Προχτές η K άρχισε να μου μιλάει για μια παλιά της σχέση.
Κάθε βράδυ γύριζε με τη μηχανή στο πατρικό του σπίτι. Από τη Συγγρού έπρεπε να στρίψει μέσω κάποιας εισόδου, είσοδος Β αν θυμάμαι καλά. Είσοδο που τόσο έξυπνα είχαν κατασκευάσει οι συγκοινωνιολόγοι στη δεξιά μεριά, κανονική σκοτώστρα στροφή. Εκεί στην πάροδο που έκαναν πιάτσα τραβεστί.
Τραβεστί, αυτός ο άλλος κόσμος. Κι’ εκείνος ήταν μια περίεργη περίπτωση, πολύ περίεργη και σκοτεινή συγκεκριμένα, σ’ αυτή τη φάση της ζωής του τουλάχιστον. Κάθε βράδυ σταμάταγε να κάνει λίγο πλάκα, να του φωνάξουν από μακριά τα δίμετρα κορίτσια, έλα λίγο πιο κοντά, αγόρι είσαι σκέτη καύλα. Τ’ άρεσε.
Φαίνεται ότι τα σωματώδη μελαχρινά αγόρια με το επικίνδυνο βλέμμα, για ‘κείνες είναι σκέτη καύλα, ή πες το αλλιώς και μάρκετινγκ του επαγγέλματος.
Ένα βράδυ, γιατί όχι, πήγε στο σπίτι κάποιας. Μάλλον μια τυχαία βραδιά. Η φάση ήταν καλή για αρχή. Αυτά το κορίτσια ποτέ δεν έπαψαν να είναι άντρες, να ξέρουν τι να πουν και τι να κάνουν για να σε ανάψουν, να νιώσεις αυτή την ακραία ηδονή του φτηνού και έξω απ’ τα όρια.
Μπορεί να του άρεσαν οι ωραίοι κώλοι, τα στήθια από σιλικόνη όμως δεν του άρεσαν καθόλου. Είναι σαν μπαλάκια του στρες, δεν νιώθεις τους αδένες τους κάτω απ’ το δέρμα, έλεγε. Μεγάλη καύλα αυτοί οι αδένες. Μεγάλο σχολείο τα κωλάδικα.
Κι ύστερα κάποια στιγμή ενώ περνούσε η ώρα και θα χόντραινε το πράμα, το βλέμμα του καρφώθηκε στο καλάμι της, μακρύ και άχαρο, αντρικό, τέτοιο που να φωνάζει παράταιρο πάνω στο σώμα μιας ξανθιάς με μεγάλα βυζιά.
Αν δεν είχε καρφωθεί το βλέμμα μου εκεί, ίσως και να τον είχα γαμήσει τον παλιόπουστα.
Μου τα είπε τότε, τότε που τραβιότανε μαζί μου, στο κρεβάτι. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Είναι βλέμματα που καθορίζουν τις ιστορίες, μικρές στιγμές για να κάνεις μπρος ή πίσω. Αλλά και πάλι, μια στιγμή δε λέει και πολλά. Μια φράση όμως μπορεί να σου τριβελίζει το μυαλό για μια αιωνιότητα.
Κάθε βράδυ γύριζε με τη μηχανή στο πατρικό του σπίτι. Από τη Συγγρού έπρεπε να στρίψει μέσω κάποιας εισόδου, είσοδος Β αν θυμάμαι καλά. Είσοδο που τόσο έξυπνα είχαν κατασκευάσει οι συγκοινωνιολόγοι στη δεξιά μεριά, κανονική σκοτώστρα στροφή. Εκεί στην πάροδο που έκαναν πιάτσα τραβεστί.
Τραβεστί, αυτός ο άλλος κόσμος. Κι’ εκείνος ήταν μια περίεργη περίπτωση, πολύ περίεργη και σκοτεινή συγκεκριμένα, σ’ αυτή τη φάση της ζωής του τουλάχιστον. Κάθε βράδυ σταμάταγε να κάνει λίγο πλάκα, να του φωνάξουν από μακριά τα δίμετρα κορίτσια, έλα λίγο πιο κοντά, αγόρι είσαι σκέτη καύλα. Τ’ άρεσε.
Φαίνεται ότι τα σωματώδη μελαχρινά αγόρια με το επικίνδυνο βλέμμα, για ‘κείνες είναι σκέτη καύλα, ή πες το αλλιώς και μάρκετινγκ του επαγγέλματος.
Ένα βράδυ, γιατί όχι, πήγε στο σπίτι κάποιας. Μάλλον μια τυχαία βραδιά. Η φάση ήταν καλή για αρχή. Αυτά το κορίτσια ποτέ δεν έπαψαν να είναι άντρες, να ξέρουν τι να πουν και τι να κάνουν για να σε ανάψουν, να νιώσεις αυτή την ακραία ηδονή του φτηνού και έξω απ’ τα όρια.
Μπορεί να του άρεσαν οι ωραίοι κώλοι, τα στήθια από σιλικόνη όμως δεν του άρεσαν καθόλου. Είναι σαν μπαλάκια του στρες, δεν νιώθεις τους αδένες τους κάτω απ’ το δέρμα, έλεγε. Μεγάλη καύλα αυτοί οι αδένες. Μεγάλο σχολείο τα κωλάδικα.
Κι ύστερα κάποια στιγμή ενώ περνούσε η ώρα και θα χόντραινε το πράμα, το βλέμμα του καρφώθηκε στο καλάμι της, μακρύ και άχαρο, αντρικό, τέτοιο που να φωνάζει παράταιρο πάνω στο σώμα μιας ξανθιάς με μεγάλα βυζιά.
Αν δεν είχε καρφωθεί το βλέμμα μου εκεί, ίσως και να τον είχα γαμήσει τον παλιόπουστα.
Μου τα είπε τότε, τότε που τραβιότανε μαζί μου, στο κρεβάτι. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Είναι βλέμματα που καθορίζουν τις ιστορίες, μικρές στιγμές για να κάνεις μπρος ή πίσω. Αλλά και πάλι, μια στιγμή δε λέει και πολλά. Μια φράση όμως μπορεί να σου τριβελίζει το μυαλό για μια αιωνιότητα.
Φωτογραφία Jan Saudek, Yearning1, 1986

