Monday, May 28, 2012

Χέρια


Απλωμένο χέρι. Γλιστράω προς το πορτοφόλι και έπειτα θα ρίξω ένα κέρμα, ακριβώς στο κέντρο της παλάμης, με σχεδόν μηδενική ταχύτητα. Δεν αγγίζω καθόλου. Σαν ταχυδακτυλουργικό κόλπο. Τολμώ να πω, υπάρχει η αλήθεια της παλάμης, η πεμπτουσία της, ένα αδυσώπητο μάρκετινγκ. Μετράω πόση ειλικρίνεια μπορεί να εμπεριέχεται στην εικόνα, στο υγρό βλέμμα, στην απουσία της φωνής, άλαλη ικεσία. Όχι παρακλητικοί κανόνες και κλάψα. Με πιάνει αλά μπρατσέτα μια γηραιά διερχόμενη κυρία.
Σας πειράζει;
Όχι βέβαια, ευχαρίστηση μου.
Ρυτιδιασμένη όψη, πλισέ, καταπράσινα πανέμορφα μάτια, βαμμένη σχεδόν αποκριάτικα. Ήταν κάποτε χωρίς αμφιβολία καλλονή. Το σύνηθες για μένα, είναι ίσως να μιλήσουμε για τη ζωή της, να μάθω αν έχει περάσει καλά. Έχω αυτή την αγωνία με τις πολύ ωραίες γυναίκες. Καθένας με τα χούγια του.
Αρχίζει να μου λέει για τους μετανάστες, να μην πιστεύω τη ζητιάνα στο σουπερ-μάρκετ γιατί έχει λεφτά, για τους Αλβανούς που έδειραν τους συμμαθητές τους στο σχολείου του εγγονού της. Άρα έχει εγγόνι.
Ήρθε μέχρι και η αστυνομία. Τα παιδιά τα πήγαν στο γιατρό. Αλήθεια. Τι περιμένεις;
Κάνω να τη ρωτήσω κάτι άλλο, για τη γειτονιά ίσως. Έχει χαιρετίσει βιαστικά προς Ακρόπολη. Ότι ήθελε να πει, ειπώθηκε. Το παράπονο της. Η αγωνιά της.  Έστω.
Έχει λιακάδα και κανονικά είναι ωραία. Νοιώθω τα πόδια μου λίγο βαριά, ο ήλιος μου χλωμιάζει τις σκέψεις, θέλω να φύγω απο ‘δω, από αυτό το σώμα που ακουμπάει σε ένα μέλλον αβέβαιο, σε μια ελπίδα, που θα δοκιμαστεί από την ανθρωπιά σε λάθος χρόνο.

Η φωτογραφία του Manuel Alvarez Bravo

Wednesday, May 16, 2012

Γκρίζες ζώνες

1.
Είναι ένας περίεργος άνθρωπος. Κόβει τα νύχια του πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Τα διατηρεί επίμονα κοντοκομμένα. Μυρίζει τα ρούχα του πάντα, είτε τα βάζει στο καλάθι με τα άπλυτα, είτε στα συρτάρια. Φοράει κόκκινο μπουρνούζι με κουκούλα. Τον παίζει σπάνια, ίσως στο μπάνιο του, με κλειστή την πόρτα. Μένει μόνος. Στο τέλος πάντα ελέγχει την ποσότητα. Αυτό δεν ξέρω τι σημαίνει. Δεν του αρέσουν οι οικιακές δουλειές, παρά μόνο όταν έχει παρέα στο σπίτι. Τα μάτια του καμιά φορά είναι κενά, άνευ νοήματος, γεμάτα φόβο. Νομίζω κατηγορεί τους γονείς του για έλλειψη σοβαρότητας, όταν έπρεπε. Φουρτουνιασμένη παιδική ψυχή και τέτοια. Θεωρητικά είναι ένας κοινωνικός άνθρωπος. Γράφει τις προσβολές που του απευθύνουν σε ένα μπλοκ. Μια στήλη οι σκέτες, μια δεύτερη αυτές που απαντήθηκαν εν θερμώ. Πρακτικά σέρνει τη γκρίνια  πενηντάχρονου που καθημερινά κάνει απολογισμό. Η διαλεκτική του ανάλυση είναι μια καραμέλα λεμόνι που πιπιλάει συχνά. Στην ουσία του είναι σεξιστής και φλερτάρει με το παράλογο. Μετρά τις μέρες κάνοντας γραμμές στο σημειωματάριο του, με ένα καλοξυσμένο μολύβι.

2.
Περπατάει τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου αργά. Είναι ψηλός και άχαρος. Μάλλον θα τον έλεγα άσχημο. Μιλά μέσα από τα δόντια του. Δεν εκτιμώ αυτούς που έχουν κακή άρθρωση στο λόγο τους. Ζει σε ένα σύμπαν θεωριών που τον βολεύουν. Λόγου χάρη, ότι η εξωτερική εμφάνιση στους άντρες δεν έχει σημασία. Απατά τη σύντροφό του κατ’ εξακολούθηση. Μου εξηγεί διάφορα για τη συγκίνηση, τη στέρηση της νεανικής ηλικίας στα φοιτητικά δωμάτια της μοναξιάς, την άνευρη μαλακία, την απόρριψη, το καινούργιο που τον τραβά σα μαγνήτης, την ενοχή, τον πόνο. Δε διαβάζει ντε Σαντ. Ήδη με έχει πιάσει μια ελαφριά αηδία. Δεν εκτιμώ αυτούς που δεν έχουν λόγο. Τον παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου να βγαίνει από μια τουαλέτα. Πλένει τα χέρια του εμμονικά, λες και θα χειρουργήσει στη συνέχεια. Σιχαίνομαι τους μικροβιοφοβικούς ανθρώπους. Σχεδόν με σοκάρει. Μου θυμίζει τη θεωρία για την ανοσία των μικρών παιδιών στους καταυλισμούς. Μου θυμίζει τη μάνα μου, που έπιανε την τσίχλα που φτύναμε κάτω στο δρόμο και μας την έχωνε στο στόμα, για να πάψουμε να γκρινιάζουμε ότι μας έπεσε. Συνεχίζει και μου λέει τι εύχεται για τα γεράματα του. Δεν έχει πατήσει τα σαράντα. Δε νομίζω να εκτιμά την αληθινή αγάπη ή το άλλο φύλο. Νιώθω ένα πνίξιμο, όπως αυτό όταν η ακύρωση και ο εγκλωβισμός σου κόβει τα γόνατα.

3.
Ζει σε ένα σπίτι μικρό. Άθλιο. Γύρω διάσπαρτα χαρτόκουτα από πίτσες, σελίδες από άρθρα, βιβλία, σημειώσεις. Σκόνη παντού και κάπνα. Τρία πακέτα τσιγάρα σε σαράντα τετραγωνικά. Οι μόνες μέρες που αλλάζει κάτι, είναι όταν περνάει η μάνα του ή καμιά γκόμενα της προκοπής. Της προσφοράς μάλλον. Το μόνο λαμπερό σημείο είναι η λεκάνη του, αστράφτει από τη χλωρίνη. Κατά τ’ άλλα ούτε το πλυντήριο του δεν ξέρει πως μπαίνει μπρος. Αν τελειώσουν τα καθαρά σεντόνια, δε γαμάει άλλο. Το ψυγείο του είναι άδειο, άντε να έχει λίγη ρακή. Δεν πίνει σχεδόν ποτέ. Δουλεύει πολύ. Στον ελεύθερο του χρόνο αθλείται, παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια στρατηγικής, βλέπει τσόντες και τον παίζει μπροστά στον υπολογιστή του. Δεν έχει σημασία αν έχει σχέση ή όχι. Όταν ήταν παιδί χάρηκε που του αγόρασαν το Stratego και τον άφησαν ήσυχο σε μια γωνία να το παίζει μόνος του. Οι θεωρίες του για τον έρωτα τείνουν να είναι σωστές, άλλωστε ζούμε σε κυνικούς καιρούς, άλλωστε δεν μπορεί να αγαπήσει κάποιον πέρα από τον εαυτό του. Κάποτε είχε πει, η συντροφιά μου είναι πολύτιμη, ενώ όταν γνωρίζει μια καινούργια κοπέλα ισχυρίζεται ότι η νταντά του τον θώπευε μικρό. Δεν έχω καταλάβει γιατί. Στον στιγματισμένο από σταγόνες φραπέ τοίχο της κουζίνας,  κάποτε μια κατσαρίδα έκοβε τις βόλτες της αμέριμνη. Ήταν μια περίοδο που δεν είχε ανανεώσει τις παγίδες που μυρίζουν φυστικοβούτυρο.

 Φωτογραφία της Sally Man από την ενότητα Proud Flesh.

Friday, May 11, 2012

Εξορίες


Ο Μιχάλης δουλεύει στο Σαλίβερο. Χτυπάει την πόρτα της Φαλήρου παιδί, ύστερα εξωτερικές δουλειές και μετά τυπογράφος στο μεγαλύτερο τυπογραφείο της  πόλης. Ένας παρακρατικός γείτονας, μαθαίνει από έναν τρίτο ότι δήθεν είναι κομμουνιστής και τον καταδίδει. Χωρίς πολλά, πολλά, τον συλλαμβάνουν.
Έχει ήδη φυματίωση και έτσι θα μείνει για λίγο στη Μακρόνησο. Επιστρέφει με επιβαρημένη την υγεία του, για να νοσηλευθεί σε σανατόριο. 
Με τον καταδότη του, θα μιλάνε, όταν γεράσουν πια, στη γειτονιά, κανονικά.

Οι γονείς της είχαν σκουπάδικο στο Μοναστηράκι. Πατέρας δεξιός, μάνα αριστερή. Μεταπολεμικά, τη μία βδομάδα το έκαιγαν οι μεν, την επόμενη οι δε. Το έκλεισαν. Σκληρά χρόνια. Η δικτατορία την βρίσκει με μωρό έξι μηνών και στέλεχος της ΕΔΑ. Το βράδυ του πραξικοπήματος  τους μαζεύουν όλους, νύχτα, από τα σπίτια τους.
Κάρτα από τη Γυάρο στη μάνα της. Μάνα, περνάμε όμορφα, τρώμε καλά, το κλίμα είναι ευχάριστο και φιλικό. Τα βράδια κοιμόμαστε ακούγοντας κλασική μουσική.
Τενεκέδες με πέτρες, κατηφορίζουν τον λόφο κάθε νύχτα.


Φωτογραφία  από τη Γυάρο


Friday, May 04, 2012

Κατοχή


Ο Γιάννης Τσάκης δούλευε μηχανικός αυτοκινήτων στην ΕΛΦΙΝΚΟ, όταν η Ελλάδα  μπήκε στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν οδηγός σε φορτηγό που μετέφερε στο μέτωπο φορτία σίτισης. Όταν το ελληνοαλβανικό μέτωπο κατέρρευσε, γύρισε στην Αθήνα με ένα φορτηγό γεμάτο αλεύρι. Τα αδέρφια του άρχισαν να κατεβάζουν τα σακιά στο υπόγειο του σπιτιού της οδού Καλλιρρόης. Εντωμεταξύ, από το ραδιόφωνο καλέστηκαν όλοι οι οδηγοί, να επιστρέψουν τα αυτοκίνητα με το φορτίο τους στο Ρουφ, διαφορετικά θα τους περνούσαν στρατοδικείο. Τα τσουβάλια αλεύρι επιστράφηκαν στο φορτηγό, ενώ ήταν εντελώς ακαταχώρητα. Με αυτά τα τσουβάλια θα είχαν γλυτώσει την πείνα σαν οικογένεια, αυτοί και κάποιοι φίλοι τους, που πέθαναν τελικά, κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ο Τσάκης δεν ήταν ιδιαίτερα γενναίος άνθρωπος, ή μάλλον αγαπούσε πολύ τη ζωή για να ρισκάρει.Ο χειμώνας του 1941 ήταν σκληρός, πολύ κρύο, κανένα καύσιμο και πείνα. Υπήρχε μόνο άφθονο κρασί και χαρούπια. Το αλεύρι τελικά κατέληξε είτε στους μαυραγορίτες, είτε στους Γερμανούς.
Όταν ο στρατός κατοχής διέταξε την επίταξη όλων των μηχανικών αυτοκινήτων, είπε στη μητέρα του:
Μάνα θα πάω όπου με στείλουν, δεν αντέχω την πείνα. Χτες είδα τον Παναγιώτη να τρώει μια προβιά γάτας. Ο Παύλος πέθανε. Την Κυριακή, στην ταβέρνα που μου μήνυσαν να πάω, το κρέας ήταν σκυλί. Δεν το ήξερα, μου το είπαν μετά. Δεν μασιόταν και ρώτησα. Μάνα θα πάω όπου μου πουν.
Μηχανικός στο Ηράκλειο Κρήτης και στη συνέχεια οδηγός φορτηγού με συνοδό στρατιώτη του Γερμανικού στρατού. Ένα βράδυ τον πλησίασε ένας παλιός φίλος. Πατριώτης. Και τον ήξερε καλά.
Γιάννη θέλω μια χάρη. Θέλω να μεταφέρεις στο Τυμπάκι, δυο φίλους, για μια προσωπική τους υπόθεση.
Χαρτιά έχουνε;
Βέβαια.
Ο Γερμανός την επομένη δεν είχε αντίρρηση. Οι δύο επιβάτες δεν μίλαγαν σχεδόν καθόλου. Δυο μέρες μετά, επέστρεψαν μαζί τους . Πέρασαν όλα τα μπλόκα αβλεπί.
Το αεροδρόμιο του Τυμπακίου, κύριο αεροδρόμιο ανεφοδιασμού των στρατευμάτων του Ρόμελ, βομβαρδίστηκε έξι μήνες μετά.Έντρομος έπιασε τον πατριώτη και τον ρώτησε ποιοι ήταν αυτοί που μετέφερε. Ήταν Άγγλοι τοπογράφοι του στρατού. Χαρτογράφησαν το Τυμπάκι και αποτύπωσαν το αεροδρόμιο. Ο Γερμανός δεν ανέφερε κουβέντα στη μονάδα του, καθώς θα τον εκτελούσαν σίγουρα. Έτσι γλίτωσε και ο οδηγός του.
Ο Τσάκης δεν ήταν ιδιαίτερα γενναίος άνθρωπος, κάπνιζε Sante άφιλτρα κασετίνα, αυτά με την κοπέλα, του άρεσε το καλό φαγητό, το κρασί και οι γυναίκες. Ψήφιζε Φιλελεύθερους, μετά το 1951 Ένωση Κέντρου και μεταπολιτευτικά ΠΑΣΟΚ. Συνέχεια έλεγε ωραία ανέκδοτα και ήταν γνωστός χιουμορίστας.
 
Η φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα