Thursday, January 27, 2011

Αφοσίωση


Τι είναι έρωτας, τι είναι αγάπη
Πέρα από μένα δεν βλέπω τίποτα
Ανάμεσα σε μένα και σε σένα στέκει η αφοσίωση μου
Μαγνήτης που μας δένει
Ετερώνυμα καταδικασμένα να υπάρχουν σε ντουέτο
Σε κοιτάζω όταν κοιμάσαι
Καδράρω το μικρό τραπέζι με τον καφέ που σου’ χω φτιάξει
Ενόσω κοιμάσαι ακόμα
Μετρώ τον όγκο του αέρα που σ’ αφήνω ν’ αναπνεύσεις
Το κενό που παραχωρώ να δημιουργήσεις
Σε φωτίζω με τη ματιά μου σαν εικόνα
Έτσι αχνά
Αγαπημένε πίνακα
Μισώ τ’ αφηρημένα λόγια των ποιητών
Στην αφοσίωσή μου θέλω να δώσω σχήμα
Το περίγραμμα του πιάτου που σε θρέφω
Της αγκαλιάς μου που σε σφίγγει
Της παλάμης μου κόντρα στο πρόσωπο σου
Της απόλυτης παράδοσής μου στα τέσσερα.


Στην Α που περίμενα να έρθει από δίπλα.

Η φωτογραφία του Jan Saudek,
End of the Story, 1976

Tuesday, January 25, 2011

Νύχτα τη λέξη


Σκίζοντας σημειώσεις σε παλιά τετράδια, με ενοχλούσε η θυσία της χαμένης δίδυμης σελίδας εκείνης της κακογραμμένης, που θα πετούσα, βίαια τσαλακωμένη κι' άκυρη.
Η σελίδα που έστεκε παρθένα κι’ άγραφη, αποκομμένη στο τέλος του τετραδίου.
Προσεκτικά την τράβαγα από το συνδετικό της και την κοιτούσα με ένδεια όπως ο Σεφερικός ποιητής στα Τρία Κρυφά Ποιήματα.

Το άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
Επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.
Το άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ' αρέσει

Άδεια σελίδα. Επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.
Ύστερα ήρθαν φοβίες άλλες, καθόλου λυρικές και απτές, καμένοι σκληροί και τελειωμένες κάρτες γραφικών. Αρχεία μέσα σ’ αρχεία και σε κάθε καταστροφή το μόνο που απομένει στην ουσία, ενσώματο, σκόρπιες σελίδες, πεταμένες ολόγυρα, πάνω σε γραφεία και κάτω από κρεβάτια, γεμάτες με σκέψεις, μηνύματα, ερωτικά λόγια μίσους, θεατρικούς διαλόγους, εξισώσεις και σπάνια πια, στίχους.
Μέχρι να βρω τον τρόπο να μιλήσω με τους αριθμούς, οι λέξεις θα τρομοκρατούν την σκέψη και τις νύχτες μου, σε όνειρα που βουβά τις παρακολουθούν γραμμένες στις πιο κρυφές εσοχές της πλοκής.
ΗΡΘΑ ΞΑΝΑ/
ΠΟΘΟΣ/
ΦΥΓΕ/
ΒΑΡΙΑΝΑΣΑΙΝΩ/
ΠΟΝΕΣΕ/ ΟΧΙ/ ΛΗΘΗ/
ΝΕΡΟ/
ΠΤΩΣΗ/
ΥΨΟΣ


Μαζί πιο πέρα και αριθμοί με σύμβολα, συμπληρωματικά τους.


1+1 ( Εσύ κι’ εσύ)


>
ǿ
Ένα παιχνίδι, χαμένο από χέρι, κόντρα στη μνήμη που σκοπός της είναι να ξεγελάει ξεδιάντροπα. Κόντρα στο συμπυκνωμένο χρόνο αγχώδους εφιάλτη.
Κι εσύ που κοιτάς τις διογκωμένες κόρες μου και τον ιδρώτα που στάζω μόλις απότομα ξυπνήσω, μη σε παρακαλώ, μη με δώσεις στεγνά σ’ εκείνους, τους άλλους, που κρίνουν εύκολα.
Μαζεύω απεγνωσμένα τις σκόρπιες λέξεις, τις κρυφές και μαζί όλα τα νούμερα που βρίσκω. Ψάχνοντας να προλάβω να δω τη λύση σ’ ένα νόημα θολό, ανορθολογικό, κάθε νύχτα, κάθε που γέρνω να βρω ανάπαυση.

Monday, January 24, 2011

Άπνοια


Ακουμπώ την παλάμη
στα πλαϊνά
της βάσης του λαιμού σου
σέρνω το χέρι
στο περίγραμμα του σώματος
αργά
μέχρι την κορυφαία των καμπυλών
τη μέγιστη σχισμή
κι' εκεί
κουμπώνει κορμί με χέρι
σε θέαμα
όπως κολυμβητής τεντώνεται
πριν τη σημαντική βουτιά
κατάδυση χωρίς ανάσα
ακραία επιλογή
χωρίς τον φόβο
όλων των ενδεχόμενων κινδύνων
που ενέχει
η άπνοια στο κέντρο ακριβώς του άλλου.



Πίνακας Alyssa Monks

Tuesday, January 11, 2011

Θυμάμαι


Κορίτσι

Είναι μικρή, τόσο μικρή που δεν τολμώ να γράψω πόσο. Οι λέξεις σταματούν, μου δείχνονται σκληρές και αυτολογοκρίνονται.
Ένα κορίτσι σα μικρή γυναίκα, ανθισμένο στραβά, ένα τυχαίο καλοκαίρι, σε ένα χωριό, ακριβώς πάνω στη θάλασσα.
Ένα κορμί βουτάει από την πλώρη καϊκιών, ψαρεύει με καλάμι, κρατάει την ανάσα μέχρι να μπλεδιάσει κάτω από το νερό, γδέρνει τα παπαριασμένα δάκτυλα στα βράχια, τρώει ωμές τις πεταλίδες και κυλάει πάνω σε ποδήλατο. Κυλάει και κοιτάει τον κόσμο της, σαν εικαστικό κάδρο που το ορίζει σκίζοντας το με τη μανία ψαλιδιού που κόβει καραβόπανα.
Το στήθος σφίγγει σε κολλητά φανελάκια ή μπλούζες ατίραντες, χωρίς καταπιεστικά σουτιέν (που δεν κολλάνε στο κείμενο σα λέξη, αλλά οι στηθόδεσμοι είναι τόσο παλιομοδίτικοι, τόσο ρετρό, που δε τους θέλω εδώ), τα πόδια αερίζονται μέσα σε φούστες και σανδάλια από το Μοναστηράκι. Τα χέρια πνιγμένα στα πετσιά, τα χάλκινα βραχιόλια και τα φουλάρια της δεμένα όπως όπως, λες και είχε σημασία να αποπνεύσει μια αίσθηση θαλασσινής ροκιάς.
Χαλί στο πλάνο των διακοπών από τη μία η μελωδία που την κοιμίζει, από την άλλη τα λαϊκά σκυλάδικα που νοτίζουν τις νύχτες αργά, πάνω απ’ τις παγωμένες μπύρες της μικρής επαρχίας. Στρατοί από μπουκάλια.
Και ποια θυσία έχει κάνει, αυτή, για σένα, σώσε με, μυστικέ μου έρωτα.

Σινεμά

Ημίφως και μια αδιόρατη μυρωδιά καλοκαιριάτικης κλεισούρας. Ο ουρανός ανοιγμένος με μια συρόμενη μεταλλική κατασκευή που τρίζει αλάδωτη και πάνω άστρα. Ένα κορίτσι χαζεύει τ’ άστρα. Πριν ν’ αρχίσει η ταινία. Κάποια ταινία. Δεν έχει σημασία. Μόνο του. Μόνο σε μια ολόκληρη σειρά, μέσα στο σκοτάδι.
Για πρώτη βραδιά, μέσα στην ξερή ζέστη, νιώθει ένα πόδι από το πίσω κάθισμα, πόδι αντρικό που της χαϊδεύει τη γάμπα. Για όσο διαρκεί το έργο. Τρυφερά και σκληρά, όπως τραυματίζει η επαφή παπουτσιού με μαλακωμένο από τη θάλασσα δέρμα.
Τίτλοι τέλους. Δεν τολμά ούτε να στρέψει το κεφάλι να δει. Ντρέπεται την ταχυκαρδία της, το βρεγμένο εσώρουχο που κολλά πάνω της, την αδρεναλίνη που βαράει κατευθείαν στο διάφραγμα.
Χαϊδεύεται μόνη, στο δωμάτιο της. Καινούργιο παιχνίδι στα λερωμένα χέρια της, κάθε βράδυ, γεμάτο ενοχές, χωρίς απορίες.

Σκοτάδι

Πίσσα σκοτάδι στην πίσω αυλή μιας νοικιασμένης μονοκατοικίας. Κόντρα στον τοίχο, κάποιο άλλο βράδυ, στέκει.Τρίβει την πλάτη της στην αδρή επιφάνεια του πεταχτού. Απέναντι στο αγόρι, που είναι άντρας, που δουλεύει μεροκάματο στα ναυπηγεία, που τα χέρια του είναι σκληρά με κάλους, ασυνήθιστα σκληρά και μυρίζουν μοσχοσάπουνο.
Δεν ξέρει τι να κάνει, στέκει κοιτώντας τα σανδάλια της. Σα να τα κοιτάει. Δεν γνωρίζει τι πρέπει να πει, ποιες είναι οι πρέπουσες απαγορεύσεις, πως μπαίνουν τα όρια.
Ούτε κίνδυνος, ούτε φόβος, ούτε τίποτα. Αγωνία και κλεφτές ματιές στο ρολόι, είναι αργά, αν την περιμένει η μάνα της, ίσως.
Εκείνος κάτι μουρμουρίζει, σπάει το κλαδί που τους χωρίζει, την κολλάει στον τοίχο.
Μόνο μη με φιλήσεις στα χείλη.
Μόνο μη με φιλήσεις στα χείλη.
(Λες και ήταν πουτάνα)

Και δεν τη φιλάει στο στόμα, της φιλάει το λαιμό, της γλείφει την κλείδα, της ανακατεύει τα μαλλιά, καταπίνει τους λοβούς, της χαϊδεύει το στήθος, περνάει το πόδι του ανάμεσα στα δικά της.
Δεν την φιλάει στο στόμα, όλο μουρμουράει και βαριανασαίνει πάνω σε μια στύση απόλυτα σκληρή κι’ ειλικρινή.

Ανακολουθία

Πάσχα και προσπαθεί να αποφύγει τα πολυσύχναστα στενά, τα μέρη που θα μπορούσε να τη δει. Ντρέπεται που δεν θέλει να μιλήσουν, αν και ποτέ δεν είπαν απολύτως τίποτα. Ένα περίεργο μονάχα τηλεφώνημα στα ναυπηγεία που ποιος ξέρει τι αναστάτωση να του’φερε, ποιος θα μάθει ποτέ. Ύστερα θυμόταν τη μυρωδιά του, που έκανε ώρες να φύγει από πάνω της και τα φιλιά και το κλαρί που έσπασε.
Εκείνο το απόγευμα θα την κυνηγήσει, μέχρι να τη στριμώξει σε ένα αδιέξοδο.
Αμηχανία.
Σιωπή.
Κοιτάει το χώμα.
Σκέφτεται, είμαι μικρή για τέτοια.
Με ξέχασες.
Με βαρέθηκες;

Πες το μου. Κοίτα με στα μάτια και πες το μου.
N’ ανοίξει η γη να την καταπιεί.
Με ξέχασες;


υ.γ.
Και μετά;
Τι να γράψει κανείς τώρα; Μπορείτε ακόμα να γράψετε κάτι;
Γράφουμε με την επιθυμία μας, και δεν θα σταματήσω ποτέ να επιθυμώ.
Roland Barthes


η φωτογραφία του Jan Saudek: Agnes

Sunday, January 09, 2011

Θα ξεχαστώ, ναι


Είπες, στις άδειες κόγχες της ημέρας
Να σταθώ
Ακίνητα, αναίτια και άβουλα
Σε τοίχους με ψεγάδια και ρωγμές
Ν’ αντέξω να τριφτώ
Ως το τέλος
Είπες, εκείνα τα σημάδια θα σβηστούν
Σε χρόνια δύο
Το πολύ
Κι΄ ακόμα αντέχουν
Είπες, πως δεν θα τα ξεχάσω όλα αυτά
Που μου θυμίζουν
Όμως θα ξεχαστώ
Κι’ αυτό είναι νόμος
Είπα, να έρθω εκεί
Τη μούρη μου στο τζάμι να κολλήσω
Να δω αν ζεις
Ή αν το κάρβουνο σε έσβησε
Απ’ το χάρτη του μαυροπίνακα μου