέκρινα το δικαστικό, με το ύφος μαλακωμένο, προσηλωμένο, ευλαβή, σαν σε εκκλησία.
Ψάχτηκα, αλλά δεν βρήκα ψιλά στις τσέπες μου να της ανάψω ένα κερί.

Φωτογραφία Robert Mapplethorpe, 1972, Untitled

Ο τίτλος από το τραγούδι του Νίκου Γκάτσου

Monday, April 04, 2011

Στην αρχή του λάκκου

Είμαι καπνός. Είμαι ελαφρύς. Ούτε δέκα σακιά με άμμο δεν μπορούν να με προσγειώσουν. Δεν είμαι αερόστατο στο ετήσιο πολύχρωμο πανηγύρι της Peak District. Πετάω ανάμεσα στους λόφους και έχω καταπιεί την άνοιξη. Νομίζω μια ελευθερία. Κι' έπειτα, σήμερα, δεν ξέρω ποιος είναι ακριβώς τι. Μοιράσαμε τους ρόλους και ξαναλλάξαμε το συναμετάξυ μας τη διανομή. Έξυσα με γυαλόχαρτο την σκασμένη κρούστα της επιφάνειας. Από κάτω μείναν γυμνά τα ξύλα, ή οι πιο βαθιές χαρακιές.
Μεταφορικά μιλάω ρε, για μας. Σε βλέπω, βλέπω πως είσαι κάτω από το πρώτο στρώμα. Σε έχω μάθει πια.
Κύκλοι δεν υπάρχουν. Όποιος το είπε είναι αφελής αγύρτης. Της γραφής θες, της αμπελοφιλοσοφίας θες, της αγελαίας ψυχανάλυσης θες, πάρ' το όπως γουστάρεις, όπως σε βολεύει, αλλά στο λέω, νέτα σκέτα, κύκλους δεν κάνει κανείς. Αλήθεια.
Στο πλήρωμα του χρόνου ξέχασες την κτηνωδία, το διασυρμό, τη γελοιοποίηση, την αξιοπρέπεια, την ησυχία, τα κούφια λόγια, την αγάπη και το μίσος. Τα ξέπλυνες με τους μήνες, λες και όλα είναι ρευστά σημεία μιας θεωρίας που χάσκει προς το μέλλον. Ηθική; Ποια ηθική; Αυτά είναι ιστορίες για αγρίους. Δεν υπάρχει τίμημα να πληρώσεις, για καμία πράξη. Τώρα πλέον τι;
Κοιτιόμαστε γυμνοί από τα ψέμματα και την προσποίηση. Εκτός απ΄ το κορίτσι εκείνο που με αυστηρότητα ήθελε να βρει τον γεμάτο προοπτικές πρίγκιπα για να της σπείρει ένα παιδί, τη μουχλιασμένη από ανασφάλεια μεσήλικη με το σκύλο κι' εκείνον που στοχαστικά και έντρομα παντρεύτηκε πνιγμένος στο παραμύθι της φαντασίωσης του, όλοι οι άλλοι είμαστε  έγκλειστοι. Αιχμάλωτοι να κροταλίζουμε στο λάκκο με τα φίδια.
Μη με κοιτάς αθώα, σε γνωρίζω απ΄ την καλή και απ' την ανάποδη. Δεν ξεχνώ. Θυμάμαι. Εν γνώση μου, ίσως, σου επιτρέψω να μ' ακουμπήσεις για να με λερώσεις.

Ο τίτλος από το βιβλίο του  Τάκη Σιμώτα, Ο λάκκος

Η φωτογραφία του Ansel Adams, Rose and Driftwood

Saturday, March 19, 2011

Στην Τρώων

Περπατούσαν στα Πετράλωνα μέρα μεσημέρι. Μια ευθεία την Τρώων πριν το πλακόστρωτο. Νωρίτερα πρέπει να είχε λαϊκή. Βρεγμένοι οι δρόμοι ολόγυρα. Ο ήλιος έκαιγε το βάθος πεδίου.

Εκείνη κρατούσε τσάντα και μια σακούλα βαριά και είχε κατεβάσει τα μούτρα που περπάταγαν άσκοπα, χωρίς προορισμό. Εκείνος δεν κρατούσε τίποτα.
Δεν ήθελαν να φάνε, δεν ήθελαν να πιούνε, ήθελαν να αποφύγουν τις ορδές των αυτοκινήτων που γύρναγαν την πόλη Παρασκευή.
Έβλεπε τα δίπατα μικροαστικά σπίτια και άθελα της θυμήθηκε τη Συνοικία το Όνειρο, το Ρίκο να τρέχει με σηκωμένους τους γιακάδες στην κατηφόρα του Φιλοπάππου, χωρίς προσδοκία μα άφοβα. Ύστερα το βράδυ θα έπινε κρασί στην ταβέρνα, θα γινόταν λιώμα, στην αρχή θα χόρευε, ανάλαφρα, χορό ανθρώπου που δεν έχει να χάσει τίποτα. Μετά ο λυγμός της απελπισμένης ζωής. Παίχτε, παίχτε. Παίχτε. Η συγκατάβαση. Όχι άλλα χρυσό μου, φτάνει. Έλα. Μια θηλυκή ζεμπεκιά. Ο καημός που σβήνει στο χορό. Ο χορός. 

Εκείνος παρατηρούσε τους ανθρώπους, όπως συνήθιζε να κάνει. Τους τόπους τους σκεφτόταν ύστερα, στην επιστροφή. Δεν ήθελε να μιλάνε πολύ. Προτιμούσε να σκέφτεται. Όπως όλοι οι άντρες άλλωστε. Οι φλυαρίες σκότωναν την έμπνευση. Θα μπορούσες να τον πεις και εικονολάγνο στοχαστή, αλλά τι νόημα έχει να δίνουμε ετικέτες σε κάθε τι.

-Σήμερα κάτι έχεις. Σήμερα κάτι σε απασχολεί. Σήμερα δεν είσαι όπως χτες.
-Σήμερα έχει ήλιο, όμως θα έχει και πανσέληνο. Ξέρεις αυτά με επηρεάζουν, οι διακυμάνσεις, έπειτα είναι και η κούραση της εβδομάδας (και, και, μέσα μου αυτός ο ψυχαναγκασμός, να είμαι τέλεια, να είναι όλα σωστά, να μην πω πιο λίγα ή πιο πολλά, να, να, περπατάω κάτω από τη σκιά του αύριο, το σήμερα μου πέφτει αλαφρύ, είμαι λιγότερη από τις προσδοκίες μου, είμαι ατελής).

-Έχει κίνηση ρε πούστη μου ακόμα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις κάποιες ώρες. Τις ώρες που μετακινούνται οι αγέλες προς τα μέρη τους. Ζώα.
-Έχει κίνηση, έχεις δίκιο. Είναι να τρελαίνεσαι ώρες ώρες. Είμαστε ζώα. Στο μποτιλιάρισμα λέω πάει, υπομονή, έτσι είναι η πόλη. Μαζί σου σίγουρα δε με νοιάζει. Οι γυναίκες είναι πιο υπομονετικές από τη φύση τους. Εγώ μάλλον δεν είμαι τόσο. Μόνη ρίχνω και τίποτα καντήλια τα πρωινά. Δεν είναι ευτυχία να το κόβεις ποδαράτο; Με τα πόδια είναι ο κόσμος καλύτερος.


Thursday, March 17, 2011

Κούφια βλέμματα

Γεμάτοι δρόμοι. Ψυχές υπό αναχώρηση. Μάτια στο κενό που σίγουρα δε σε κοιτούν. Και να κοιτούν δε βλέπουν. Ίσως τον κώλο σου αν γυρίσεις. Σαν κάτι ξεκομμένο από το όλο. Σαν σκέτο κώλο. Ενθύμημα γι’αυτούς λαγνείας. Ψήγμα ηδονής χιλιοειδωμένο. Αμετάφραστο σημάδι της ημέρας.
Και τι να δουν αλήθεια άλλο, πίσω από εκείνα τα γυαλιά τους. Την περηφάνια σου στο βλέμμα. Τα χέρια σου που χάιδεψαν ανθρώπους. Την προσμονή να δώσεις κάτι. Να δώσεις πάλι. Ένα κομμάτι από εσένα που ν΄αξίζει. Να πάρεις πρόσκαιρη ίσως συγκατάβαση ή λατρεία. Που η ζωή σου, σου΄χε τάξει. Σε ένα παραλήρημα μονάχα. Αύγουστο μήνα. Στην άκρη του δρόμου που φλεγόταν από την κάψα της στεγνής ασφάλτου.

Φωτογραφία Irving Penn

Tuesday, March 15, 2011

Ο θυρωρός της νύχτας


Μιλούσαν για νοήματα άνευ. Εκείνος υποστήριζε σθεναρά τις ρομαντικές απόψεις του. Τα γενναία αντίο που φυλάει ετοιμοπόλεμα στο χαρτοφυλάκιο του, όταν είναι καθ’ οδόν. Ενίοτε σύντομα γραπτά ποιήματα, που μοιράζει απλόχερα. Εκείνη πατούσε στις μύτες. Αναπηδούσε στον θόρυβο των ξερών φύλλων. Την τρόμαζε η φοβέρα των ίσκιων. Θα την έβλεπες να περπατά στη μέση των δρόμων. Μακριά από τοίχους και γωνιές. Κόντρα στον ήλιο. Βουτηγμένη στον υπαρκτό κίνδυνο. Αποφεύγοντας φαντάσματα.
Πόσο ονειροπόλος μπορείς να είσαι; Όσο το δέρμα μου γερνάει αδιάρρηκτο, μπορώ.
Πόσο κυνική μπορείς και είσαι; Όσο ξυπνώ και στον καθρέφτη αντικρίζω το κουρασμένο βλέμμα του βασανιστή μου, μπορώ.


Φωτογραφία Henri Cartier Bresson, Mexico, 1964.

Εγώ


Ένα εγώ μιλάει.
Το άλλο εγώ δεν καταλαβαίνει.
Το πρώτο εγώ απελπίζεται, ταράζεται, ξαναμιλάει έντονα.
Ακόμα δεν το καταλαβαίνει, λέει τα δικά του, το άλλο εγώ, το δεύτερο.
Χαλάς την παγκόσμια ηρεμία των σώων τας φρένας εγώ, ξεστομίζει το δεύτερο εγώ. Δημιουργείς ασυνέχεια στη λογική του σύμπαντος.
Ένα εγώ χωρίς λογική, χωρίς συνέχεια, ένα άλλο εγώ με λογική, με συνέχεια. Έτσι ισχυρίζεται τουλάχιστον. Οφείλουμε να το πιστέψουμε.
Εγώ δεν συζητάω μαζί σου προβλήματα που δεν έχουν λύση, λέει.
Πού είμαι εγώ;
Που είσαι εσύ;
Εσύ είσαι ένα εγώ απέναντι, ένα εσύ που δεν έγινε σαν εγώ ή σαν εμείς;
Κι’ εγώ τι είμαι πάλι, εγώ χωρίς εσύ, εγώ χωρίς εγώ, ένα εγώ ακέφαλο απέναντι στο ιδεολογικό εμπόδιο που κρατάει εμένα μακριά από εσένα;
Εγώ, εγώ, χτυπάω το χέρι μου μπουνιά στον τοίχο του διχασμού, στον τοίχο της λογικής και του παραλόγου, στον τοίχο που εκτελούνται οι σχέσεις των εγώ με τα εσύ.
Έπειτα χτυπάω το κεφάλι μου πάνω στον ίδιο τοίχο, ακριβώς στο ίδιο σημείο πιο δυνατά, ν’ ανοίξω μια δίοδο, με τα νύχια μου σκάβω τη ρωγμή μου εγώ, να περάσει το φως να ζεσταθώ εγώ,
να χωρέσω το χέρι μου μήπως κι’ αγγίξω το πρόσωπο Σου.

Η φωτογραφία Henri Cartier Bresson

Saturday, March 12, 2011

Ονειρεύτηκε


Oνειρεύτηκε ότι ξύπνησε δεμένη γυμνή, σε ένα παλαιοχριστιανικό χιαστί σταυρό, με τα πόδια ανοικτά. Μπροστά της ένας τεράστιος τοίχος. Με μαύρη μπογιά και καλλιγραφικό πινέλο ήταν γραμμένα τα ποιήματα του, πάνω σε κάθε σπιθαμή του. Από πίσω της, ήρθε και στάθηκε, ο ίδιος, ο ποιητής, στηρίζοντας τα χέρια του στους δεμένους της καρπούς, απαγγέλλοντας ήδη, σχεδόν ψιθυριστά στο αυτί, σαν ψαλμωδία των ημερών. Άκουγε κάθε λέξη μέσα στο κεφάλι της, υγρή και μόνη. Η μια μετά την άλλη να συνθέτουν το όλο, το λόγο, που προβαλλόταν στον άσπρο σοβάτινο καμβά σαν ασπρόμαυρη ταινία. Ύστερα η φωνή του άρχισε να έχει ένα τρέμουλο, ένα μελωδικό βιμπράτο, που δεν καταλάβαινε αν ήταν από τη συγκίνηση ή την κόπωση ή ίσως έφταιγαν οι γρήγορες αναπνοές που έπαιρνε ανάμεσα στα λόγια του.  Έπεσε στα γόνατα σε έκσταση, χωρίς να σταματήσει να απαγγέλλει, κρατώντας τώρα τους αστραγάλους της, γερά σα να προσκυνούσε τη μοναδική του παράσταση. Με την τελευταία λέξη που άρθρωσε, σπαρακτική κραυγή καλλιτέχνη που έδωσε μπροστά σε αυτό το περίεργο έργο, ότι μπορούσε και ακόμα παραπάνω, ίσως την ουσία της ύπαρξης του, εκείνη λιποθύμησε επάνω στο σταυρό της.

Wednesday, March 09, 2011

Δεν έχει

Η ταν ή επί τας παράνομε μετανάστη
Με τα σπαστά ελληνικά σου
Την ανείπωτη πορεία πέρα στα βουνά
Στη σκόνη των πολιτισμών του χωματόδρομου
Τα 3.000 πρώην δολάρια σου
Τα γαριασμένα σου τα ρούχα
Το αβέβαιο μέλλον
Με το μαρκούτσι και το σφουγγάρι στο φανάρι ένας άλλος καραδοκεί
Το’χω σίγουρο, μια μέρα θα με χτυπήσει
Απομένει λίγος χρόνος να βρεθούμε απέναντι
Εγώ που έχω και δε δίνω
Εγώ που θέλω να λυθούν επίσημα οι γόρδιοι δεσμοί
Αυτός που δεν τον νοιάζουν τα τι και πως
Δεν έχει μάνα μου
Δεν έχει στον ήλιο μοίρα
Δεν έχει διαφυγή
Δεν θέλει να ξέρει τίποτα
Κοίτα τον πολιτεία
Κοίτα τον κόσμε
Δεν θέλω να παλέψουμε
Δεν θέλω να δοκιμαστεί ο ανθρωπισμός μου τότε
Τότε και ‘γω θεριό ανήμερο θα σηκώσω το χέρι μου
Θα λέω σε άμυνα
Δεν θέλω να  έρθει αυτή η ώρα
Έχω χρόνια χτίσει το τρυφερό μου κέλυφος
Τον εαυτό μου φοβάμαι ρε
Μήπως η εικόνα μου χαλάσει
Μήπως δω την άγρια όψη μου
Την όψη του ιδιοκτήτη
Αστραφτερό είδωλο σε λάμα μαχαιριού
Πάνω στον παραλογισμένο εισβολέα
Σώσε με
Λύσε τους, λύσε τους, χτες
Επέτρεψε τους να τρέξουν δίπλα
Πρόλαβε να μην παγώσουν στα παγκάκια της υπαίθρου