Thursday, April 25, 2013

Μια γέφυρα

Οι ημέρες κυλάνε όπως τα νομίσματα, ακριβώς, ανάμεσα σε πεσμένα φύλλα κι αποτσίγαρα
ανθίζουνε σε χλωμά γραφεία, μ' ανόητα αστεία
ποτίζονται από φτηνό αλκοόλ στις μπάρες της πόλης
αρπάζονται από μικρά στιχάκια πάνω σε χάρτινα τραπεζομάντηλα.
Εμείς που προλάβαμε να πιάσουμε μια δουλειά
και τώρα κρατιόμαστε με νύχια και με δόντια
σε αυτή την υποτυπώδη καριέρα
πολύ συχνά και με την τσέπη ακόμα γεμάτη
κοιτιόμαστε αμήχανα
σαστίζουμε
απέναντι στο χρόνο που σφυράει αδιάφορα
όπως ο μαθητής που κλωτσάει ένα τενεκεδάκι στη μέση του δρόμου.
Κι ο Τάκης που έλεγε σκληρά
θα δούμε αν υπάρχει αύριο, ένα δίκαιο αύριο
ζει ακόμα παραχωμένος
στον άγριο ρυθμό που δεν υπολογίζει
μια στάση
ένα διάλειμμα
μια γέφυρα ανάμεσα σε αυτή τη δυσοίωνη όχθη
και τον κήπο με καρότα κι ελπίδα που έσπειρε νωρίς
την άνοιξη.

Φωτογραφία του ninjapiratekitten

Wednesday, April 24, 2013

Μην ξεχνιέσαι



Ανήκει σε μια περίεργη γενιά. Οι καθηγητές στο σχολείο, αριστεροί ή δεξιοί, δεν ενδιαφέρονταν και πολύ. Οι μαθητές τους έβλεπαν με τη σειρά τους, ανάλογα, σπουδαία πρόσωπα τα φτωχότερα παιδιά, κομπλεξικά ανθρωπάκια όσοι προέρχονταν από επιτυχημένες οικονομικά οικογένειες. Όλοι είχαν ένα μικρό δίκιο στην οπτική τους. Η εκπαίδευση ποτέ δεν ήταν μια αντικειμενική υπόθεση ή το δυνατό χαρτί στον εγχώριο προοδευτισμό.

Τα είχε ζήσει όλα κομπλέ. Και γιορτές της 17ης Νοέμβρη με τραγούδια του Θεοδωράκη, και πορείες, στεφάνια, καταλήψεις, ξύλο, κάψιμο σχολών και χασίματα εξαμήνων. Φουλ εκπαίδευση, αυτή που απαιτούσε η αγορά εργασίας παγκόσμια. Πίσω απ’ όλα αυτά αντηχούσε η αιώνια επωδός, να γίνεις κάτι, να βρεις μια καλή δουλειά, να βγάλεις χρήματα. Μην ξεχνιέσαι.

Δουλειές υπήρχαν. Κάποιοι άλλαξαν πολλές. Κάποιοι άλλαξαν ακόμα και δύο τρεις κλάδους εργασίας. Οι μισθοί τα πρώτα χρόνια δεν ήταν καλοί. Δύσκολα νοίκιαζες σπίτι για να μείνεις μόνος. Έπρεπε να πάρεις ξεροκόμματα για χρόνια, να δείξεις πρόσωπο, για να εξαργυρώσεις κάτι στη συνέχεια. Για πολλούς αυτή η συνέχεια δεν ήρθε ποτέ. Μπήκαν στο δημόσιο από την μπρος πόρτα. Όταν απογοητεύθηκαν από τις συνθήκες. Kάποιοι συνεχίζουν να μπαίνουν από την πίσω, ακόμα και τώρα. Υπάρχουν άνθρωποι που πλαστογράφησαν πτυχία έκαναν και άλλες χυδαιότητες. Αν από το σπίτι σου σε μπολιάζουν από νωρίς με το τραγουδάκι ''ο σκοπός αγιάζει τα μέσα'' θα γίνεις και συ μια κατηγορία σκουπιδιού. Ίσως ανακυκλώσιμο, ίσως τοξικό.

Άλλοι πήραν πίπες και ξεβρακώθηκαν για μια θεσούλα ή μια προαγωγή. Άλλοι νόμισαν ότι κουτσοδουλεύοντας και κάνοντας τον δήθεν καλλιτέχνη, θα τη βγάλουν καθαρή μέχρι τα γεράματα, μ’ ένα μικρό νοίκι της γιαγιάς. Πίστεψαν στην αιώνια αναβολή. Έχασαν τα ταξίδια, τα σινιέ ρούχα άνευ νοήματος, τα άπειρα ποτά μετά το σχόλασμα, τα επιμορφωτικά σεμινάρια εκτός έδρας, το ξεζούμισμα στην ανθρωπομηχανή που απαιτεί μόνο την παρουσία σου ατέλειωτες ώρες σε συναντήσεις, παρουσιάσεις, αναλύσεις και brainstorming ή την υπογραφή σου, λίγο την ενδιαφέρει να βελτιστοποιήσει το ποιοτικό αποτέλεσμα και τις συνθήκες για τον άνθρωπο. Όλη αυτή η εμπειρία ήταν η βαθιά κατανόηση του πως λειτουργούν τα πράγματα, εδώ, μια σοφία που κανείς φυγόπονος δεν την απέκτησε ποτέ.

Οδηγούσε και σκεφτόταν ότι η παραγωγική γενιά, σήμερα, χωρίζεται σε αυτούς που εργάζονται και σε όσους απολυμένοι ή εξαρχής άνεργοι, μένουν στο σπίτι αποκλεισμένοι.  Η ατμόσφαιρα είναι ασφυκτική, συχνά γεμάτη μίσος. Η χρόνια γκρίνια των ιστορικών ετών, έχει δώσει τη θέση της σε μια παρακμή ορατή,  που  δηλητηριάζει, εξουθενώνει. Η φτώχεια είναι τόσο ενοχική, όσο και η γεμάτη τσέπη. Τους συμφέρει. Η εξουσία θέλει να γαμάει την ψυχολογία πρώτα απ’όλα. Η οργή όμως είναι κι αυτή ένα χρόνιο συναίσθημα, που τρέφεται στο σκοτάδι. Το μέλλον είναι σίγουρα αβέβαιο.

Τον τελευταίο καιρό δεν είχε όρεξη για φιλοσοφίες. Είχε δει όλα τα ψώνια της γενιάς του να πωλούνται για τρία ευρώ στα ράφια των βιλιοπωλείων, που μαζεύουν διανοούμενους για καφέ και κουτσομπολιό. Τα βράδια έπινε και γρύλλιζε, όχι απαραίτητα με μια σταθερή σειρά.

Φωτογραφία Robert Mapplethorpe
Parrot Tulip in Black Vase

Wednesday, April 03, 2013

Ένας ακήρυκτος πόλεμος


Το ξυπνητήρι άρχισε να χτυπάει με μια αισχρή μελωδία. Το έκλεισε. Οι μελωδίες ή οι δυνατότητες των ρολογιών, δεν ήταν ένα θέμα που τον απασχολούσε ιδιαίτερα. Φυσικά ούτε στα κινητά έδινε σημασία ή σε άλλα ηλεκτρονικά είδη που αποτελούσαν βωμό λατρείας τόσων ανδρών. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν ένας συνηθισμένος τύπος. Αλλά αυτό το λέω εγώ. Αντικειμενικά θα λέγαμε, κατά μια οπτική, δεν ήταν σαν τους άλλους.

Συχνά, ξυπνούσε στη μέση της νύχτας και σκεφτόταν ιστορίες. Όχι γενικά και αόριστα. Παράγραφοι, παράγραφοι, πέρναγαν μπροστά από τα μάτια του στο σκοτάδι, σαν βουβό σινεμά. Ύστερα τις ξεχνούσε. Εκτός κι αν τις σημείωνε. Δεν είχε καμία σημασία. Η ικανότητα να βλέπεις κείμενα είναι ανεξάντλητη.  Άπαξ και σε χτυπήσει κατακούτελα, μένει για πάντα. Σαν τη σχιζοφρένεια. Για πάντα όμως; Υπερβολές στην αναφορά μας στον επινοημένο χρόνο. Πάντως είχε στο κομοδίνο του προφυλακτικά και ένα σημειωματάριο με μολύβι, για παν ενδεχόμενο. 

Θα έστυβε ένα ροζ γκρέιπφρουτ και μετά θα έπινε ένα καφέ με φρέσκο γάλα. Ίσως να έτρωγε και μια φρυγανισμένη φέτα ψωμί, με μέλι. Έμπαινε σέρνοντας τα βήματα του στη ντουζιέρα. Σκουπιζόταν καλά. Ντυνόταν κάζουαλ, με πουλόβερ κασμίρ και τζην. Τελευταία έβαζε τα καλογυαλισμένα, πανάκριβα παπούτσια του. Χειροποίητα, ιταλικά, ταμπά, δετά μποτάκια. Το μόνο άγχος του ήταν να μη λασπωθούνε. Τα είχε πάρει στην αρχή της σαιζόν, ένα Σάββατο. Κάποιο πρωί, που άργησε να αποφασίσει αν του άρεσαν τα συγκεκριμένα, για να κερδίσει χρόνο στο μαγαζί. Να παρατηρήσει με την ησυχία του, όλη την γυναικεία εμμονή σε οτιδήποτε με τιμή βασικού μισθού και άβολο. Τα όμορφα πόδια, μέσα σε πολύχρωμα γοβάκια, γνωστών σχεδιαστών, των δέκα πόντων και πλέον.

Φυσικά και ήταν ένας κλασικός αντιήρωας. Όχι από αυτούς τους τύπους της μόδας, που μιλάνε για ιδανικά και επαναστάσεις, με μια σταλιά μελό νοσταλγικότητας. Τους οικονομικά πονεμένους, τους άνεργους. Επίσημα ήταν πολιτικά ανένταχτος. Στις σπουδές δεν άντεξε καμία κατήχηση, από κανένα πολιτικό χώρο. Δεν ένιωσε καμία εγγύτητα. Τους κορόιδευε όλους. Έκανε πλάκα με μερικούς σημερινούς διευθύνοντες συμβούλους και προέδρους οργανισμών. Συχνά τους είχε βρίσει χυδαία στις γενικές συνελεύσεις της σχολής του. Ήταν όμως υπέρ ενός κράτους δικαίου. Ότι κι αν σήμαινε αυτό.

Ευκατάστατος, με μια μέτρια καλή δουλειά, δεν τελείωσε ποτέ το διδακτορικό του. Αυτή η δουλειά, του ήταν αδιάφορη πια. Το ίδιο και οι συνάδελφοι, απλοί άνθρωποι, συχνά στερημένοι. Τι είχε να πει μαζί τους; Λίγα πολιτικά, που και που. Δεν είχε ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, για να μοιραστεί τις εμπειρίες του. Μια σειρά αποτυχημένες ή λιγότερο αποτυχημένες σχέσεις, ένα διαζύγιο. Ήταν εντάξει με τη συνείδηση του όμως. Δεν ήταν τυχαίο. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στη ζωή.

Σκεφτόταν ένα κείμενο που είχε διαβάσει για τα φτωχά παιδιά.
''Τραυματισμένα παιδιά που με τωρινές επιδείξεις προσπαθούν να υπερκεράσουν το γεγονός της βαθύτατης ανέχειας που συνεχίζει να δρα μέσα τους.''
Δεν είχε γνωρίσει φτωχά παιδιά  ή δεν θυμόταν να είχε συναναστραφεί κανένα. Αυτό που σίγουρα έβλεπε, ήταν παιδιά με μια στερημένη παιδική ηλικία, στερημένη από αναγνώριση και αποδοχή, να συμπεριφέρονται έτσι. Για αυτή καθεαυτή τη φτώχεια δεν είχε λόγια. Την έβλεπε σα μια φυλακή, ένα πεδίο ανασύνταξης και αλλαγής, για την επιβίωση. Ποτέ δεν ξέρεις πως σε διαμορφώνει η φτώχεια και ο πόλεμος. Όλα ορίζονται στο δρόμο.

Περπατώντας τον φυσούσε ο κρουστός ανοιξιάτικος αέρας. Είχε λιακάδα. Στάθηκε. Τα φύλλα του καλλωπιστικού δέντρου στο προαύλιο του μετρό, κινούνταν κάνοντας έναν θεσπέσιο θόρυβο. Έμεινε σα μαλάκας, περί το δεκάλεπτο, να νιώσει την ένταση του αέρα. Ένας μαρμαρωμένος άνθρωπος, εγείρει πάντα υποψίες. Κάπως, σαν τους στρατιώτες της Λεπτής Κόκκινης Γραμμής. Η ομορφιά της φύσης στη μέση του πολέμου. Ενός ακήρυκτου πολέμου. Αυτού που κοιμάσαι, με όλη την νεανική ελαφρότητα που σου έχει απομείνει, που έχεις διατηρήσει με νύχια και με δόντια και ξυπνάς γέρος. Άτονος.

Πρόσφατα κείμενα του, όταν δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Φλοτέρ, είχαν κατηγορηθεί, από μια ανώνυμη, ως επαναλαμβανόμενες ασκήσεις ύφους. Στ’ αρχίδια του. Κάθε Απρίλιο, μαζί με τη γνώριμη αλλεργία, ο ενθουσιασμός για το επερχόμενο καλοκαίρι τον έκανε χαρούμενο. Όχι πια όμως. Αυτό ήταν το σημαντικό νέο. Ποιος την γαμεί την δήθεν επιτυχία; Πήξαμε στον διανοούμενο. Στη μετριότητα της γραφής. Μαζί κι αυτός. Στο ντορβά. Ποτέ πια μετριότητες. Μόνο κλασικοί. Με πυξίδα τα ορόσημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Η εποχή αυτή είναι ένα χωνευτήρι μετριότητας, σκεφτόταν. Με το αλφάδι, πιο πολύ από την τσέπη σου, στοχεύει στο μυαλό σου. Περνάει μια ίσια γραμμή, απ’ την οποία δεν θέλει να εξέχεις, να πρωτοτυπείς, έτσι ή αλλιώς. Όπως μισεί τον γνήσια εστέτ, μισεί και το χαμένο κορμί. Επιβιώνει, με μοναδικό πληρωμένο κόστος, μια διάχυτη γκρίνια. Μια γκρίνια που πνίγει σαν ομίχλη τον αέρα. Μέχρι εκεί. Κι αν κάποιον σιχαίνεται αυτός ο χωροχρόνος, είναι εκείνον που έχει την άνεση να μη σκύβει και πολύ το κεφάλι, ιδεολογικά έστω, να ζει καλύτερα από άλλους χωρίς να είναι πλούσιος, να ταξιδεύει με το μυαλό του σε άλλες θάλασσες. Πουτάνα εποχή, είσαι ο τάφος των νέων διαφωτιστών.

έκλεισες το παράθυρο στον ήλιο
και το σκοτάδι βοηθά τη θλίψη
απέναντι ανθίζει μια βερυκοκιά
στο δρόμο σκούζουνε οι γάτες
και μια σταλιά κόκκινο χώμα έβαψε
τις άσπρες πλάκες του πεζοδρομίου

Η μόνη σταθερά του Αλέξανδρου είναι η φύση. Ήλιος κι αέρας. Τον λατρεύει τον αέρα. Τη βροχή όχι ιδιαίτερα. Μετά από κάποια ηλικία σε βαραίνει. Τον λένε παράξενο που αφαιρείται κοιτώντας έξω από το παράθυρο τις λεύκες του πεζοδρομίου. Ο Αχιλλέας περιμένει στη σκηνή του, νευρικός, να τον φωνάξουν. Να του μηνύσουν ότι είναι απαραίτητος, ότι τον χρειάζονται. Κάθε αντιήρωας που σέβεται τον εαυτό του, βλέπει τέτοια όνειρα  συχνά ή νομίζει ότι βλέπει. Ποιος να τον καλέσει και που να τον χρειαστούν; Τι να τους κάνουν τους βαριεστημένους γενναίους;  Στη σκηνή, ίσως αυτός, να μείνει για πάντα. Αυτός ο πόλεμος είπαμε, είναι ακήρυκτος.


Φωτογραφία Child with hand grenade της Diane Arbus