Ας σιχαθούμε την ανάσταση. Την επαναφορά των νεκρών στον ζωντανό βίο. Ότι πέθανε, πέθανε, καρδιά μου.
Ψιλόβροχο ξεπλένει το Αιγαίο, μουλιάζει τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, τις ελεγείες της οξώπετρας και τα φτηνά στιχάκια αριστερών ποιητών, που ξύνουν τις πληγές τους με ψαλιδάκι των νυχιών.
Οι Μαντόνες της μεγαλοβδομάδας ποζάρουν στατικές, εικονίσματα κορνιζαρισμένα με τζάμι. Χωρίς ψεγάδια. Κάτσε ‘συ ενεός και θαύμασε, ω εραστή του ανέφικτου, της άψυχης περπατησιάς, του μωβ περιεχόμενου χωρίς ανταύγειες πάθους. Θεατή. Ορμητικά κλειστές οι πόρτες που χτυπάς, στην ευλαβική υστερία που σούρνεται στα πατώματα, για λίγο αγάπη, για ένα πουκάμισο αδειανό, για λίγο πούτσο ακόμα.
Έπειτα με βάζεις να θυμηθώ το πριν. Πριν λίγο χρόνο. Χτυπάνε οι καμπάνες ανάμεσα στον τρίτο γύρο. Αγώνας πάλης. Μυρίζουν τα σεντόνια ξινά λιβάνια, έρωτα αχόρταγο, που προχωράει τα σώματα στα όρια. Σπασμοί και ιαχές σχεδόν οδύνης, σε όλες τις στάσεις. Πυροτεχνήματα και στο ψυγείο δεν υπάρχει ούτε χυμός. Δεν θα σου πω τα αφυδατωμένα σ’αγαπώ που ίσως να ‘θελες. Ποιος τα γαμάει τα σ’αγαπώ. Σου μίλησα για μόχθο. Σε έστησα στα τέσσερα θρησκευτικά. Έγραψα ποίηση πάνω στο λερωμένο σου κορμί που χύνει ποταμούς. Ούρλιαξα. Τα τελευταία σεντόνια θα μείνουν νωπά στο έλεος της άνοιξης.
Ο λόγος, μιας εποχής μετρίων, βουλιάζει κάτω από το βάρος του αξεπέραστου, του ειπωμένου άριστα εδώ και χρόνια. Τι να μιλήσω, τι να ξαναπώ. Υπάρχουν πάντα οι λέξεις, μα μένουν ανεκπλήρωτες. Οι μέρες προσπερνάνε βουβές. Η λύσσα δεν βρίσκει τόπο να ριζώσει. Χερσώνουν τα χωράφια μας. Φαντάσματα στοιχειώνουν την ξερολιθιά φτύνοντας και τραγουδώντας σκληρές κατάρες για τον έρωτα.
Αποζητώ τη νέα εποχή.
Πενθώ τα δίστιχα που πνίγηκαν στη λήθη.
Φωτογραφία Man Ray

