Monday, May 23, 2011

Στο βάθος πόθος


Αν σήμερα είναι Μάης, το μόνο που μετράει είναι ο ήλιος που καίει περασμένες σκέψεις.

Τη ρώτησα προχθές τι έκανε όταν ήταν νέα, όταν γυρνούσαμε στους δρόμους άναυλα και μου απάντησε, τίποτα. Δε με ενδιέφερε κάτι, μόνο να βλέπω, να ανασαίνω.
Η ζωή γυρίζει και ο πόθος, αν υποτεθεί ως στερεός και πτητικός, εξαχνώνεται.

O ερευνητής δημοσιογράφος του Citizen Kane, το 1941 μετά το θάνατό του, λέει στον Bernstein :
-Υπάρχει περίπτωση να μιλούσε στην τελευταία του λέξη για μια κοπέλα και να τη θυμήθηκε μετά από πενήντα χρόνια;
-Είστε πολύ νέος. Πολλά μπορεί να θυμηθεί κανείς. Το 1896 ήμουν στο φέρι για το N.Jersey. Το φέρι μου διασταυρώθηκε με ένα άλλο φέρι. Στο φέρι εκείνο για μια στιγμή είδα μια κοπέλα, φορούσε ένα άσπρο φόρεμα και κρατούσε ένα λευκό παρασόλι. Εκείνη δε με είδε, αλλά δεν υπήρξε μήνας μέχρι σήμερα που να μην την έχω σκεφτεί.

Οι χρονοδίνες, ξέρεις, δεν είναι το φόρτε μου. Μου φέρνουν ναυτία και η δραμαμίνη ύπνο. Το μερίδιο μου, το θέλω εδώ και τώρα.

Μάης, περάστε, στο βάθος πόθος.


Η φωτογραφία της Sara Saudkova, Parasol, 2001.

Thursday, May 12, 2011

Πρόκες


Ήταν δώδεκα χρονών. Μαζί γράφαμε φυλλάδια για τα σκουπίδια, τα αδέσποτα, τη θάλασσα και τα μοιράζαμε νύχτα κάτω απ’ τις πόρτες. Μας κατάλαβαν όλοι και θύμωσαν. Ελάχιστη επαρχία του ογδόντα. Δεν δέχονταν υποδείξεις και μαλώματα.
Έπιανε τα μαλλιά της κοτσίδια, φόραγε στράπλες μακό και έκανε ποδήλατο, πέρα δώθε. Ασταμάτητα. Όταν ένας Γιάννης της είπε κάτι προστυχόλογα, του πέταξε το χωνάκι της στη μούρη. Στην άκρη του χωριού, κάθε απόγευμα, χάζευε τα παγόνια. Μια μέρα φρέναρε άτσαλα σε μια κατηφόρα και έφυγε από το δρόμο, ποδήλατο, κορίτσι, πέτρες, έγιναν κουβάρι. Σηκώθηκε, τινάχτηκε, ίσιωσε πρώτα τη φούστα της και έπειτα τις λαμαρίνες.
Κάποιο απόγευμα πάτησε με τη σαγιονάρα της ένα ξύλο με καρφωμένες πρόκες. Σύρθηκε αθόρυβα στο καλύβι ενός ψαρά και τον παρακάλεσε να της ξεκαρφώσει το πόδι. Λίγο ιώδιο και να τη, κουτσαίνοντας, χωρίς να βγάλει άχνα, περπατάει στην παραλία.
Ακόμα έτσι είναι, πατάει πρόκες κι’ ύστερα απ’ τις πρώτες βοήθειες συνεχίζει μόνη. Μικρή παρένθεση, της σβήστηκε αυτό το βαθύ ανθρώπινο χαμόγελο απ’ το πρόσωπο.
Νομίζω γελάει σπάνια.

Έξοδος


Πριν τη λέξη, άλλη λέξη και μιάμιση σιωπή, να πνίγει τις υπόγειες κραυγές. Πριν τη βία, το ανασηκωμένο χέρι και ακόμα πιο πριν το μίσος, προτού τα μάτια γίνουν κόκκινα. Όταν μας χτύπαγε ο ηλεκτρισμός στον αέρα, σκληρότερα και από λάμα μαχαιριού, σήκωσα το κεφάλι, άρθρωσα την πικρότερη αλήθεια, πήρα τα ρίσκα πάνω μου και άνοιξα το βήμα, ξεκάθαρα προς το χείλος της αβύσσου. Η αιώρηση δεν πέρασε ούτε σαν σκέψη απ’ το μυαλό μου.


Η φωτογραφία της Natsumi Hayashi 

Tuesday, May 10, 2011

Στην πισίνα


Γαλάζια νερά στη μέση ενός μεσογειακού κήπου. Δίπλα ρίγανη και δεντρολίβανο. Πιο πέρα βουκαμβίλιες και ελιές.
Βγάζω το κεφάλι μου από το νερό να πάρω ανάσα. Ο σπουργίτης με κοιτάει κατάματα ακίνητος, ύστερα πετάει φοβισμένος.
Άλλη μια βουτιά άπνοη μέχρι την άκρη.
Με περιφρονείς;
Εγώ τι νοιώθω, τι θα ήταν καλύτερο;
Να σε περιφρονήσω πίσω, να σε αγνοήσω;
Λέω για αλλαγή να σ’ αγαπήσω πιο πολύ. Ένα δάκρυ τρέχει στο χλωριωμένο μου πρόσωπο, αρμύρα και χλώριο.
Μια, δυο απλωτές ακόμα. Τι με νοιάζει, τι σημασία έχει αν σ’ αγαπώ στα γαλάζια νερά.


Ο πίνακας της Alyssa Monks

Monday, May 09, 2011

Διασταύρωση

Υπάρχει μια τυχαία διασταύρωση στο Παγκράτι. Δε μένω κοντά, περνάω μόνο που και που. Το φανάρι διαρκεί αρκετά, όχι όμως πολύ. Στην απέναντι πολυκατοικία μένει ένας νέος. Όταν λέμε νέος, από το σημείο που τον βλέπω, μάλλον νέος, απροσδιορίστου ηλικίας λόγω απόστασης. Το διαμέρισμα του είναι στο δεύτερο όροφο, έχει πάντα τις κουρτίνες τραβηγμένες, τις ξύλινες γρίλιες σηκωμένες ψηλά, όλα τα φώτα των δωματίων αναμμένα. Οι τοίχοι του είναι βαμμένοι στο χρώμα μιας φωτεινής όμορφης ώχρας. Δεν έχει πίνακες κρεμασμένους, πουθενά. Δεν έχει air condition. Τα φωτιστικά του είναι λευκές χάρτινες σφαίρες. Από τα διάφανα παράθυρα παρατηρώ τον κόσμο του, ένα κόσμο σε απόλυτη έκθεση. Φοράει τα ρούχα του και λεπτά γυαλιά μυωπίας. Τα μαλλιά του είναι καστανά. Δουλεύει σκεπτικός, συχνά ακόμα και τις Κυριακές. Ίσως χαζεύει μπροστά στον υπολογιστή του (θα μπορούσε κάλλιστα να παίζει football manager ή να βλέπει τσόντες, αλλά τότε θα είχα να πω μια διαφορετική ιστορία και θα τον είχα φανταστεί εντελώς λάθος). Θα τον πω από δω και στο εξής αρχιτέκτονα, θα το προτιμούσα ή μήπως είναι επιμελητής κειμένων;
Όταν δεν τον βλέπω στο γραφείο του, γυρίζω τα μάτια να τον ψάξω στο χώρο. Καμιά φορά όμως τα φώτα του είναι κλειστά.
Έτσι άρχισε αυτή η εντελώς τυχαία γνωριμία και όταν σταματώ στη διασταύρωση και δεν είναι εκεί, νιώθω ότι αυτό το βράδυ δεν πρόλαβα να του πω ένα γεια.

Φωτογραφία Alfred Stieglitz. From the Back Window, 1915.

Tuesday, May 03, 2011

Όταν χαμένοι

Πολύπλοκο εργαλείο το σώμα, όλο νερό, ζεστό και εύθραυστο. Το μαλάζεις στην αμφιβολία. Τρυπάς πόνο στον πόνο. Βάζεις βαριά πλερέζα στην τυφλότητα. Τσακίζεις την ανασφάλεια με δήθεν αποδεικτικά στοιχεία. Ξεπλένεις τη ρευστή αγάπη με όξινη βροχή. Σκαλίζεις με χέρια γυμνά, σεντούκια που κρύβουν ξεχασμένα μέλη. Δεν έχει τελειωμό αυτή η λούπα.
Αν στη σιωπή σε μέτρησα και ευτύχησα, στην πόλη, στους ανθρώπους, μπορεί και να χαθούμε άσχημα.

Φωτογραφία Irving Penn