Sunday, December 22, 2013

Λίγη σκουριά στο απελπισμένο στόμα μου



Παρκάρισα δίπλα στο κολυμβητήριο. Μυρωδιά από χλώριο με μια ιδέα φυκιάδας από το Σαρωνικό. Εκεί ακριβώς που φυλάγαμε σκοπιά κάποτε, στην πύλη της Ναυτικών Δοκίμων.
«Θυμάσαι ρε μαλάκα;»
«Θυμάμαι»
«Θυμάσαι εκείνο το βράδυ που έσερνα το χέρι μου κόντρα στον αδρό τοίχο μέχρι να ματώσει;»
«Θυμάμαι»
Ο ναύτης, που τώρα είχε βάρδια, σε τίποτα δεν θύμιζε τις προσωπογραφίες του Τσαρούχη. Ούτε καν εμάς. Ήταν ξινός και ασουλούπωτος μέσα στο φαρδύ παντελόνι και τον επενδύτη, παλιάτσος με το ζόρι.

Έβαλα κρασί στα ποτήρια και τον χτύπησα στην πλάτη, με το λιγδωμένο χέρι μου. Πριν καθάριζα τηγανητές γαρίδες.
«Στην υγεία σου. Το άξιζες ρε. Σου γάμησα και το ακριβό πουκάμισο.»
Γελάσαμε. Ο Αχιλλέας κι εγώ. Από το δημοτικό μαζί. Όταν ακόμα στις γειτονιές παίζαμε στη μέση του δρόμου ξεχτένιστοι, τάπες, μήλα και κυνηγητό. Ύστερα, μια ζωή παρέα. Πάντα μαζί. Έστριβα τη γωνία και με ρωτούσαν που είναι. Ήταν πιο κάτω, στο περίπτερο κι αγόραζε τσιγάρα, κρυφά. Αυτός πιο γρήγορος σε όλα, πιο συνεπής. Εγώ μια ιδέα κωλοπαιδαράς. Ή έτσι με βόλευε να πιστεύουν.

Από το βάθος του στενού δρόμου, εκείνου που η μπουγάδα του ενός χαιρετάει τις κιλότες της αντροχωρίστρας απέναντι, λες κι είμαστε στη Νάπολη, ή έτσι ακριβώς, ακουγόταν η Μοσχολιού. Τραγουδούσε τα Δειλινά. Καθώς έπλενα τα χέρια μου, στάθηκα παγωμένος για λίγο στον χτύπο του ρολογιού, πίστεψα ότι τον χάνω. Εγώ εδώ, εκείνος ένα τσικ πιο ψηλά. Σαν το καλοκαίρι που γυρίσαμε από το ναυτικό. Η Ελένη με το άσπρο φουστάνι. Ένα τίναγμα στο παρθένο καστανόξανθο μαλλί της και τον μάγκωσε για πάντα. Αχ, Ελένη.

Εκείνος παντρεμένος, εγώ στη γύρα. Ποτά, ξενύχτια, κωλόμπαρα, γκόμενες.
«Συμμαζέψου ρε μαλάκα. Για τη μάνα σου. Βρες ένα καλό κορίτσι.»
Ποτέ δεν γούσταρα τα καλά κορίτσια. Πάταγα στα άκρα. Είτε πουτάνα, εντελώς, του σχοινιού και του παλουκιού, λαϊκιά και μοιραία ταυτόχρονα, να μη ξέρεις ποιος μπαινοβγαίνει σπίτι της, ή της αριστερής διανόησης, λίγο ξιπασμένη, λίγο στο κόμμα, λίγο αγώνας, λίγο μεταμοντέρνα τέχνη, λίγο είσαι πολύ ρηχός για μένα.

Στην εταιρεία είχα ακούσει, συχνά πυκνά, κάτι γλοιώδη ανθρωπάκια να ψιθυρίζουν στις γωνίες:
«Ο Αχιλλέας έβαλε πλάτη να έρθει»
Η αλήθεια είναι ότι μίλησε για μένα, όχι ότι μου έλειπε πτυχίο ή γλώσσες ή εμπειρία. Εγώ ήμουν και Βιολόγος, είχα και μια σχέση με το αντικείμενο. Αυτοί που με έθαβαν, δεν είχαν κανένα χαρτί στο χέρι. Κομπλεξικά υπαλληλάκια με μπόνους, ταξίδια σε συνέδρια και κάνα μουνί, όλο τουπέ, στα νοσοκομεία, να τους κουνιέται. Τώρα που ο Αχιλλέας έγινε προϊστάμενος, κανείς δεν τόλμαγε να σχολιάσει τη συνεργασία μας. Τη φιλία μας. Τα βλέμματα πέταγαν στιλέτα, αλλά η γλώσσα έγλειφε, κρύβοντας με επιμέλεια, τα δόντια που διοχετεύουν δηλητήριο, όπως στα σωληνόγλυφα φίδια.

Οι μέρες πριν τις γιορτές έτρεχαν κατοστάρι. Να πιάσουμε τους στόχους, να πιάσουμε όλους τους στόχους. Το βράδυ έξω από τα γραφεία της εταιρείας, έστριβα ένα τσιγάρο, κοίταγα τον ουρανό, το φεγγάρι είχε στεφάνι, χιονιάς, θυμόμουν τον ψαρά παππού μου. Κούμπωνα το παλτό και πίσω σπίτι, τα μάτια μου πιο θολά από ανακατεμένο βυθό, το πουλί μου πεθαμένο, εκεί ανάμεσα στα σκέλια, κουλουριασμένο αδιάφορα. Καμιά διάθεση να γλεντήσω την κούραση. Αντίλαλος που σου τρυπάει το τύμπανο η φωνή του:
«Να πιάσουμε τους στόχους»

Ούτε που πρόσεξα την αλλαγή στο βλέμμα του, τη ματιά του αφεντικού που μας έπαιρνε τα μέτρα, όπως ο νεκροθάφτης. Ούτε που άκουσα το αρχικό τρέμουλο στη φωνή, στις συναντήσεις της Δευτέρας, έχουμε μείνει πίσω στους στόχους, τα κεντρικά μας πιέζουν, δεν τρέχετε αρκετά, τρέχουμε τώρα. Ούτε που θυμάμαι, πότε η φωνή αυτή σκλήρυνε και ήχησε στην γενική βουβαμάρα σα μαστίγιο που σκίζει τη σιωπή, δεν θα ανεχτώ άλλο αυτή την αδράνεια, την έλλειψη κινητοποίησης, την έλλειψη πρωτοβουλίας, δεν έχετε φιλοδοξία μέσα σας, δεν έχετε αίμα να κυλάει στις φλέβες σας, δεν ξέρω αν σας αξίζει να βρίσκεστε εδώ, γαμώ την πολυεθνική μου μέσα. Χτύπησε το χέρι πάνω στο καρυδένιο, πανάκριβο, χειροποίητο τραπέζι απ’ το Σαρίδη, μέσα στο μαυσωλείο των εταιρικών συναντήσεων. Ένα κρυστάλλινο ποτήρι έσκασε με φόρα στο πάτωμα κι έγινε χίλια κομμάτια. Στο μαυσωλείο οι πεθαμένοι κατάπιαν την φωνή τους. Τα μάτια μου καρφώθηκαν στο πρόσωπό του. Μπροστά μου είχα έναν ξένο άνθρωπο. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Ανάσαινα το λιγοστό οξυγόνο, προσπαθώντας να νιώσω τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Έπεφτα και έπεφτα από το Έβερεστ τουλάχιστον, εκεί δεν είναι που το οξυγόνο είναι αραιό;  Έπεφτα στο απροσδιόριστο κενό μιας γκρίζας απαρχής. Ο χαρταετός στον πίνακα του Βασιλείου που κεντράριζα, μήπως με συνεφέρει, είχε κοπεί και βυθιζόταν, σε ένα απεγνωσμένο μακροβούτι, εκεί, μπροστά στα μάτια μου.

Παραμονή Χριστουγέννων, χωρίς προσκλήσεις ιδιαίτερες, για φαγητό και χαρτί, σπίτι του. Ανάμεσα σε ‘κείνον και μένα μια ηχηρή ανοικειότητα. Πως πάγωνα τη συμπεριφορά μου όταν ήθελα να χωρίσω σε μια σχέση που πέρναγα γενικά καλά; E κάπως έτσι. Δυο τρεις κουβέντες τυπικές περί ανέμων και υδάτων. Μικρές παύσεις που σου σφίγγουν το στομάχι. Στο τρίτο ουίσκι, μου είπε στο αυτί:
 «Τώρα που έχεις άδεια, να πούμε δυο λόγια, οι δυο μας, εκτός γραφείου, όπως παλιά»
«Παίδες, κουράστηκα, την κάνω» είπα απότομα.
«Κάτσε ρε, είσαι καλά, που πας, χαλάς  το παιχνίδι»
«Κουράστηκα, σώνει, πάω για ύπνο. Εμείς οι δύο, αύριο, Χριστούγεννα ανήμερα. Ελενίτσα καληνύχτα και καλή μας τύχη.»
Σήκωσα το ποτήρι κι ήπια δυο, τρεις γουλιές μαζεμένα.  Πέταξα τα χαρτιά πάνω στην τσόχα. Ήταν άσσος, ρήγας, ντάμα, βαλές, δέκα, κούπα.

Το σούρουπο στο λιμανάκι, μπροστά στο ξωκλήσι του Αη Νικόλα στην Ηλεκτρική, είχα σούρει τα βήματα μου, βήματα κατάδικου, όχι εορταστικά, βήματα που σκόνταψαν στις πέτρες τα δετά ιταλικά μποτάκια μου. Βήματα πικρά, που δεν ξεπλένει ούτε το ξερό κρύο, ούτε τα χίλια κινέζικα λαμπιόνια του βλαχοδήμαρχου, ούτε ο ήλιος που ξεπέφτει πίσω απ’ την Ψυττάλεια. Βήματα προς το ικρίωμα της ιστορίας, το τέλος της αθωότητας, το νυν τελεία και παύλα. Βήματα που το ένα αναιρεί το άλλο, σε σημείο να βλαστημάς την ώρα και τη στιγμή που ξεκίνησες, που έφτασες στο ξύλινο παγκάκι, που καρφώθηκες στον τύπο που ψαρεύει, ψαρεύει μέσα στο ψοφόκρυο ο ψυχάκιας Χριστουγεννιάτικα στο βρωμολίμανο, να βλαστημάς την ώρα που δεν έστειλες ένα μήνυμα, άκυρο μαν τα λέμε άλλη μέρα, χρόνια πολλά, από ψυχής, ξέρεις αυτή τη μαύρη, μέσα βαθιά μέσα μου.

Έπειτα το μόνο που θυμάμαι είναι τα άδεια μάτια του, μάτια νεκρά, μάτια που σκότωσαν ό,τι είχαν από ευαισθησία για να πουν μερικές σάπιες από καιρό κουβέντες, αυτές που έπρεπε να ειπωθούν, μηχανικά, για λόγους περικοπών κάποιος θα έφευγε, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο δύσκολο ήταν, βασανίζομαι καιρό, διάλεξα εσένα, είμαστε φίλοι τόσα χρόνια, εσύ θα καταλάβεις, δεν θα μου κρατήσεις κακία, είσαι μόνος σου Πάτροκλε, δεν έχεις ανάγκη, είσαι δυνατός, θα τα καταφέρεις, πάντα τα κατάφερνες, πάντα ήσουν ο πιο μάγκας, θαυμάζω πως είσαι μόνος σου, τον τρόπο που στέκεσαι αγέρωχος, που ζεις τη ζωή σου, που είσαι ελεύθερος.

Τα άδεια μάτια του με κρατάνε ακίνητο να υπομένω μια γλώσσα που παραληρεί. Το μόνο που θυμάμαι, είναι τα χέρια μου στο λαιμό του. Η έκφραση στα μάτια ίδια. Το στόμα σωπαίνει πια. Τίποτα, τίποτα, πέρα από ένα γλάρο που κρώζει μίλια πέρα, δεν ακούγεται. Τα μάτια του νεκρά με κοιτάνε σα να μην είμαι εκεί. Δεν υπάρχω. Ξεσφίγγω τα χέρια και τρέχω μακριά, στο σκοτάδι μιας νύχτας μεταλλικής, χωρίς ελπίδα, λίγη σκουριά μόνο, η γεύση στο απελπισμένο στόμα μου.

Wednesday, November 06, 2013

Το απολιθωμένο γεγονός



Αυτό το στρώμα ήταν ο παγκόσμιος χάρτης της πρόσφατης ζωής της. Έχασκε άστρωτο εδώ και καιρό. Στην άκρη, απ’ τη μεριά εκείνου, έβλεπε ξεκάθαρα σταγόνες από κιτρινισμένο ιδρώτα. Λίγες κοντές τρίχες, σφηνωμένες στο ύφασμα. Δυο σκονισμένα ίχνη στο πλάι, από μια κλωτσιά που είχε ρίξει με το παπούτσι της, ένα Σαββάτο βράδυ. Αχνά περιγράμματα, από τα δυο σώματα αγκαλιασμένα, κουλουριασμένα σε εμβρυακή στάση, αποτραβηγμένα στις γωνιές. Το στρώμα είναι η διαρκής μνήμη. Μνημείο πεσόντων, που δεν τιμάει κανείς τις γιορτές. Χωρίς λουλούδια και καντήλι. Κι’ όμως, μπροστά του, στέκει συχνά, κοκαλωμένη, στα γόνατα πεσμένη, σε στάση προσευχής, έξι μήνες τώρα και κλαίει σιωπηρά, για ώρες. Εκεί, πάνω στο ξύλινο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας θα την πάρει ο ύπνος. Θα κοιμηθεί αποκαμωμένη στην γωνιά, σα δαρμένο σκυλί. Στον καναπέ του σαλονιού. Σε  κάποιο ξένο κρεβάτι. Αφού έχει πιει πολύ. Εδώ και έξι μήνες πίνει. Πίνει μέχρι να ξεχνάει το όνομά της. Μέχρι την γραμμή αυτή, που σε απελευθερώνει από ταυτότητα κι αρχίζεις να κατασκευάζεις ψεύτικες ιστορίες για την πάρτη σου. Πότε πιο δραματικές, πότε πιο επικές, μιλώντας –ανάλογα τον ακροατή-για γεγονότα που συγκινούν. Καθαρό δράμα, πάνω από ένα μισογεμάτο ποτήρι, πλέκεται στα χέρια μιας τσακισμένης γυναίκας.

Τις κρύες νύχτες κάτω απ’ την Ακρόπολη, στο δρόμο προς το σπίτι, ακούει στο πλακόστρωτο τον χτύπο των παπουτσιών της. Φωτίζει η νύχτα, μια βουβαμάρα σκληρή. Σφίγγει το μάλλινο κασκόλ γύρω από τον ψηλό λαιμό, σαν θηλιά. Η ενοχή των εγκαταλελειμμένων ανθρώπων. Γιατί σ’ εμένα; Τι έκανα λάθος; Πως δεν  το είδα να έρχεται; Και έπειτα, δεν πα να γαμηθείτε όλοι σας.
Στο τέλος της Διονυσίου Αρεοπαγίτου σταματάει ξαφνικά η σιωπή. Φαρμακείο, μαγαζιά, ταβέρνες. Σε ένα στενό αριστερά το Θέατρο του Κουν, ένα μικρό ανθοπωλείο που της είχε πάρει πριν την παράσταση, ένα μονό τριαντάφυλλο, δεξιά η Σφενδόνη που είχαν δει την Κούκλα του Χατζηγιαννίδη και το Ρίτερ, Ντένε, Φoς, το Ντουέντε που τα έπιναν. Εκεί κι ένας μεγάλος κάδος σκουπιδιών. Ο αγαπημένος της. Άφηνε τα βράδια, ανέπαφες, όλες τις σοκολάτες που είχε ήδη αγοράσει, όταν άρχιζε δίαιτα. Ξαναγύριζε να δει αν έλειπαν. Άφαντες. Τα όσπρια, όταν τον ενοχλούσε το στομάχι του. Εκεί και τα παλιά ρούχα, τις ντεμοντέ κουβέρτες Βέτλανς Νάουσα που έφερε απ’ τα φοιτητικά του χρόνια. Ο άστεγος στη Νίκης  δεν τις πρόλαβε, κουλουριαζόταν σε ένα δικό του ελαφρύ υπνόσακο. Ακόμα κι όταν χιόνισε.

Σήμερα, όσο και να ζάλισε τη σκέψη της, δεν θυμήθηκε κάτι να περισσεύει. Μέσα στον κάδο είναι βουτηγμένο ένα αγόρι. Δίπλα του, στο σκοτάδι, ένας άντρας, επιτηρεί σχεδόν. Δεν βλέπει καλά τα πρόσωπα τους στο λιγοστό φως, μόνο σκιές. Δεν ακούγεται κουβέντα. Μόνο το ψάξιμο που τρίζει. Αυτό που σου θερίζει τα σωθικά. Το ψάξιμο της πείνας.
Γυρίζει απότομα να φύγει κι έπειτα αλλάζει γνώμη, τους φωνάζει:
''Έχω ένα στρώμα να σας δώσω, το θέλετε;''
Καμιά απόκριση.
''Αμερικάνικο στρώμα, από τα ακριβά, αυτά που παίρνουν το σχήμα του σώματος σου.''
Καμία απόκριση.
''Ελάτε, λέει, σιγανά τώρα, ψιθυριστά, σχεδόν συνωμοτικά, μένω εδώ παραδίπλα, αν σας κάνει, το παίρνετε.''
Οι άντρες την ακολουθούν. Θα έπρεπε να φοβάται.  Όμως έχει μια έξαψη. Ανοίγει την πόρτα της. Περνάνε μέσα και το φορτώνουν στις πλάτες. Καμιά κουβέντα. Μόνο ένα αχνό χαμόγελο στο μελαχρινό πρόσωπο του αγοριού. Ρίχνει λίγο νερό στα μούτρα της και χύνεται στο δρόμο, στο κατόπι τους. Τέσσερα χέρια πασχίζουν να μεταφέρουν ένα στρώμα. Από την Πλάκα στην Αχαρνών, στα χέρια. Μια ιστορία ξαπλωμένη σε τέσσερα ξένα χέρια. Βλέπει τα κορμιά που θα κοιμηθούν ξανά. Στο τέρμα της διαδρομής μια ψιχάλα την πετυχαίνει στο μέτωπο. Κοιτάει τον ουρανό, κατράμι πίσσα. Θυμάται ένα ποίημα.

Στις ακουαρέλες του ζωγράφου
το ψιλόβροχο
αγνοεί τις λαϊκές συνοικίες.
Στην κορυφή
ενός απολιθωμένου γεγονότος
κάτω απ’ τις σημαίες
φυτρώνει το δάκρυ των φτωχών.

Η πιο ακραία διαμαρτυρία είναι η σιωπή.
Δεν την αντέχεις.


Θέλει να ουρλιάξει στη σιωπή.



Το ποίημα είναι το:

Ανέκφραστοι

Του Αντώνη Αντωνάκου από το Φθινόπωρο του Στρατιώτη
απ' όπου και ο τίτλος

φωτογραφία Henri Cartier-Bresson

Wednesday, October 16, 2013

Σε βλέπω στο ποτήρι μου






Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω
στο γυαλί της λάμπας.
«Πώς γίνεται αυτό;» ρώταγες. Μα ήταν τόσο απλό
αφού μ’ αγαπούσες.

Τ. Λειβαδίτης




τις πρώτες μέρες του φθινοπώρου, περπατούσαμε στις μύτες, πάνω στο γυαλί της λάμπας, μιλώντας για τις αγωνίες μας, μέσα σε ποτήρια μισογεμάτα, εσύ, εγώ, αυτή κι ο άλλος. Δεν κόμπιαζαν οι λέξεις στις στροφές των τραγουδιών, τα χέρια λύθηκαν, έπαιξαν οι άκρες των δακτύλων κι ένας νοτιάς βραχνός, σχεδόν άρρωστος, πήγε να καπελώσει την εποχή



-1-
Η Βαρβάκειος είναι γεμάτη τα μεσημέρια. Άνθρωποι πεινασμένοι ολόγυρα, δεν έχουν κάποιον να τους περιμένει ή έχουν τον λάθος άνθρωπο να περιμένει. ‘Έτοιμοι να πιουν για να ξεχάσουν σε ένα συναδελφικό ώμο, τρώνε και κελαηδάνε. Έχουν δουλειά, ο ήλιος ζεσταίνει τις μέρες του φθινοπώρου, τα πόδια τους κρατάνε γερά. Δίπλα πεταμένα  απομεινάρια σφαγίων. Μια γάτα σκαλίζει με το χέρι της μια ντάνα από σκουπίδια.
Δεν είναι εδώ η Δύση που έψαχνες να βρεις ομορφιά μου. Να κοιτάς ψηλά, κάτω ο δρόμος είναι πιτσιλισμένος αίμα.

-2-
Υπάρχει ένα καφενείο στο Πέραμα. Εκεί που συζητάγαμε, πίναμε, με τις ώρες, δεν θυμάμαι πια τι. Θα το πω, το αλλοτινά δικό μας καφενείο. Εσύ μπορεί να το μετονομάσεις σε ό,τι επιθυμείς. Καφενείο η καύλα, καφενείο η πνευματική γαλήνη, καφενείο θα σας φέρνω όλες εδώ. Ηρεμία και τα μαγικό περίπτερο απέναντι. Νομίζω δεν είσαι πια αυτός που παρουσιαζόσουν. Πέσανε οι μάσκες των ρόλων.  Εγώ είμαι ίδια κι απαράλλακτη. Οι νότες μου έπαιζαν ακόμα την αρχή μιας συμφωνίας. Η μουσική μας συντροφεύει, δίπλα στις λεωφόρους, μέσα στα καφενεία, πάνω στα στρώματα. Αλλάζει ο τόνος, το ρεπερτόριο ξεφτίζει, αλλά υπάρχει πάντα μια νότα κλεμμένη, ένα σιγοψιθύρισμα που σου τρυπάει τον εγκέφαλο. 
Αυτή τη φορά σε εκτέλεση που αρέσει αποκλειστικά σε μένα.

-3-
Όταν πρωτογνωρίσαμε τον Τάσο, το πρώτο πράγμα που μας είπε ήταν, δεν έχω πτυχία και δεν διαβάζω βιβλία, δεν διάβασα ποτέ μου. Πάντα μου άρεσε η δουλειά και τα μαστορέματα. Εξωτερικά είναι ένας κανονικός τύπος από τα βόρεια προάστεια. Εκεί που τα πίναμε στο Ψυχικό, μας έλεγε πως δεν καταλαβαίνει όσους τρομάζουν από τη δουλειά, όσους βαρυγκωμούν κάθε πρωί για το γραφείο. Αυτοστιγμεί άκουσα την πλατινέ ξανθιά του πίσω τραπεζιού να λέει στις φίλες της, δεν τον φοβάμαι τον άντρα μου, η συντέλεια του κόσμου να έρθει, θα βρει τρόπο να δουλέψει, θα βρει τρόπο, με κάθε μέσο, να φέρει χρήματα στο σπίτι. Ύστερα άρχισαν να αναλύουν το βάθος του άντρα Ιχθύ. Τρεις ξανθιές ντεκαπαρισμένες μίλαγαν για βάθος και ψυχανάλυση χαρακτήρων πάνω από τον καπουτσίνο τους. Αν είχε ντελβέ, το επόμενο βήμα θα ήταν να γυρίσουν το φλιτζάνι.
Για να γυρίσουμε και πάλι στον Τάσο, που μας κέρασε και όλα τα ποτά, σημειώνω ότι πιστεύει στους ανθρώπους με αρχίδια. Όπως η μάνα του, που είχε μόνη της, μεγάλη μεταφορική εταιρεία και τη σεβόταν όλη η πιάτσα. Παρά την μπέσα και την ευγένεια της, κάποιος κατάφερε να της τη φέρει. Σημεία των καιρών. Ρε συ, μου λέει, δε θα σου γράφω πια σε greeklish τα μηνύματα, αλλά θέλω να μου διορθώνεις τα ορθογραφικά μου λάθη. Η ευαισθησία του μου καρφώθηκε στο μέτωπο. Ας πιούμε στη νίκη των αληθινών.
Θυμήθηκα κάτι αγοράκια με ψηλά τη μύτη, που φαντασιώνονται τις ιδανικές εργασίες, πόστα που δεν υπάρχουν ή δεν είναι διαθέσιμα για την πάρτη τους. Άλλο ένα τζιν τόνικ φίλε. Ζούμε σε μια εποχή μπετόν αρμέ, φτιαγμένη για ανθρώπους που τα πόδια τους πατάνε στη γη. Που ο καθρέφτης τους δείχνει την αγουροξυπνημένη μάπα τους, ακριβώς όπως είναι. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. 
Πόσα πριγκιπόπουλα, πόσα αγνά χωριατόπαιδα, δεν καταπίνει ολάκερα για κολατσιό, ο δράκος των ημερών.

-4-
Στα πεταχτά κάθισε μαζί μας στο Dark Sun, να πει ένα γεια η Βιολέτα. Την κερνάμε ένα σφηνάκι τεκίλα. Μαύρα ρούχα, τατουάζ με τέρατα, βαρύ μακιγιάζ, μαύρα νύχια, σκουλαρίκια παντού και μπότες Μάρτινς. Δεν ήταν και δύσκολο να καταλάβεις τι μουσική άκουγε. Άρχισε να μιλάει για τις τούφες από ανθρώπινα μαλλιά, που χορεύουν τη νύχτα στα άδεια ασκούπιστα βαγόνια του μετρό. Στο μακάβριο χορό, μπλέκουν μαλλιά με μαλλιά ξένα και πορεύονται μαζί, εκεί στο  πάτωμα του συρμού. Η Βιολέτα μαζεύει τις τούφες κρυφά και με πλαστικά γάντια. Ξεπατικώνοντας την, από ένα σαρακοφαγωμένο εγχειρίδιο μαύρης μαγείας που κάποτε αγόρασε στο Μοναστηράκι, κάνει ό,τι τελετή μπορεί. Δένει, λύνει και καρφώνει. Για να περνάει η ώρα της. Άνεργη σατανίστρια της πλάκας. Εξασκείται στα κουτουρού.
Ονειρεύτηκα αμφιθέατρα γεμάτα από φοιτήτριες να σφαδάζουν στα έδρανα αναίτια. Αγόρια να σκοντάφτουν στα ραντεβού τους. Ζευγάρια να μη μπορούν να σταυρώσουν οργασμό στο άνθος της καυλωμένης νιότης τους. Χεβυμεταλλάδες να δίνουν κουτουλιές στους τοίχους των σπιτιών τους. 
Η αδέσποτη μαγεία θα μας γονατίσει στο τέλος όλους.

-5-
Η αγορά στην Αίγινα είναι κλειστή, έχει πάει έντεκα και, τη νύχτα, όμως η ταβέρνα του Μπάμπη ακούγεται μέχρι το λιμάνι. Φωνές και μουσική. Ο George De Koutali,  μια χαρούμενη φιγούρα, σκέτος ήρωας του Ουγκώ, χτυπάει ρυθμικά τα κουταλάκια του. Η μπλούζα που φοράει γράφει όνομα και ιδιότητα. Ο μικροφωνισμός πανηγυριώτικος, αλλά τέτοια ώρα, μέσα στο κέφι του κρασιού που ρέει, γελάς, ξεκαρδίζεσαι. Η παρέα κοιτάει τα γερόντια να βαλσάρουν στη μέση του δρόμου, εκστατικοί, τουρίστες στον ίδιο τους τον τόπο. Τα δυο σου χέρια πήρανε, βεργούλες και με δείρανε. Χαμογελάς με τον ογδοντάρη κύριο που χορεύει καρσιλαμά και λέει πικάντικα αστεία, σαστίζεις που είπε πως είναι ευτυχισμένος, γιατί έγινε πατέρας-λέει-σήμερα, που για αυτόν το σεξ είναι το μυστικό της μακροζωίας, που οι νιτσεράδες του αυτόματου πωλητή δεν τον ενδιαφέρουν, μόνο το Viagra. Παράξενος τύπος. Όχι πια άλλα χαμένα χρόνια, αναφωνεί. Μου χαϊδεύεις το πόδι. Δε φοράμε τα καλά μας, ο αέρας μας ανακάτεψε τα μαλλιά, φοράμε το γέλιο μας. Τα πρόσωπα που ξεκαρδίζονται σου σπαράζουν την ψυχή. Με λες ματάκια μου. Η ευτυχία σε κάνει ευσυγκίνητο, τόσο ώστε να πιείς και δυο ποτά ακόμη. Αλκοόλ ως το ξημέρωμα. Με τα πόδια ανοιχτά στην κουκέτα, θα ονειρευτώ μέσα στο μεθύσι μου κάτι κοφτές κουβέντες για τριήμερα στην Βόρεια Εύβοια με τη σκηνή, γυμνοί μπροστά στο Αιγαίο, κάτι για φωτιές να μας ζεστάνουν, κάτι ο κώλος σου είναι μια πατρίδα και το μουνί σου φυλακή. 
Αντίο ζωή, αν τα θυμάμαι όλα αύριο.


 Η φωτογραφία του Clay Williams

Monday, September 23, 2013

Ισόβια

είχε καταδικαστεί
να τον αποφεύγουν
όπως ο διάολος το λιβάνι

από τα μονοπάτια της Αγίας Άννας
ως τη λόζα του νησιού
μύριζε η ανάσα του
σκληρή αλήθεια
και σκέψεις βαριές
ασήκωτες
μολύβια
κι' όσο να πεις
το καλοκαίρι στα νησιά
είναι για χάχανα

άντε και καμιά
γυμνή ψωλή
σε κοινή θέα



στην Ελένη

φωτογραφία Henri Cartier Bresson

Sunday, September 01, 2013

Eδώ


Πάνω σε ένα βράχο, τραχύ, από αυτούς που δεν σκαρφαλώνονται με άμαθα γυμνά πόδια και κόβουν σαν λεπίδια, ακούμπησε τον καπνό του. Ήταν περίεργο, αλλά μέσα σε αυτό το καλοκαίρι των θυελλωδών ανέμων, η μέρα ήταν άπνοη.  Ξεψυχισμένη. Η θάλασσα γυαλί ή μάλλον χάντρα θαλασσιά, για το μάτι που βασκάνει. Ο ποιητής μέσα του αηδιάζει.
‘Άκου το μάτι. Ρε μαλάκα ή είσαι άπιστος ή δεν είσαι.’ Τελοσπάντων, δεν φυσάει καθόλου.

Η αφόρητη ζέστη σε άπνοια, είναι ο διχασμός ανάμεσα στην όρμη να βουτήξει στο νερό και την πακτωμένη ανάγκη να σταθεί ακίνητος, λιώνοντας στο χρόνο, παγώνοντας τη στιγμή. Ο ιδρώτας στάζει απ’ το μέτωπο, απ’ το στήθος, τις μασχάλες, τ’ αρχίδια. Μικρές σταγόνες ποτίζουν τις κροκάλες. Η μία μετά την επόμενη. Και το τσιγάρο μισοτελειώνει ανάμεσα στα κιτρινισμένα δάκτυλα. 
 
Η φιλοδοξία πεταρίζει μπροστά στα μάτια, σαν αποκόλληση.  Μια γραμμή θολή και μπλε, σε άλλο σημείο κάθε φορά. Κλείνει τα μάτια σφικτά. Εξαφανίστηκε. Η φιλοδοξία, η αισιοδοξία, η δόξα, η λόξα, λέξεις, καμία σημασία δεν έχουν. Εδώ και τώρα. Μπροστά στα πόδια του ένα κύμα στριφογυρίζει το γέρο αχινό στον αφρό. Πεθαίνει. Δεν μπορεί να προσκολληθεί πια. Πεθαίνει. Άλλαξε χρώμα ήδη. Μίκρυναν τα αγκάθια του με τον καιρό, έπαψε να είναι ο αχινός που ήταν. Ήρθε η ώρα να δει τον έξω κόσμο, τελετουργικά. Ένας τελευταίος χορός.

 Εδώ και τώρα, είναι τα στήθη της. Μαλακά, στητά, γυμνά. Τα ζουλά και ζωντανεύουν. Η μικρή μελανιά απ’ τα δάκτυλα παραμένει εκεί. Σημάδι ότι πέρασε. Και η μανία μεταφυσική. Η αγριότητα, του μέσα στο κατακαλόκαιρο, έξω στην φύση. Η βία που απομένει ανάμεσα τους, όταν γδέρνει το τοπίο κάθε επίστρωση βρωμιάς. Κι η μικρή κραυγή, ‘μη πρόσεξε, μη λερώσεις το καθαρό σεντόνι, έλα, πάνω μου’.

Οι σπηλιές, να τη στριμώξει, οι γωνίες στα μονοπάτια, να της αγγίξει τα γόνατα. Να σκύψει στα σκαλιά να γλείψει τις κλειδώσεις. Ας μείνει εδώ. Εδώ είναι το νυν και το αεί.  Στο βάθος, κοράκια κρώζουν τον πόθο και το θάνατο. Εδώ είναι η ζωή. Στο άγριο κατσίκι που στάθηκε στην άκρη του γκρεμού να δει το ηλιοβασίλεμα. Δεν τον πιστεύει κανείς. Λυρικότητες κι αηδίες. Κι όμως στάθηκε. Κι όμως το είδε. Παραμιλούσε, παραπατώντας. Θυμήθηκε τη σκηνή, πολύ αργότερα, στο κέντρο υγείας, που τον μετέφεραν με ηλίαση και ένα μεγάλο καρούμπαλο στο μέτωπο. Ο γελοίος.