
Περπατούσε στο πλακόστρωτο. Ήσυχη νύχτα. Σχεδόν δεν υπήρχε ψυχή και έπειτα το κρύο ήταν αρκετό. Τα τακούνια της ακούγονταν δυνατά, ρυθμικά πάνω στις σκέψεις μου. Καλύτερα που δεν μιλούσαμε, η σιωπή αφαιρεί από την έκφραση, εντείνει το συναίσθημα.
Αυτή η γυναίκα με εμπνέει στο να σκέφτομαι πάντα ανεπίκαιρα. Χτυπάει το κινητό μου. Εκείνη προχωράει μπροστά πατώντας κανονικά κι' ύστερα, όταν απομακρύνομαι για να μην με φτάνει ο απόηχος της, στις μύτες.
Μιλάω σαν να είμαι μόνος. Έτσι πρέπει.
Είναι πια θλιμμένη ή ίσως να της φαίνεται γελοίο που περπατάει στις μύτες των παπουτσιών της, τέτοια νύχτα. Δεν την αδικώ, είμαστε μια θλιβερή εικόνα, εγώ στη μία άκρη του δρόμου και εκείνη στην άλλη, σαν ξένη, σαν μια παρουσία που με εγκαταλείπει, αργά, αθόρυβα, ανάλαφρα.
-Μα τι έπαθε και σου τηλεφωνεί συνέχεια;
-Ξέρω ‘γω, μάλλον γυναικεία διαίσθηση.
Τη σκουντάω με τον ώμο μου. Πως μου ήρθε αυτό πάλι; Έχω τόσα χρόνια να το κάνω.
Άντε καληνύχτα λοιπόν, μου λέει αποχαιρετώντας με.
Με ορμή της αστράφτω ένα χαστούκι. Ταρακουνήθηκε από τη θέση της.
-Μα δεν έκανα τίποτα κακό, λέει μέσα σε λυγμούς από την έκπληξη. Ούτε καν σκέφτηκα κάτι κακό.
-Σκέφτηκα όμως εγώ.



