Tuesday, December 18, 2007

Δεν έχουμε που αλλού να μείνουμε

Όπως άριστα στην ροή του ποιητικού της λόγου,
επισημαίνει η καλλιτέχνης διαφαίνεται υπαρκτό

Το πρόβλημα της στέγης

Κύριε
μη μας πάρεις κι’ άλλο
τις απώλειες μας.

Δεν έχουμε που αλλού να μείνουμε.

Κική Δημουλά
Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως


Για μας τους άστεγους της ζωής, τους μετρούντες τις απώλειες σε βάθος χρόνου, συνάμα και οπής στο δόλιο σαρκίο, τους στενάζοντες, τους κραυγάζοντες την φανερή διάτρηση μας, το λόγια της ηχούν σαν μια ειλικρινής δήλωση συμπάσχοντος του πόνου, συγκάτοικου του τόπου.
Καθώς η ανάμνηση της απωλείας αποτελεί τόπο που μας εκχωρείται δικαιωματικά και από επιλογή, για όσο επιθυμείται η παραμονή ή η περιδιάβαση του όταν αυτή καθίσταται αναγκαία,
Δεν έχουμε που αλλού να μείνουμε.

Sunday, December 09, 2007

Ιθαγενής


Έστειλα μια φωτογραφία σε ένα φίλο μου που βρίσκεται στη Ρίγα για το σαββατοκύριακο, μέσω email. Μου απάντησε και στο τέλος της απάντησης του ήταν γραμμένο:

Sent from my iPhone

Νωρίτερα είχα διαβάσει σε ένα από τα δύο μεγάλα free press, τα γνωστά ντε, ένα σχόλιο. Διατύπωνε την απορία πότε και ποιος παροχέας κινητής τηλεφωνίας θα φέρει το iPhone επίσημα και με ποιους όρους. Το σχόλιο του έκλεινε λέγοντας, ότι πρέπει να λυθεί αυτό το θέμα και να πάψουν να φέρονται οι εταιρείες όπως οι κατακτητές στους ιθαγενείς με τα καθρεπτάκια.
Με μια αργή σύνδεση να σέρνεται και την απογοήτευση ότι στη δύσκολη περιοχή που μένω δίπλα στη θάλασσα δεν γίνεται να με συνδέσουν με τις νέες δεδομένες ταχύτητες, μετά από τέσσερις μήνες προσπάθεια, θα πάρω πίσω τα χρήματα μου αύριο. Ο φίλος μου έχει ένα θαυμάσιο βραβευμένο blog, γεμάτο βίντεο και φωτογραφίες, που κάθε του link έχει απαιτήσεις κανονικής ταχύτητας. Συχνά δεν μπορώ να δω παραπέρα από την πρώτη σελίδα. Εκείνος βέβαια είναι λήμμα στο wikipedia πια και πως άλλωστε θα ήταν διαφορετικά, όταν εγώ είμαι και αισθάνομαι κανονικός ιθαγενής. Μόνο που δυστυχώς, ούτε καθρεπτάκια δεν έχω μαζέψει τόσα χρόνια.


Η φωτογραφία από το Μαρόκο, δανεισμένη από άλλο φίλο.
Τα παιδιά μια χαρά τα βλέπω μέσα στο γιουσουρούμ με τον καθρέπτη.

Saturday, December 01, 2007

Πρόσωπο με ιστορία


Σε μικρή ηλικία θεωρούσα ότι η ζωγραφική είναι μια τέχνη που το χάρισμα της είναι μεγαλειώδες, αλλά αν δεν το έχεις δύσκολα σε αφορά ο κόσμος της. Απλά, μια μουσική σύνθεση είναι πολύ ανώτερη από ένα ζωγραφικό πίνακα. Όντας και άνθρωπος των άκρων, είχα πιστέψει ότι η ζωγραφική αποκλείεται ποτέ να με συγκινήσει. Ευτυχώς είχα πιστέψει λάθος. Χρόνια αργότερα στην Tate Gallery, μπροστά στους πίνακες του Blake, ένιωσα την ψυχή μου να σφίγγεται και αδρεναλίνη να με κυριεύει. Άρχισε λοιπόν μια συνομιλία με μια τέχνη σιωπηλή μα παράλληλα τόσο αφηγηματική.
Πρωτοβλέποντας του πίνακες του Ρόρρη αποφάσισα ότι και εδώ, εν ζωή, υπήρχε ένας ζωγράφος ο οποίος με ενδιέφερε πολύ. Τα σκοτεινά δωμάτια και τα σοβαρά του πρόσωπα ανέδυαν μια διαπεραστική μελαγχολία. Την αίσθηση ότι τους ανθρώπους αυτούς η ζωή τους έχει καθίσει μπροστά στον καλλιτέχνη, πάνω στις μπορντό, φθαρμένες, βελουδένιες πολυθρόνες, για να πουν μια ιστορία. Την προσωπική ιστορία, που διηγούνται το βλέμμα, το πρόσωπο, η γύμνια και η στάση του σώματος τους.
Οι άνθρωποι του έχουν παρελθόν και φθορά. Κουβαλώντας το βίωμα τους σαν φορτίο που τους βαραίνει,τους καθηλώνει κυριολεκτικά, συστήνονται αποκαλύπτοντας ότι οι ιστορίες είναι γραμμένες για να ειπωθούν, να φύγουν από την αφάνεια.

Wednesday, November 28, 2007

Αίμα Κακό


Ο Άρης Ρέτσος, ο πιο μυστηριώδης εν ενεργεία ηθοποιός της σειράς του, εξακολουθεί να επισημαίνει αυτά που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα, εντυπωσιάζοντας.
Από την Αστροφεγγιά και την φυματίωση, στον κλόουν του Αίμα Κακό, ίσως υπάρχει για να παίζει θέατρο μόνος και να περιμένει ένα σπίτι σε νησί.



Iδιορρυθμίες: Σκηνοθετικά κι ερμηνευτικά, στο «Aίμα κακό» η οπτική δίνει μόνο μια ιδέα από το βάθος και το βάρος των νοημάτων του έργου. Eίναι τόσο προκλητικά ερμηνευτικά τα νοήματα, που θα μπορούσε κάποιος, ναρκισσευόμενος ή εκμεταλλευόμενος αυτή την ποιότητα, να ανέβει στη σκηνή τον Nοέμβριο και να κατέβει τον Iούλιο... Aν θες να κάνεις τον ιδιόρρυθμο ηθοποιό, μπορεί ο στίχος του Pεμπό «ο πλούτος ήταν πάντα δημόσιο αγαθό» να παίζεται ένα μήνα. Άλλον ένα το «η κραιπάλη είναι βλακεία, βλακεία και η διαφθορά. Πρέπει να παταχθεί η σαπίλα». Kάθε στίχος και μια διατριβή... Aλλά τότε θα πρέπει να κατασκηνώσουν οι θεατές και να φέρουν και τα αντηλιακά τους... Aυτό στην Aθήνα δεν μπορείς να το κάνεις, μόνο αν έχεις ένα σπίτι σε νησί...

Tο κοινό: Να πάψει να θαυμάζει μόνο και να αρχίσει στο χώρο της τέχνης να ενδιαφέρεται για κάποιους ανθρώπους, αν λείπουν πάνω από 6 μήνες, τι απογίνανε. Nα σταματήσει να αποθεώνει 9 με 11 μετά μεσημβρίας και μετά να μην ενδιαφέρεται τι απέγινε ο τάδε ηθοποιός, ο τάδε ζωγράφος κ.λπ. Tο κοινό έχει δύναμη και τώρα με το ίντερνετ έχει και παρουσία, μπορεί να διαμορφώσει μια κατάσταση. Nα ενδιαφέρεται αν ο καλλιτέχνης ζει, γιατί σήμερα μπορεί εύκολα κάποιος να είναι άστεγος, ή να λιποθυμήσει από την πείνα δυο-τρία στενά πιο κάτω από μια Biennale. Έχω δει συνάδελφο ηθοποιό, Γενάρη μήνα, να παραπατάει από την πείνα. Eνώ με ένα σπίτι στο νησί, όλα αλλάζουν...

Oι «Xριστοπαναγίζοντες»: Nα τα αφήσουν οι... εμβριθείς τα περί ταλαντούχων και ιδιαίτερων ηθοποιών, ναρκισσευόμενοι σπαρακτικά, ενώ όλη μέρα είναι στα μπαράκια ή σκυλοβρίζονται για μια θέση στο παρκάρισμα. Oι Xριστοπαναγίζοντες εν τοις οδούς... Oι φανατικοί αυτοί «νιτσεϊκοί» μπορεί να κυνηγούν το τέλειο, αλλά το σημαντικό είναι να φτάνουν τέτοια έργα στο κοινό – έστω και με μια επιτρεπτή δόση εκλαΐκευσης, έστω και σ’ ένα μικρό θέατρο. Kι ας κάνουν κι αυτοί κάτι, αυτό είναι πιο... εμβριθές!

Y.Γ. Zητείται σπίτι σε νησί: Tώρα για τον Pέτσο, εγώ σαν Pέτσος θα έλεγα τα εξής: Nα σταματήσει το παραμύθι με τα «ιδιόρρυθμος» κ.λπ. Aυτό που χρειάζεται ο Pέτσος είναι συστηματική επιχορήγηση και χώρους για οργανωμένες εμφανίσεις. Ή για να μη βλέπουν μπροστά τους αυτόν τον «ταλαντούχο» Pέτσο, τον «απόμακρο», την «εξαίρεση»... και τα λοιπά, κι ένα σπίτι σε ένα νησί, βρε αδερφέ, δεν βλάπτει. Όχι για να ησυχάσω, αλλά για μπορέσω να μην ησυχάσω, για... οργιώδεις καυτές νύχτες με τα δέντρα, τις ελιές, τις πέτρες, τα βουνά. Kι αυτό για να μη συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, όχι μέχρι τα 50 –που είμαι ήδη– αλλά μέχρι τα 150... Eυχαριστώ.

Tο «Αίμα κακό» επαναλαμβάνεται από την Πέμπτη, 22 Nοεμβρίου, στο Booze Cooperativa (Kολοκοτρώνη 57, 211 4000.863).

Monday, November 26, 2007

Πιάτσα στην Ευριπίδου


Σαββατόβραδο. Μυρωδιά από μπαχάρια. Κάποτε, μόνο το ξενοδοχείο Αθηνάς και Ευριπίδου φαινόταν και ήταν στέκι εγχώριου και αργότερα εισαγόμενου αγοραίου έρωτα. Τώρα ο δρόμος όλος είναι γεμάτος κορίτσια από την Αφρική με ροζ κολάν, μαλλί καούκα, γαλάζια σκιά και βαριεστημένο βλέμμα. Δεν θα σχολιάσω το trafficing, το παράνομο του πεζοδρομίου, το είδος του πελάτη, την αδιαφορία της αστυνομίας, τη χαμηλή αισθητική, τους νταβάδες και την παραοικονομία. Βαριέμαι.
Φαίνεται τη σήμερον ημέρα, όσο βαριέσαι να γαμήσεις, άλλο τόσο βαριέσαι και να γαμηθείς, ακόμα και επί πληρωμή. Δίκαια.

Saturday, November 24, 2007

Zonar’s ξανά


Zonar’s ξανά. Γεμάτο κόσμο ντυμένο όμορφα. Τίποτα δεν θυμίζει ούτε τη διαρρύθμιση του παρελθόντος, ούτε την παρακμή που αδιόρατα στο μυαλό με κόπο επανέρχεται σαν σε όνειρο εικόνα.
Νέοι, δικηγόροι, κυρίες που περνάνε τα πρωινά τους με ψώνια, καφέ και λίγη άσκηση στο παρακείμενο πολυτελές γυμναστήριο. Οι γηραιοί που τους ξεχνούσε ο χρόνος στη μεγάλη σάλα εξαφανισμένοι ή αόρατοι μέσα στο πλήθος.
Το σιντριβάνι που λειτούργησε για δύο μέρες, μπαζώθηκε με χώμα και γέμισε λουλούδια. Όσο η αστική ιστορία ξεφωνίζει την ατυχία των σιντριβανιών, τόσο το πείσμα του μελετητή φυτεύει και ένα ακόμα σε κάθε καινούργια διαμόρφωση κοινόχρηστου χώρου. Άτυχα τα σιντριβάνια, άτυχοι και οι κοινόχρηστοι χώροι στην πλειοψηφία τους. Όμως εδώ, να ένα θαύμα, η υπερυψωμένη πλατφόρμα του καφενείου γεμάτη ταξιδιώτες της πόλης. Δίπλα πολύχρωμα λουλούδια, το Παλλάς, Hermes, Van Cleef & Arpels, Ferragamo. Το απόλυτο promenade για να βολτάρεις και να ξεχαστείς, πιστεύοντας για δύο λεπτά, όσο να στρίψεις τη γωνία, ότι ίσως βρίσκεσαι σε Ευρωπαϊκή πόλη. Πιο κει θα είναι διαλυμένα τα πεζοδρόμια, θα σκοντάψεις σίγουρα, θα σε πιάσει η μυρωδιά από κάτουρο, θα ξεχαστείς και θα βλαστημήσεις την πόλη που αλλάζει. Την πόλη που αλλάζει παντού, εδώ προς το καλύτερο πιο κει προς το χειρότερο. Οι σειρήνες σφυρίζουν στα έντυπα, αντιγράφοντας τους μεγάλους πολεοδόμους δασκάλους, πως αυτή η αλλαγή είναι που λατρεύουν, αυτά τα σημάδια στον αστικό ιστό, οι χαρακιές στα κτίρια που σαν εικόνα δομούν την σχέση μας με ένα τοπίο ενδιαφέρον, απρόβλεπτο. Δεν ξέρω. Φοβάμαι μεγαλώνω και η πόλη δεν είναι αυτό που ονειρεύτηκα. Το κέλυφος και η ψυχή της ξέφυγε από τη δική μου προσωπική αισθητική. Χτυπάει το τηλέφωνο. Το Zonar’s τέλειωσε και άνοιξε, είναι το απόλυτο σημείο και ο καφές κάνει πάνω από πέντε ευρώ. Οι σκέψεις διαλύονται. Δεν θα γίνουμε ποτέ κάτι άλλο από αυτό που δυστυχώς περιμένουμε να γίνουμε.

Saturday, November 17, 2007

Λίγη Δροσιά


Ζεστό μεσημέρι του Νοέμβρη. Πλατεία Κοτζιά. Περπατώ. Γυρίζω το βλέμμα στο σιντριβάνι. Μια κοπέλα γερμένη ανάσκελα με τα μαλλιά της στο νερό, σχεδόν ακίνητη. Λίγο ακόμα και θα βυθίσει το κεφάλι της μέσα. Κοντοστέκομαι. Αργά, εξαιρετικά αργά σηκώνει το λαιμό της. Ακουμπάει το κεφάλι της με τα χέρια της ελάχιστα και ξανά μέσα, τόσο αργόσυρτα που η κίνηση από μακριά είναι σχεδόν ακινησία.
Σαν παιδικό εκκρεμές, από αυτά που τα κινεί το βρέξιμο της μύτης. Εκείνη βρέχει τα μαλλιά της. Καίγεται ή έτσι νομίζει. Καίει την ζωή της και τη δροσίζει στα βρωμερά νερά, ανάμεσα στα περιστέρια, ανάμεσα στον κόσμο που απορεί και την χαζεύει. Ποιος ξέρει που νομίζει ότι βρίσκεται, σε ποια όαση αφήνει τις ανάσες της, κοφτές, ξέπνοες, άρρωστες σχεδόν τελειωμένες. Δίπλα της ένα σακίδιο, ένας καφές κρύος, δεν θυμάμαι καλά.
Για μένα θα μπορούσε να είναι ένα στιγμιότυπο της πόλης, μια αφορμή για ένα σχόλιο. Θα μπορούσα να αδιαφορώ ή να ξεβγάλω στο μυαλό μου την εικαστική ίσως ποίηση αυτής της εικόνας. Έστω μιας ποίησης μελαγχολικής και απαισιόδοξης. Όχι. Όχι. Πονάει η ψυχή μου για το κορίτσι που καίγεται. Πονάω που δεν είναι κοντά η μάνα της να τη δροσίσει λίγο στην αγκαλιά της. Να την πάρει από το νερό, από το δρόμο, από το τέλος που στέκει εκεί πιο κάτω, αργά ή γρήγορα. Η εικόνα της με στοιχειώνει. Όπως με στοιχειώνουν οι εικόνες όλων των ρημαγμένων και των άστεγων που διασταυρωθήκαμε στις πόλεις του κόσμου.

Friday, November 09, 2007

Η ψυχή


11

in spite of everything
which breathes and moves,since Doom
(with white longest hands
neatening each crease)
will smooth entirely our minds
-before leaving my room
i turn,and(stooping
through the morning)kiss
this pillow,dear
where our heads lived and were.




(1926)
e.e.cummings




θέλει ψυχή και να γαμήσεις
θέλει ψυχή και ν'αγαπήσεις
κάπως έτσι....






φωτογραφία από την ταινία ''Η ψυχή στο στόμα'' του Οικονομίδη

Saturday, November 03, 2007

Το πόδι πάνω τους

Εγώ δεν έχω εχθρό και δεν επιτίθεμαι. Λιώνω τ' άλλα ζώα όχι από κακία αλλά γιατί δεν τα είδα κι έβαλα το πόδι πάνω τους.




ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΤΣΟΥΚΚΟ
Μπερνάρ Μαρί Κολτές

Wednesday, October 31, 2007

Ευτυχισμένες μέρες

And if for some strange reason no further pains are possible, why then just close the eyes – (she does so) – and wait for the day to come – (opens eyes) – the happy day to come when flesh melts at so many degrees and the night of the moon has so many hundred hours.

Winnie
Happy Days
S. Beckett

Tuesday, October 23, 2007

Αγριεύουν οι καιροί

Παρακολούθησα χτες με μεγάλο ενδιαφέρον την αυτοπαρουσίαση της Μάγιας Λυμπεροπούλου στην ΕΤ1 σε επανάληψη και ακόλουθα βρήκα το σχετικό άρθρο.


Tης Mαριάννας Tζιαντζή*

Είναι δυνατόν μια εκπομπή που προβάλλεται πρώτη φορά να μοιάζει με επανάληψη; Και όμως είναι, αφού ο ενεστώτας, ο χρόνος της αφήγησης της Μάγιας Λυμπεροπούλου («τώρα» παίζει στη «Φθινοπωρινή σονάτα»), είναι στην πραγματικότητα παρελθόν, αφού το έργο αυτό ανέβηκε την περυσινή θεατρική σεζόν. Το τώρα, το σήμερα των έξι ηθοποιών που αυτοβιογραφούνται στο «Ταξίδια στη μνήμη» (ΕΤ1) μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρον από το ένδοξο παρελθόν τους. Προφανώς η ΕΤ1 είχε τη σειρά στα συρτάρια της και την ανέσυρε χωρίς να την «επικαιροποιήσει» ή να την προωθήσει όπως θα της άξιζε.
Οχι γιατί πρέπει να μένουμε εκστατικοί μπροστά στους καταξιωμένους καλλιτέχνες, αλλά γιατί θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει το σύγχρονο βλέμμα κάποιων ανθρώπων που δεν έγραψαν απλώς ιστορία στο θέατρο, αλλά έχουν συνείδηση «και» της σύγχρονης ιστορίας, των εποχών που αλλάζουν.
Τι σημαίνει καριέρα, τι σημαίνει επιτυχία, τι σημαίνει πείρα; Για τη Μάγια Λυμπεροπούλου, το μόνο που προσφέρει η πείρα «είναι να σε μάθει να είσαι εσαεί αρχάριος».
Η ίδια απέφυγε τη νοσταλγική εξιδανίκευση του χθες («δεν ξέρω αν τότε ήταν πιο καλά», δηλαδή τα χρόνια του Θεάτρου Τέχνης). Αναφερόμενη στους σημερινούς νέους ηθοποιούς, είπε ότι είναι «πιο μορφωμένοι -όχι κατ’ ανάγκη πιο καλλιεργημένοι-, πιο ανυπόμονοι, πιο ταλαντούχοι... αλλά βρέθηκαν σε μια πολύ άσχημη εποχή. Ισως διαισθάνονται ότι ξανάρχεται πάλι μια εποχή τρομερού ηρωισμού και δεν ξέρω αν αυτό τους λέει κάτι».
Ο καταναλωτισμός, εξηγεί η Μάγια Λυμπεροπούλου, η τηλεόραση, οι δημοσιογράφοι έχουν διαμορφώσει μια κατάσταση που πιέζει για σουξέ, για επιτυχία, για να είσαι διαρκώς αρεστός, όμως «οι ηθοποιοί δεν είναι εισαγόμενοι, βγαίνουν μέσα από το κοινό. Η νοοτροπία μας και το ήθος μας είναι αντάξια του κοινού... και το κοινό είναι τζούφιο όπως το έχουν διαμορφώσει».
Πικρή διαπίστωση, που όμως δεν χρησιμοποιείται σαν άλλοθι αναχωρητισμού και ελιτισμού. «Το θέατρο είναι η τέχνη του “εμείς”. Η ομορφιά και η κατάρα του είναι ο πληθυντικός. Το θέατρο είναι ο τελευταίος κοινωνικός χώρος που μπορεί ακόμα να θυμίζει ανθρωπίλα. Ομως κι αυτό χάνεται σιγά σιγά και αγριεύουν οι εποχές».
Είναι φυσικό να θαυμάζει κανείς τη Μάγια Λυμπεροπούλου για την τέχνη της. Ομως, η ίδια μας υπενθυμίζει ότι η δημιουργικότητα δεν ταυτίζεται με την καλλιτεχνία και μας οδηγεί να θαυμάζουμε τον κάθε άνθρωπο που «δουλεύει ασταμάτητα χωρίς να περιμένει να τον εξαναγκάσουν». Που δεν δουλεύει από δίψα για το χρήμα ή την αναγνώριση, αλλά από πίστη. «Πίστη σ’ αυτό που κάνεις και, όταν δεν έχεις τι να πιστέψεις, πρέπει να επινοήσεις κάτι». Και η πίστη δεν είναι ξεροκεφαλιά ούτε μεταφυσική, αλλά έχει σχέση με τη φαντασία. Τη φαντασία που την καλλιεργεί κυρίως ο λόγος, ενώ η τηλεοπτική εικόνα την αποστεγνώνει.
«Δουλεύω για να αγοράζω βιβλία», είπε χαριτολογώντας και εξομολογήθηκε πως αν δεν ήταν ηθοποιός, θα ήθελε να ήταν πωλήτρια σε βιβλιοπωλείο. Αλλά τι πωλήτρια! «Δίχως ατζαμοσύνη». Μόνο που τα πιο πολλά βιβλιοπωλεία τα σουξέ, τα μπεστ σέλερ προωθούν και ίσως σήμερα κάποια άγνωστή μας πωλήτρια να ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός ώστε να μπορέσει να πιστέψει σε κάτι.


*http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_27/06/2007_232172

Friday, October 12, 2007

Friday, July 06, 2007

Τάκης Σινόπουλος: Ο καιόμενος

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ' το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.


Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Μεταίχμιο Β΄ (1957).

Saturday, June 09, 2007

Γαμημένο καρπούζι της τέχνης.

Η φωτογραφία είναι έργο του Thanassis Totsikas

Monday, June 04, 2007

Young Man Intrigued by the Flight of a Non-Euclidean Fly





Max Ernst