Saturday, July 12, 2014

Οδός Τσιμογιάννη




Tο καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του. Ημερολογιακά τουλάχιστον.  Αυτές οι μέρες του Αυγούστου σηματοδοτούν μια παράξενη εποχή. Με την έννοια πως στραβώνουν κάποιες ιστορίες, που ήδη έχουν αρχίσει  περίεργα. Έρχονται και στομώνουν, φτάνουν σε αδιέξοδο και λήγουν, αφού σου βγάλουν πρώτα την παναγία. Όπως οι γέροι που ψυχορραγούν καιρό, αλλά σχεδόν πάντα θα τους αποτελειώσει αυτός ο ύπουλος μήνας, που σε ρουφάει μονορούφι, υγιή ή στα τελευταία σου.

Η οδός Τσιμογιάννη είναι ένας δρόμος μικρός, τυφλός, που σκάει σε ένα μεγάλο οικοδομικό τετράγωνο, χωρίς να είναι αδιέξοδο, σε ένα δίστρατο, αριστερά και δεξιά. Τα σπίτια είναι διώροφα, απλά, όπως αυτά που συναντάς στην επαρχία, φτιαγμένα άτεχνα, σχεδόν σαν προσφυγικά και βαμμένα παλ χρώματα. Μερικές καινούργιες πολυκατοικίες, κακόγουστες, παράταιρες, σκόρπιες, υπάρχουν ενοχλητικά. Εκεί σ’ αυτόν τον δρόμο έμενε, με τους γονείς του, ακόμα.

Το πρώτο πράγμα που της είπε για την οικογένεια του, ήταν πως η μάνα του ασχολείται με τη διακόσμηση. Μικρή δούλευε σε μια βιοτεχνία που σχεδίαζε πλακάκια. Μετά παντρεύτηκε. Δεν έπρεπε να δουλεύει. Είχε διακοσμήσει τα σπίτια τους. Τελεία. Ούτε που ρώτησε γιατί είχε σημασία αυτή η πληροφορία.  Άκουγε πάντα τους ανθρώπους γύρω της, όσο πιο εξωτικοί, τόσο το καλύτερο. Στο σημειωματάριο του μυαλού σημείωσε, μάνα νοικοκυρά, με τάσεις καλλιτεχνικές και απωθημένα επαγγελματικά. Γιος που τα αναγνωρίζει όλα αυτά και τα αναπαράγει σε συζητήσεις με τις γυναίκες που τραβιέται. 

Ήταν Ιούλιος όταν άρχισε να της τα μασάει. Μια τα σχέδια των διακοπών, μια που δεν είχε φράγκο στην τσέπη κι ούτε σκόπευε να δουλέψει για να βγάλει. Κι εκείνη δεν ήταν ιδιαίτερα διαλλακτική. Τον ζόριζε με άσχημο τρόπο. Τσακώθηκαν. Είχαν κουραστεί κι οι δύο, δεν τσούλαγε. Ταίριαζαν και δεν τσούλαγε, συμβαίνουν αυτά. Πως το λένε οι παπάρες της ψυχολογίας, ετεροχρονισμός. Είναι που θες να φύγεις και θες και να γυρίσεις.

Το ’χε παράπονο που δεν είχε δει το σπίτι του, το δωμάτιο του, τα πράγματα που έχει. Εκείνο το καλοκαίρι, δεν του αρνήθηκε ξανά, πήγε να τον πάρει ένα απόγευμα που έλειπαν όλοι. Ανέβηκαν την εξωτερική σκάλα. Είχε μια ωραία κοινόχρηστη αυλή στο ισόγειο, που έμενε η γιαγιά μαζί με την μικρή κόρη της που την γηροκομούσε. Γύρω, γύρω ψηλό πράσινο. Από πάνω φέσι ο ουρανός. Το διαμέρισμα ήταν μεγάλο. Μεγάλο και αδιάφορο. Τα έπιπλα ήταν ακριβώς αυτά που βλέπεις σε κάθε παλιό σπίτι. Τραγικά σκρίνια και καθρέφτες, καναπέδες που δεν πουλιούνται πια στην αγορά, παλιομοδίτικα χρωματιστά πλακάκια, σαν μια εκμοντερνισμένη εκδοχή σπιτιών που έβλεπε από παιδί σε θείους και της έφερναν κατάθλιψη. Καμία διακόσμηση τριγύρω. Οι σφηνωμένες στον καθρέφτη φωτογραφίες, ήταν μια μάνας ξανθιάς μελαχρινής, δηλαδή μαλλί χρυσό με μαύρο φρύδι, που μικρόδειχνε. 

Την ενοχλούσε να κάνει έρωτα στα κρεβάτια γονιών. Ειδικά όταν τρίζουν τα σανίδια και σε κοιτάει αυστηρά από τον απέναντι τοίχο η γαμήλια φωτογραφία, με το ελαφρύ χαμόγελο στα πρόσωπα, δεκαετίες πριν, όταν η μάνα ήταν ακόμα με μαύρο μαλλί κι ο πατέρας είχε μαλλιά και λαμπερά όμορφα μάτια. Να σε κοιτάνε κατάματα που γαμιέσαι στα τέσσερα. 

Κι έπειτα  αναρωτιόταν τι είναι όλη αυτή η εμμονή κάποιων ανθρώπων, να γαμάνε μπροστά στους γονείς τους, νοερά, έστω. Ποιο είναι εκείνο το ψυχιατρικό στοιχείο που ενώ εκείνη την κάνει να μη μπορεί να συντονίσει τον οργασμό της μπροστά στην παρουσία της φωτογραφίας, ωθεί τον άλλον να σφυροκοπάει με πάθος, εντός έδρας, σχεδόν λυσσασμένα. Ενώπιον της φωτογραφίας που φέρνει παρόντα και τον πατέρα, να κατακρίνει, να επικρίνει, να ρίχνει την ηδονοβλεπτική ματιά του, να συγκρίνεται, όχι όπως είναι σε τρέχοντα χρόνο, αλλά με το πρόσωπο ενός νέου άντρα, του άντρα που ήταν.

Κάνανε χωριστά διακοπές. Της είπε θέλω λίγο χρόνο, να σκεφτώ, τι θα κάνω με τη δουλειά, οι γνωστές μαλακίες, το ήξερε και τον πίεζε, αν θες να χωρίσουμε, πες το σαν άντρας, ξεκάθαρα, δεν μπορώ τους ψυχοβγάλτες. Όμως εκείνος κουβέντα για την ταμπακέρα, τα σκέφτομαι ξέρεις, τι θα γίνει σε τρία κόμμα τρία χρόνια κι αργότερα και τέτοια ψόφια. Λες κι είναι τόσο δύσκολο να πεις, ως εδώ, δεν θέλω άλλο και δεν μπορώ, ό,τι είχαμε είχαμε αγάπη μου, δεν είμαι και για χόρταση, σώνει, τέλος.

Εκείνο το αυγουστιάτικο βράδυ, ήπιανε όλα τα λεφτά που είχαν σε ένα μπαρ κοντά στη θάλασσα με ξύλινο πάσο κι ωραία ποτήρια, που έμοιαζε με γαλλικό. Την έγδυνε με τα μάτια. Της το έλεγε κιόλας, είσαι πολύ ερωτική και τέτοια νόστιμα. Εκείνη τον άγγιζε με τα ακροδάχτυλα της στη βάση του λαιμού, στη μέση κάτω από τη φαρδιά μπλούζα. Πάμε να φύγουμε, λείπει απόψε ο αδερφός μου, να δεις κι αυτό το σπίτι. 

Στον ίδιο δρόμο, είχαν αγοράσει μια μονόχωρη γκαρσονιέρα καινούργια. Αυτή ήταν πραγματικά διακοσμημένη. Με κουρτίνες από πορτοκαλί συνθετική οργαντίνα. Επιδαπέδια βάζα με ψεύτικα λουλούδια. Ένα κρεβάτι σιδερένιο, με μαύρο ψηλό κεφαλάρι. Πίνακες με κοπέλες να τρέχουν σε ολάνθιστους αγρούς. Όλα πορτοκαλί, κοριτσίστικα, σαν το σπίτι που ονειρευόταν για πάρτη της η μάνα του, τότε, όταν θα γλύτωνε από την πατρική στέγη. Ένα σπίτι φτιαγμένο από το μηδέν για να μείνει ο ταρίφας γιος και να γαμάνε εκ περιτροπής, δυο αρσενικά κανονικά, βαρβάτα, μέσα σε αυτό το ανθισμένο πορτοκαλί όνειρο, του κοριτσιού που είχε ξεχαστεί στη μητρότητα.

Πάνω στο σιδερένιο κρεβάτι, που έτριζε ακόμα πιο πολύ από το πατρικό του, ξεσκίστηκαν δυο φορές, η μία μετά την άλλη, σαν ζώα. Κάποια στιγμή μάλιστα της είπε, να δω πως θα μου τον σηκώσεις δεύτερη φορά, αλλά δεν υπήρξε φυσικά πρόβλημα κι ύστερα είπε στα καπάκια, πιάσε μου τον κώλο.  Μέσα στην κάψα του καλοκαιριού που την έσβηνε τεχνητά το κλιματιστικό, από το θυμό της που την χώριζε και την πήδαγε ταυτόχρονα στη μικρή γκαρσονιέρα, την πνιγμένη στην πορτοκαλί πανδαισία, της ήρθε τόση αηδία καταμεσής της καύλας, που θα του έχωνε ολόκληρο το χέρι να τον σοδομίσει, αν δεν την ξύπναγε μια ματιά του, έτσι, μελί ματιά ανθρώπου που ευχαριστιέται.

Έκλεισε την πόρτα ασφαλείας πίσω της και βγήκε στο δρόμο. Μόλις είχε ξημερώσει. Ένιωθε ένα κάψιμο στο στομάχι και το κορμί ανάλαφρο. Στρίβοντας στη γωνία, σήκωσε τα μάτια στη μπλε πινακίδα της οδού. Πάνω της είχε κρεμαστεί ένα πορτοκαλί κορδελάκι που ανέμιζε. Έβαλε τα γυαλιά ηλίου και μπήκε στο αυτοκίνητο, να φύγει γρήγορα, μακριά, μακριά από όλα αυτά τα χαμένα όνειρα που έκαιγαν καλοκαιριάτικα.