
Κορίτσι
Είναι μικρή, τόσο μικρή που δεν τολμώ να γράψω πόσο. Οι λέξεις σταματούν, μου δείχνονται σκληρές και αυτολογοκρίνονται.
Ένα κορίτσι σα μικρή γυναίκα, ανθισμένο στραβά, ένα τυχαίο καλοκαίρι, σε ένα χωριό, ακριβώς πάνω στη θάλασσα.
Ένα κορμί βουτάει από την πλώρη καϊκιών, ψαρεύει με καλάμι, κρατάει την ανάσα μέχρι να μπλεδιάσει κάτω από το νερό, γδέρνει τα παπαριασμένα δάκτυλα στα βράχια, τρώει ωμές τις πεταλίδες και κυλάει πάνω σε ποδήλατο. Κυλάει και κοιτάει τον κόσμο της, σαν εικαστικό κάδρο που το ορίζει σκίζοντας το με τη μανία ψαλιδιού που κόβει καραβόπανα.
Το στήθος σφίγγει σε κολλητά φανελάκια ή μπλούζες ατίραντες, χωρίς καταπιεστικά σουτιέν (που δεν κολλάνε στο κείμενο σα λέξη, αλλά οι στηθόδεσμοι είναι τόσο παλιομοδίτικοι, τόσο ρετρό, που δε τους θέλω εδώ), τα πόδια αερίζονται μέσα σε φούστες και σανδάλια από το Μοναστηράκι. Τα χέρια πνιγμένα στα πετσιά, τα χάλκινα βραχιόλια και τα φουλάρια της δεμένα όπως όπως, λες και είχε σημασία να αποπνεύσει μια αίσθηση θαλασσινής ροκιάς.
Χαλί στο πλάνο των διακοπών από τη μία
η μελωδία που την
κοιμίζει, από την άλλη τα λαϊκά σκυλάδικα που νοτίζουν τις νύχτες αργά, πάνω απ’ τις παγωμένες μπύρες της μικρής επαρχίας. Στρατοί από μπουκάλια.
Και ποια θυσία έχει κάνει, αυτή, για σένα,
σώσε με,
μυστικέ μου έρωτα.Σινεμά
Ημίφως και μια αδιόρατη μυρωδιά καλοκαιριάτικης κλεισούρας. Ο ουρανός ανοιγμένος με μια συρόμενη μεταλλική κατασκευή που τρίζει αλάδωτη και πάνω άστρα. Ένα κορίτσι χαζεύει τ’ άστρα. Πριν ν’ αρχίσει η ταινία. Κάποια ταινία. Δεν έχει σημασία. Μόνο του. Μόνο σε μια ολόκληρη σειρά, μέσα στο σκοτάδι.
Για πρώτη βραδιά, μέσα στην ξερή ζέστη, νιώθει ένα πόδι από το πίσω κάθισμα, πόδι αντρικό που της χαϊδεύει τη γάμπα. Για όσο διαρκεί το έργο. Τρυφερά και σκληρά, όπως τραυματίζει η επαφή παπουτσιού με μαλακωμένο από τη θάλασσα δέρμα.
Τίτλοι τέλους. Δεν τολμά ούτε να στρέψει το κεφάλι να δει. Ντρέπεται την ταχυκαρδία της, το βρεγμένο εσώρουχο που κολλά πάνω της, την αδρεναλίνη που βαράει κατευθείαν στο διάφραγμα.
Χαϊδεύεται μόνη, στο δωμάτιο της. Καινούργιο παιχνίδι στα λερωμένα χέρια της, κάθε βράδυ, γεμάτο ενοχές, χωρίς απορίες.
Σκοτάδι
Πίσσα σκοτάδι στην πίσω αυλή μιας νοικιασμένης μονοκατοικίας. Κόντρα στον τοίχο, κάποιο άλλο βράδυ, στέκει.Τρίβει την πλάτη της στην αδρή επιφάνεια του πεταχτού. Απέναντι στο αγόρι, που είναι άντρας, που δουλεύει μεροκάματο στα ναυπηγεία, που τα χέρια του είναι σκληρά με κάλους, ασυνήθιστα σκληρά και μυρίζουν μοσχοσάπουνο.
Δεν ξέρει τι να κάνει, στέκει κοιτώντας τα σανδάλια της. Σα να τα κοιτάει. Δεν γνωρίζει τι πρέπει να πει, ποιες είναι οι πρέπουσες απαγορεύσεις, πως μπαίνουν τα όρια.
Ούτε κίνδυνος, ούτε φόβος, ούτε τίποτα. Αγωνία και κλεφτές ματιές στο ρολόι, είναι αργά, αν την περιμένει η μάνα της, ίσως.
Εκείνος κάτι μουρμουρίζει, σπάει το κλαδί που τους χωρίζει, την κολλάει στον τοίχο.
Μόνο μη με φιλήσεις στα χείλη.
Μόνο μη με φιλήσεις στα χείλη.
(Λες και ήταν πουτάνα)Και δεν τη φιλάει στο στόμα, της φιλάει το λαιμό, της γλείφει την κλείδα, της ανακατεύει τα μαλλιά, καταπίνει τους λοβούς, της χαϊδεύει το στήθος, περνάει το πόδι του ανάμεσα στα δικά της.
Δεν την φιλάει στο στόμα, όλο μουρμουράει και βαριανασαίνει πάνω σε μια στύση απόλυτα σκληρή κι’ ειλικρινή.
Ανακολουθία
Πάσχα και προσπαθεί να αποφύγει τα πολυσύχναστα στενά, τα μέρη που θα μπορούσε να τη δει. Ντρέπεται που δεν θέλει να μιλήσουν, αν και ποτέ δεν είπαν απολύτως τίποτα. Ένα περίεργο μονάχα τηλεφώνημα στα ναυπηγεία που ποιος ξέρει τι αναστάτωση να του’φερε, ποιος θα μάθει ποτέ. Ύστερα θυμόταν τη μυρωδιά του, που έκανε ώρες να φύγει από πάνω της και τα φιλιά και το κλαρί που έσπασε.
Εκείνο το απόγευμα θα την κυνηγήσει, μέχρι να τη στριμώξει σε ένα αδιέξοδο.
Αμηχανία.
Σιωπή.
Κοιτάει το χώμα.
Σκέφτεται, είμαι μικρή για τέτοια.
Με ξέχασες.
Με βαρέθηκες;Πες το μου. Κοίτα με στα μάτια και πες το μου.N’ ανοίξει η γη να την καταπιεί.
Με ξέχασες;υ.γ.
Και μετά;
Τι να γράψει κανείς τώρα; Μπορείτε ακόμα να γράψετε κάτι;
Γράφουμε με την επιθυμία μας, και δεν θα σταματήσω ποτέ να επιθυμώ.
Roland Barthesη φωτογραφία του Jan Saudek: Agnes