
Francis Bacon
Man with Dog
1953
Τις αργές ώρες, μπορεί να διαβάσω εφημερίδες. Δωρεάν, διαδυκτιακές ή κυριακάτικες δεν έχει καμία σημασία.
Αναρωτήθηκα σήμερα, γιατί πάντα σε αυτά τα έντυπα ξεχωρίζω τις συνεντεύξεις ανθρώπων που για κάποιο λόγο με ενδιαφέρουν.
Το ίδιο κάνω και στην τηλεόραση, όταν την ανοίγω (τελευταία είναι καμένη, οπότε δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα) και όταν τυχαία πέσω πάνω σε εκπομπές τετ-α-τετ συζήτησης.
Ίσως ο λόγος να είναι η διαστροφή ενός τρίτου να δει τον άνθρωπο πίσω από το έργο ή ακόμα χειρότερα η ανάλυση μιας πορείας, που στέκεται αυτούσια και πλήρης, με βάση στοιχεία της προσωπικότητας του δημιουργού. Αυτή είναι μια απλοποίηση της ανάγκης να υποδυθείς τον ψυχαναλυτή του καλλιτέχνη ή του αναζητητή ψιχίων αρμόδιας ερμηνείας. Έτσι το βλέπω χοντρικά.
Έδωσε συνέντευξη ο Δήμος Μούτσης σε ένα free press. Αυτός ο άνθρωπος έχει μια ήρεμη τσαντίλα στον τρόπο που μιλάει, μια αυθεντική ειλικρίνεια που μου αρέσει, μου αρέσουν οι ιδιομορφίες του, χωρίς απαραίτητα να μου είναι ο πλέον συμπαθής. Ας πούμε ότι κυρίως τον εκτιμώ.
Παραθέτω ακριβώς μερικά αποσπάσματα που μου δείχνουν, ότι αν είσαι ρεαλιστής βλέπεις την εικόνα που ξετυλιγέται από την ίδια τουλάχιστον οπτική γωνία.
''.....Μαγειρεύω καλά. Δεν ξέρω αν στο 'πα. Όλα αυτά τα βιβλία πίσω μου που νομίζεις ότι είναι ποίηση και δοκίμια είναι βιβλία μαγειρικής. Και παίζω και snooker, ξέρεις, εγγλέζικο μπιλιάρδο. Kι έχω και μια μηχανή που πια τη φοβάμαι και δεν τη χρησιμοποιώ. Και μαζεύω και κρασιά τα οποία ποτέ δεν πίνω.
Σήμερα ζω στο Νέο Ηράκλειο. Σηκώνομαι το πρωί, φτιάχνω στην κουζίνα καμιά σάλτσα και την πετάω, πάω το σκύλο βόλτα σε μέρη που δεν έχει ανηφόρες και κατηφόρες, γυρίζω, κάθομαι στον υπολογιστή, γράφω καμιά μουσική, φτάνει το αφτί μέχρι το σημείο που την ακούω να παίζει, και μετά σκέφτομαι και μετά έχουν ήδη περάσει 3 μέρες από το πρωί που σηκώθηκα. Άμα λοιπόν τα βάλεις κάτω, με αυτό το πρόγραμμα οι 365 μέρες του χρόνου είναι για μένα 120 τέτοιες σκέψεις που επαναλαμβάνονται.
Τα βράδια βγαίνω μόνο για φαγητό. Δεν πηγαίνω ποτέ στα μπουζούκια γιατί δεν αντέχω να ακούω τα τραγούδια μου από δημόσιους υπαλλήλους. Δεν πηγαίνω ποτέ να πιω σε μπαρ γιατί αν το ποτό είναι αυτοκτονία προτιμώ να το κάνω σπίτι μου. Επίσης πάω κάνα σινεμά ή κάθομαι στο σαλόνι κι ακούω τα «Νεκρά Παιδιά» του Μάλερ. Το ακούω μανιακά. Κάθε μέρα, κάθε μέρα, κάθε μέρα. Κι όλο κάτι ψάχνω να βρω μέσα μου, ενώ ξέρω ότι απολύτως τίποτα δεν ψάχνω. Είναι αυτό που λέει κι ο Καρυωτάκης στους «Ιδανικούς αυτόχειρες». «Βέβαιοι πως τ’ αναβάλουν κατά βάθος». Κι ίσως είναι κλισέ αυτό που θα πω, αλλά σήμερα όλα έχουν χάσει την ταυτότητά τους.
Διακοπές δεν πάω στην Ελλάδα, χωρίς να σημαίνει ότι σιχαίνομαι την επαρχία. Μάλιστα, θα μπορούσα να ζήσω στην επαρχία. Άλλωστε το Νέο Ηράκλειο δεν έχει καμιά τρομακτική διαφορά από το Βόλο. Μόνο την ψευδαίσθηση ότι είσαι πιο κοντά στην Πανεπιστημίου. Πάω πολύ συχνά στο Παρίσι. Πάλι; Πάλι. Μόνο; Μόνο. Το Παρίσι είναι επίπεδο και περπατιέται. Βλέπεις κάτι στο δρόμο και την επόμενη μέρα είναι πιο όμορφο.
Η θάλασσα δεν μ' αρέσει καθόλου. Έχω να κάνω μπάνιο 7 χρόνια. Στη θάλασσα, εννοώ. Όπως επίσης δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που πήγα σε εκκλησία ούτε το λόγο που μ’ έκανε να πάω.
Όταν με ενοχλεί κάτι, θα μιλήσω μόνο αν δεν μπορώ να φύγω. Δεν μπορώ να πείσω.
Τέχνη είναι αυτό που καταλαβαίνεις. Τίποτε άλλο. Άμα σε πάνε στον Παρθενώνα και δεν σ’ αρέσει, κανένας δεν θα μπορέσει να σε πείσει ότι είναι όμορφος. Γιατί όταν θα σου πούνε ότι είναι από μάρμαρο, θα σκεφτείς ότι και τα σκαλιά της πολυκατοικίας σου είναι από μάρμαρο ή όταν θα σου πούνε ότι είναι μεγάλος θα σκεφτείς ότι το Ολυμπιακό Στάδιο είναι μεγαλύτερο. Δεν υπάρχουν επιχειρήματα στην τέχνη.''
