
Απεργία του μετρό.
Παλλάς.
Πλήθη για ένα καφέ ή ένα prosecco έξω από τα
αστικά μαγαζιά του πεζόδρομου της Βουκουρεστίου, περιμένουν να επιβιβαστούν στη
Μήδεια-2. Ετερόκλητο κοινό που δεν επιτρέπει εξαγωγή ειδικών συμπερασμάτων, είναι όλοι εδώ για να δουν το έργο του τελετάρχη.
Ανασυστήνουν ίσως τη στιγμιαία εθνικά υπερήφανη συλλογική μνήμη πάνω από το φλιτζάνι τους.
Δεν ξέρω γιατί η τελειότητα των κινήσεων, η ευκολία της δημιουργίας ενός μεγάλου εικαστικού κάδρου, το απλόχερο ταλέντο της κορυφαίας χορεύτριας, το πλήθος των συμβολισμών της γυναίκας ως σφίγγα, θεά Κάλι, αναδυόμενη Αφροδίτη και μαινάδα δεν με αγγίζει τόσο πια.
Γιατί ενώ θαυμάζω την προσωπική κατάθεση της Μήδειας, μίγμα τέχνης, τεχνικής ακριβείας και σωματικής υπέρβασης με το μπανταρισμένο πόδι ή τις ιδέες του χορογράφου, την όλη ιδεολογία της οπτικής του πάνω στο χοροθέατρο, κάτι με κρατάει πίσω τώρα. Κάτι δεν μου ταιριάζει και δεν είναι η ανασύσταση του μύθου.
Ίσως είναι οι διπλανοί μου που επεξεργάζονται την ιστορία της τραγωδίας πριν αρχίσει η παράσταση, δηλαδή οι πιο πολλοί ακούν την μία και μόνη που την γνωρίζει. Ίσως η παρέα των αμέτρητων γηραιών κυρίων που έφτασε στο παραπέντε με προορισμό τις πρώτες σειρές. Ίσως το ζευγάρι που είχε πληρώσει εκατόν εξήντα ευρώ για να χαμουρευτεί μπροστά μου.
Καμιά φορά οι καλλιτέχνες ανήκουν κάπου και όσο και αν οι ανάγκες τους ωθούν να φεύγουν από εκεί που ταιριάζουν, είναι προφανές ότι δεν χωρούν πουθενά αλλού.