Sunday, December 14, 2008

The Country




The Country
by Billy Collins

Wednesday, December 10, 2008

Όλα τα πρωϊνά του κόσμου

Ο ήλιος φωτίζει του δρόμους γενναιόδωρα.
Τα χοντρά σημάδια της καταστροφής έχουν καθαριστεί σχεδόν αξημέρωτα. Μένει μια ρημαγμένη οικογένεια, πολλές λεηλατημένες οικογένειες. Μένει το ρημαγμένο αστικό τοπίο.
Οι δρόμοι είναι αποκλεισμένοι με κορδέλες.
Τα πρόσωπα των μικροκαταστημαρχών στεγνά, σκληρά, σα να περιμένουν κάτι, κοιτούν ανήσυχα, στέκονται στις πόρτες τους, κάποιος κρατάει το σίδερο που κλείνει το κάγκελο του, άλλος το φτερό που ξεσκονίζει.
Οι πιο πολλοί έχουν κατεβάσει ρολά από το πρωί και πήγαν σπίτια τους μια και να δουλέψουν δεν μπορούν, φοβούνται.
Μικρές ομάδες νεαρών, με σπασμένα τούβλα στα χέρια, γυρίζουν θυμωμένα τους δρόμους γύρω από την Κολοκοτρώνη. Κινούνται προς το Αστυνομικό Τμήμα της Ακρόπολης που το φυλάνε παρατεταγμένα ΜΑΤ, από τη μια και την άλλη μεριά του στενού.
Νιώθω ανασφάλεια, μια απροσδιόριστη ασφυξία που πλανάται στον αέρα μικρών δρόμων, δίχως χώρο, δίχως ήλιο, εκεί όπου στριμώχνονται αλόγιστα αμυνόμενοι, επιτιθέμενοι και περαστικοί. Ιδεολόγοι ή τυχάρπαστοι, όλοι.



Το Πανεπιστήμιο γεμάτο πέτρες, γυαλιά και καμένα ξύλα, γραμμένο όπου υπάρχει τοίχος.
Ύστερα βλέπω τον κόσμο έξω από τη Βουλή, σταματημένος περιμένει, χωρίς πολλά συνθήματα, σκεφτικός, σχεδόν εξουθενωμένος.
Ο σταθμός του μετρό στο Σύνταγμα γεμάτος, πιτσιρίκια τρέχουν με τα πρώτα δακρυγόνα και η κατάσταση θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη, καθώς οι υπάλληλοι σαστισμένα δοκιμάζουν τα κλειδιά που κατεβάζουν τις πόρτες. Αν όμως συμβεί κάτι, το οτιδήποτε εκεί μέσα; O πανικός των ανθρώπων που είναι κλεισμένοι σαν τα ποντίκια στο υπόγειο με ανατριχιάζει.
Οι βραδινές εκπομπές άνευρες, αναμενόμενες, η Σώτη επαναστάτρια, μισή στον αγώνα λέει, μισή στο στούντιο, ποιος τις γαμάει και σένα τις δηλώσεις σου, αυτές τις δηλώσεις. Άλλωστε μιλάς κάθε βδομάδα σ' άλλο έντυπο, έντυπο με διαφημίσεις κομπλέ, κατεστημένο.

Αστυνομικοί πυροβολούν στον αέρα, οργισμένα επιθετικά ανήλικα ή μεγαλύτεροι ξεσπάνε αναίτια στην ξένη περιουσία, πλιάτσικο, πετροπόλεμος. Να είσαι αναγκασμένος να βλέπεις ομάδες να ξηλώνουν ότι βρουν και την αστυνομία να πετροβολάει πίσω.
Δια στόματος αναπληρωτή κυβερνητικού εκπροσώπου διαβάζω "αν επέμβει μια διμοιρία ΜΑΤ θα έχουμε νεκρούς" και δεν πιστεύω στα μάτια μου, δηλαδή πόση ηλιθιότητα απαιτεί μια τέτοια δήλωση ως δικαιολογία παντελούς αδυναμίας ή απουσίας πρόθεσης;
Έπειτα οι φωτογραφίες κάποιων κουκουλοφόρων μαζί με την αστυνομία. Αηδία. Υπάρχει παρακράτος, προβοκάτσια, ένα παιχνίδι στο οποίο είμαστε όχι μόνο αμέτοχοι, αλλά δεν γνωρίζουμε ποιος το υποκινεί και ποιος το θρέφει ξεκάθαρα τόσα χρόνια ή όλα είναι τυχαία, παρανάλωμα σ΄ ένα χορό άπληστων ηλιθίων;
Σκέφτομαι το 2004, την εθνική ανάταση, την ντόπα που ακολούθησε, την παρέλαση εκατομμυρίων στα σκάνδαλα, την πρότερη αδιαφορία όλων, την αποφυγή ανάληψης ευθύνης των πολιτικών, και η αηδία μου με πνίγει.
Φτου σας ξεφτίλες.

Thursday, December 04, 2008

Thursday, November 27, 2008

Τροχοδρόμοι



Κάποτε έβλεπες τροχονόμους στο δρόμο.
Σήμερα αποτελούν είδος προς εξαφάνιση.
Εξυπηρετούν μόνο έκτακτα περιστατικά, πορείες, ατυχήματα, μπλόκα, διελεύσεις ξένων αποστολών και επισήμων.
Άντε και κάνα δύο στο Σύνταγμα πρωί πρωί, για να δηλώσουν μια κάποια παρουσία. Φυσικά έξω από το πάρκινγκ της Βουλής, εφημερία, σε είσοδο και έξοδο.
Στην παραλιακή για παράδειγμα, η τοποθέτηση μιας μικρής ομάδας να ρυθμίζει τα φανάρια μετά το παλιό αεροδρόμιο, ώστε η διαδρομή να μη γίνεται σε δύο ακατέβατες ώρες όταν βρέχει, θα ήταν υποθέτω αυθαίρετα, υπερβολή και πολυτέλεια.
Άλλωστε έβρεχε πολύ την περασμένη βδομάδα, που να τους τρέχεις τώρα.

Sunday, November 02, 2008

Σκόρπιες σκέψεις μπρος σ' ένα λευκό φόρεμα


Απεργία του μετρό.
Παλλάς.
Πλήθη για ένα καφέ ή ένα prosecco έξω από τα αστικά μαγαζιά του πεζόδρομου της Βουκουρεστίου, περιμένουν να επιβιβαστούν στη Μήδεια-2.
Ετερόκλητο κοινό που δεν επιτρέπει εξαγωγή ειδικών συμπερασμάτων, είναι όλοι εδώ για να δουν το έργο του τελετάρχη.
Ανασυστήνουν ίσως τη στιγμιαία εθνικά υπερήφανη συλλογική μνήμη πάνω από το φλιτζάνι τους.
Δεν ξέρω γιατί η τελειότητα των κινήσεων, η ευκολία της δημιουργίας ενός μεγάλου εικαστικού κάδρου, το απλόχερο ταλέντο της κορυφαίας χορεύτριας, το πλήθος των συμβολισμών της γυναίκας ως σφίγγα, θεά Κάλι, αναδυόμενη Αφροδίτη και μαινάδα δεν με αγγίζει τόσο πια.
Γιατί ενώ θαυμάζω την προσωπική κατάθεση της Μήδειας, μίγμα τέχνης, τεχνικής ακριβείας και σωματικής υπέρβασης με το μπανταρισμένο πόδι ή τις ιδέες του χορογράφου, την όλη ιδεολογία της οπτικής του πάνω στο χοροθέατρο, κάτι με κρατάει πίσω τώρα. Κάτι δεν μου ταιριάζει και δεν είναι η ανασύσταση του μύθου.
Ίσως είναι οι διπλανοί μου που επεξεργάζονται την ιστορία της τραγωδίας πριν αρχίσει η παράσταση, δηλαδή οι πιο πολλοί ακούν την μία και μόνη που την γνωρίζει. Ίσως η παρέα των αμέτρητων γηραιών κυρίων που έφτασε στο παραπέντε με προορισμό τις πρώτες σειρές. Ίσως το ζευγάρι που είχε πληρώσει εκατόν εξήντα ευρώ για να χαμουρευτεί μπροστά μου.
Καμιά φορά οι καλλιτέχνες ανήκουν κάπου και όσο και αν οι ανάγκες τους ωθούν να φεύγουν από εκεί που ταιριάζουν, είναι προφανές ότι δεν χωρούν πουθενά αλλού.

Friday, October 03, 2008

Άντε γεια


Photo Henri Cartier-Bresson

Δεν είχα δει την εκπομπή των Πρωταγωνιστών που αφορούσε το Δρομοκαίτειο Ίδρυμα όταν πρωτοπαίχτηκε, δηλαδή το χειμώνα. Την είδα ένα κάποιο τυχαίο προηγούμενο Σαββατοκύριακο σε επανάληψη και κάτω από ακατάλληλες συνθήκες, θαυμάσιο καλοκαιρινό σκηνικό περιβάλλον, εντελώς χάλια ψυχολογική διάθεση και εκατομμύρια σενάρια να κεντούν το μυαλό μου.
Έχασα το πρώτο κομμάτι και τους ασθενείς που μίλησαν σ’ αυτό και είδα το δεύτερο μισό. Όσο προχωρούσε η εκπομπή συνειδητοποιούσα κάτι που σκέφτομαι χρόνια, ότι η νοητή γραμμή που χωρίζει τους λογικούς από τους ψυχικά ασθενείς δεν είναι τόσο ευδιάκριτη και χωρίς αμφιβολία δεν θέλει και πολύ να την περάσεις. Μια κακή περίοδος στη ζωή από αυτές που μοιραία συμβαίνουν σε όλους και σαν ένα κλικ έχεις βρεθεί να μην ξεχωρίζεις αυτά που προηγουμένως ήταν αυτονόητα. Τόσο λυπηρό και ανθρώπινο. Οι τραγικές τους φιγούρες, όλες προερχόμενες από σκληρές ζωές, συχνά χωρίς περίσσεμα αγάπης, περιφέρονταν σαν σκιές, σαν ζωντανά φαντάσματα στους κήπους και τα δωμάτια του ιδρύματος. Κάποιοι τυπικά θα μπορούσαν να βγουν, αλλά δεν ήξεραν που να πάνε, έξω δεν τους περίμενε κανείς. Τα βλέμματα βαθιά γεμάτα απόγνωση και απορία. Οι δημοσιογράφοι (τους είδα κάπως μεταφυσικά σαν ομάδα) περνούσαν, στέκονταν, σαν να περνούσαν, σαν να στέκονταν, σαν να βιάζονταν. Σαν να βιάζονταν να φύγουν. Σαν να πέρασε από τη σκέψη τους ότι είναι κολλητικό, είναι κολλητική η δυστυχία, σας συμπαθούμε, μας ενδιαφέρει, αλλά πρέπει να φύγουμε. Όταν φύγουμε, θα είναι απότομα και η πόρτα θα κλείσει πίσω μας ερμητικά. Μην σας νοιάζει, θα την κλείσουμε καλά και θα βεβαιωθούμε ότι όλοι εσείς θα μείνετε μέσα και όλοι εμείς θα βγούμε έξω. Έτσι επιλέξατε, έτσι μας έτυχε. Άντε γεια.

Tuesday, September 30, 2008

Mighty Aphrodite


Chelsea Hotel
Μία πράξη ανιδιοτέλειας. Μία πράξη προσφοράς. Εμμονή. Ζω σε ένα κόσμο που παύει να είναι ερωτικός και οι βρώμικες σκέψεις δεν σου ξεπλένουν πια το μυαλό.
Το να φαντασιώνεσαι τον απέναντι σου, αρχίζει να σβήνεται σαν προοπτική. Τα τυχαία αγγίγματα δύσκολα ανασυστήνουν μνήμες ή καταχωνιασμένες αισθήσεις. Η σύνδεση ανάμεσα στο περιβάλλον και το όνειρο έσπασε προ πολλού.
‘Giving me head on the unmade bead’. Τι πιο απλό θα μπορούσε να περιγράψει μια ερωτική σκηνή. Με επτά λέξεις έχεις ένα ποίημα και έτοιμη μια σεκάνς. Ένα δωμάτιο στο Chelsea Hotel. Ένα μεγάλο ξέστρωτο κρεβάτι. Επάνω τον ποιητή και ανάμεσα στα πόδια του τη μούσα του. Θα την προτιμούσα στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι. Βιαστικά ή γρήγορα δεν έχει σημασία, σίγουρα όμως υπό αναχώρηση. Αυτός ο στίχος μου έχει καρφωθεί στο μυαλό απ’ όταν τον άκουσα πρώτη φορά. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο ή απλά γιατί είναι μεγάλη ποίηση.
Αντισυμβατική, μοντέρνα περιεκτική ποίηση.

Αντί ιστορίας.
Όλα σχετίζονται με την πρώτη φορά ή όχι; Οι άνθρωποι όμως φτιάχνουν την πρώτη τους φορά, ανάλογα με το ποιοι είναι και πως εκείνη τη στιγμή τοποθετούνται στη ζωή τους. Δηλαδή αν μία γυναίκα διαλέγει να μη βλέπει το πρόσωπο του άνδρα την πρώτη φορά, τι είδους άνθρωπος θα μπορούσε να είναι; Όταν στήνεται πλάτη στα τέσσερα από μόνη της, τι θα μπορούσε να παριστάνει; Γιατί η στάση να αποτελεί το συνδετικό κρίκο με τη φύση και την αναγκαία σύνδεση με το φθαρτό, το υλικό, το πρωταρχικό, το ένστικτο; Αν είναι μια γυναίκα δύσκολη και ευαίσθητη, γιατί η σημειολογία του έρωτα της να μην είναι κεριά και λουλούδια, αλλά έντονη επιθυμία, που δεν έχει να κάνει τόσο με τα πρόσωπα, όσο με τα σώματα. Αν αυτή ήταν μια φυσική επιλογή που έγινε ασυνείδητα και δεν την απασχολούσε ποτέ όταν ήταν πολύ νέα, μήπως θα μπορούσε να αποδοθεί καθαρά σε ένστικτο και όχι σε λόγους που χρήζουν ιδιαίτερης ανάλυσης;
Ο έρωτας είναι αυθύπαρκτος, πρωτογενής και υπεράνω προσώπων. Ο μεγάλος έρωτας είναι θέμα προσώπων. Πέρα από πρακτικά βολικά θέματα ανατομικής φύσεως που είναι πολύ σημαντικά για τους ερωτικούς ανθρώπους, αλλά δεν έχουν τρέχουσα σημασία, η θέση αυτή προσφέρει μαζί με την ευχαρίστηση, μια ενδιαφέρουσα αποστασιοποίηση η οποία βέβαια είναι δίκοπο μαχαίρι. Αν κάποιος αναζητάει να δει κάτι βαθύτερο, να διαβάσει τα μάτια του άλλου ή να τον κρατά κάπως συγκεντρωμένο στο πρόσωπο του δεν έχει τη δυνατότητα αυτή. Όμως έτσι του δίνει μια εν δυνάμει ελευθερία. Αυτό μπορεί να είναι λυτρωτικό, ακυρωτικό ή απαισιόδοξο ανάλογα με το φύλο, την χρονική στιγμή και τα ψυχολογικά έρμα των εμπλεκομένων.
Παράλληλα είναι μια διέξοδος να διαχωρίζει κάποιος σχετικά την πράξη, εκφράζοντας σωματοποιημένα τη φοβία ότι η σύγκλιση του πρωτογενούς με το πνευματικό και το συναίσθημα, μπορεί να οδηγήσει σε μια μεγαλειώδη αλλά επικίνδυνη κορύφωση. Επικίνδυνη ως εισιτήριο για την απόλυτη παράνοια του ανεξέλεγκτου έρωτα που ενέχει την πιθανότητα του κινδύνου της εγκατάλειψης.
Βέβαια όσο και να στρέψεις την πλάτη υπάρχουν συναισθήματα που δεν στην στρέφουν αυτά. Όταν ερωτευθείς και διατηρείς αυτή την τάση, μήπως τελικά αναζητάς τον άνθρωπο που θα απαιτεί να τον κοιτάς στα μάτια; Ο τρόπος που κάνουμε έρωτα, μάλλον περισσότερο από τις επιλογές μας, αποκαλύπτει τα πάντα για μας.
Μου αρέσει μια ατάκα που λέει η Mira Sorvino, στο Mighty Aphrodite του Woody Allen. Λέει ότι σε μια σκηνή μιας πορνό ταινίας που πρωταγωνιστούσε, όταν ο συμπρωταγωνιστής της την έπαιρνε από πίσω σκέφτηκε ότι η ηθοποιία είναι πολύ μεγάλη υπόθεση.

Thursday, September 11, 2008

Το νυχτοκάματο του τρόμου


Τον περασμένο χειμώνα κατηφόρισα προς Ιερά Οδό να πάω στον Θανάση Παπακωνσταντίνου, μετά από παρακίνηση φίλων, στους οποίους δεν μπορούσα συγκυριακά να πω όχι. Δυστυχώς για μένα, το Νιόνιο δεν τον γουστάρω ιδιαίτερα αν και του αναγνωρίζω ένα ένδοξο παρελθόν σφραγισμένο από μερικά σημαντικά τραγούδια που ερμήνευσε τότε με την πρέπουσα νεανική του φλόγα. Τα πιο πολλά τα άκουσα πολύ αργότερα λόγω του νεαρού της ηλικίας μου που ταυτιζόταν με την εποχή της μεγάλης του επιρροής. Μαρτυρίες ωριμότερων φίλων ομολογούν ότι η Συννεφούλα υπήρξε αποδεδειγμένα μεγάλο χιτ.
Αλλά δεν λέω την όλη αλήθεια, αποκρύπτω υπό την επήρεια της αντιπάθειας μου προς το ύφος του συνθέτη, ότι το Δημοσθένους λέξις είναι ένα πολύ αγαπημένο μου τραγούδι.
Δεν τα πάω καλά με τους τεράστιους χώρους-πρώην πίστες για καλλιτέχνες της δεδομένης στιχουργικής, όχι μόνο γιατί είμαι περίεργος άνθρωπος και παρεκκλίνω στο ευ βγαίνειν υπό ανθρωπίνων συνθηκών, αλλά και γιατί σιχαίνομαι το αγελαίο μάζωμα θαυμαστών και κοινού τύπου 'είδα φως και μπήκα' ειδώλων, καθώς η εμπειρία έχει δείξει σε κάθε περίπτωση ότι η νύχτα των κέντρων καταπίνει και τις καλύτερες καλλιτεχνικές προθέσεις.
Προς τιμή του ο Θανάσης, που ενδιαιτεί τελικά με άνεση μόνο στους συναυλιακούς χώρους του καλοκαιριού, δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξη του σε έντυπο ότι βλέπει ακόμα εφιάλτες να προσπαθούν να τον πετύχουν με αράπικο φιστίκι στο μάτι. Μου φάνηκε πολύ αστείο σαν αυτοσαρκασμός.
Με τη σχετική πίεση του δημοσιογράφου που είχε περίεργο πως εμπεδώσει όλα τα μειονεκτήματα της παράστασης, παραδέχτηκε την λάθος επιλογή του χώρου και τους περιορισμούς της για εκείνον και τον κόσμο του. Εγώ πέραν των χωροταξικών μου κολλημάτων δεν ικανοποιήθηκα ιδιαίτερα από το αποτέλεσμα, γιατί νομίζω ότι το πρόγραμμα του έκανε κατά κάποιο τρόπο κοιλιά, ώστε να σολάρουν υπερβολικά μακρόσυρτα για άγνωστο λόγο τα κύρια όργανα. Ο ντράμερ μεγάλη μορφή, αναμφισβήτητα.
Παράλληλα διαπίστωσα τη σχετική βαρεμάρα του Νιόνιου να υπερβάλει εαυτόν, καθώς και την μόνιμη δυσκοιλιότητα μεγάλου καλλιτέχνη που εκπέμπει. Κοινώς μας έκλεισε το μάτι, παιδιά πάρτε ένα καλό δείγμα, αλλά δεν είμαι και για χόρταση. Αναμενόμενο.
Από την περιττή κατά τη γνώμη μου αυτή συνεργασία που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι προέκυψαν κάποια ενδιαφέροντα τραγούδια. Για μερίδα φίλων το μέγιστο όλων, κυρίως για την επαναστατική του ιστορία, ήταν το ομώνυμο Φορτίνο Σαμάνο, για το οποίο αν εξαιρέσω το στίχο δεν πετάω και τη σκούφια μου, αλλά δεν έχει σημασία.


Η σχετική με την ιστορία του τραγουδιού φωτογραφία του Agustin-Victor Casasola

Προχτές στη συναυλία στο Λυκαβηττό, υπήρχαν άνθρωποι που πήγαν για να ακούσουν ειδικά αυτό το τραγούδι, το οποίο δεν παίχτηκε ποτέ, αφήνοντας τους στα κρύα του λουτρού. Θεωρίες για το που οδεύουν οι τραγουδοποιοί, όταν αφήνουν απ’έξω κομμάτια όπως αυτό ή τη Θαλασσογραφία, πήραν και έδωσαν. Στο κάτω κάτω της γραφής προβολή θα έκαναν της καινούργιας τους δουλειάς, τι πιο λογικό. Έτσι θυμήθηκα για μια ακόμα φορά την σθεναρή cult εκνευριστική αντίσταση των Radiohead να μην παίζουν ποτέ το Creep στις συναυλίες τους. Αν δεν υπήρχε μια υποψία ότι οι εγχώριοι καλλιτέχνες χάνουν καμιά φορά τη μπάλα, είτε από κεκτημένη ταχύτητα, είτε από διαρκή επινοητική αδράνεια, θα έλεγα ότι η υπόθεση να το κάνουν επίτηδες είναι πολύ πιθανή.
Α και άσχετο, να μην το ξεχάσω, ρε Λαυρέντη τόσοι και τόσοι καπνίσαμε τσιγάρο ‘απ’ τα απαγορευμένα’, μη σου πω χορτολίβαδα, αλλά δεν το κάναμε παντιέρα ρόσα να μας ζαλίζει δις και τρις καθημερινά απ’ τα ραδιόφωνα του κόσμου.

Tuesday, September 02, 2008

Ώρα μηδέν



Νύχτα και οδηγώ για πρώτη φορά το δρόμο από Χανιά προς Ρέθυμνο. Χρόνια πριν με το ΚΤΕΛ είχα κάνει την ανάποδη διαδρομή μέρα, ακούγοντας καταναγκαστικά μια κασέτα του Αντύπα διαπασών, ίσα με πέντε φορές. Πωλείται όπως είναι, επιπλωμένο.
Ταξίδευα με ζέστη και σκέψεις. Αϊ σιχτίρ τη λαϊκή μου επαρχία μέσα. Αφόρητη μέρα, αφόρητη διαδρομή.
Τώρα δεν θυμόμουν το δρόμο καθόλου. Εθνική οδός με μια λωρίδα μοναχά, αφώτιστη και οι γραμμές ξεθωριασμένες. Δε βλέπω Χριστό, το τρέχω νομοταγώς από ανάγκη, στο όριο των σημάτων. Αμάξια κολλημένα από πίσω μου, γαμωσταυρίδια, φάσκελα. Θολώνουν τα μάτια ρε πούστη μου και σεις με τα κωλοντάτσουν με προσπερνάτε με χίλια και βρίζετε γιατί αργείται, γιατί στην επαρχία σας θέλετε να φτάσετε νωρίς ή καθόλου, λες και απέχετε, λες και έχει σημασία να πάτε νωρίς στα ραντεβού με την ιστορία, τη γκόμενα, το σύντεκνο.
Κάπου ανάμεσα στα μπινελίκια και στη ζαλάδα του on the road μέσα μου παλεύει η κρητική με την αρβανίτικη καταγωγή μου, δεν ξέρω γιατί, όμως με κάνουν να νιώθω ότι το σπίτι μου είναι αλλού, εκεί που επιστρέφω πάντα, εκεί που στριμωχτά και κακήν κακώς χωράνε όλοι, εκεί που οι αρχοντομαλάκες είναι πιο λίγοι.
Η οδηγική μαγκιά της τελικής ευθείας και των οριακών ταχυτήτων στις στροφές μου φέρνει αναγούλα.

Sunday, July 20, 2008

Maria Magdalena μεγάλη η χάρη σου


Η Sandra στην Τεχνόπολη στις 23 Ιουλίου 2008. Δεν μπορεί, θα φταίει ο ήλιος και στραβοβλέπω την αφίσα στην παραλιακή, θα είναι ένα κακόγουστο déjà vu. Είδαμε και πάθαμε να ξεφύγουμε από την ακατανόμαστη δεκαετία και το αέναο revival της, γλυτώσαμε την εν λόγω rival της Μαντόνα με τον απύθμενο στίχο και την γλυκερή μουσική τότε και φέτος ως εκ θαύματος πριν την αγέραστη ιέρεια της ποπ, τσουπ να την η Sandra αργοπορημένα πρώτη. Promise me delight!

Monday, June 23, 2008

Black is beautiful


Εκτός του ότι ο τίτλος παραπέμπει ιδεολογικά στο καλλιτεχνικό και ταυτόχρονα πολιτικό αφροαμερικάνικο κίνημα της δεκαετίας του εξήντα, το μαύρο είναι το νέο οικολογικό χρώμα φόντου, ακόμα και στις γνωστές μηχανές αναζήτησης. Έτσι δεν προσδίδει μόνο λιτή αισθητική ομορφιά και μυστήριο, αλλά και οικολογική ταυτότητα. Δύο σε ένα και μινιμαλιστικό και πράσινο.

Thursday, May 29, 2008

Της δικαιοσύνης ήλιε αυτονόητε


Χωρίς στάλα λογοτεχνίζουσας ή φιλοσοφικίζουσας διάθεσης και έχοντας ζήσει τα μετρό του Λονδίνου και του Παρισιού, για τα οποία δεν έχω ανάλογες εμπειρίες.

Στιγμιότυπο πρώτο:
Σύνταγμα μεσημέρι. Πλήθος κόσμου στην αποβάθρα. Ο ήχος ότι ο συρμός αναχωρεί μόλις κλείσουν οι πόρτες ακούγεται, ενώ οι επιβάτες στριμώχνονται ακόμα στις πόρτες. Προσωπικά την έχω πατήσει παλιότερα και έχω το χαρτοφύλακα και το παπούτσι μου σε εγρήγορση για να τραβήξω κλωτσιά στην πόρτα (δεν έχω τσεκάρει βέβαια ακόμα τη δύναμή μου απέναντι της). Οι πόρτες κλείνουν. Μια κυρία πιάνεται από το κεφάλι. Στην προσπάθεια της να απεγκλωβιστεί, πέφτει κάτω. Ο συρμός φεύγει. Στην επόμενη στάση διαμέσου του τζαμιού της καμπίνας του οδηγού, λέω στην νεαρή οδηγό, που δεν διαθέτει συνοδηγό, ‘είστε ηλίθια; την είδατε καθόλου την κυρία που ρίξατε στο Σύνταγμα ή δεν σας ενδιαφέρει καθόλου;’ με κοιτά με βλέμμα απορίας, κενό ή αδιάφορο. Δεν φαίνεται ιδιαίτερα οξυδερκής ή ευαίσθητος άνθρωπος.
Ζητώ από τον υπάλληλο ασφαλείας το όνομα της. Δεν μου το δίνει. Μου προτείνει να κάνω καταγγελία στο Σύνταγμα. Του αντιτείνω ότι έχω κάνει πριν δύο μήνες για απλούστερο θέμα του πάρκινγκ και δεν πήρα απάντηση ποτέ. Του επισημαίνω ότι αν ήμουν στην θέση της τραυματισμένης κυρίας θα καλούσα την αστυνομία επιτόπου και θα απαιτούσα τη μετάβαση μου σε νοσοκομείο. Μου απαντά 'Δεν ξέρετε τι περιστατικά έχουμε, ακούνε τον ήχο και πέφτουν πάνω στις πόρτες με μανία'. Στην προκειμένη περίπτωση όμως η αποβάθρα ήταν γεμάτη κόσμο και η οδηγός απλά βιαζόταν.
Είναι φανερό ότι αν σε σκοτώσει το τρένο δύσκολα θα βρεις το δίκιο σου. Θα πουν ίσως ότι έτρεχες και έπεσες πάνω στην πόρτα του τρένου για να σκοτωθείς, γιατί ήσουν ψυχικά ασταθής και η ζέστη εντείνει τέτοιες συμπεριφορές. Είσαι μόνος απέναντι σε ένα μονοπώλιο. Τα μονοπώλια είναι αλαζονικά και το δείχνουν. Βέβαια το μετρό πάντου είναι μονοπωλιακό, μόνο που στην Ελλάδα κάθε ακραία αρνητική στάση απέναντι στον πολίτη βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Τραγική διαπίστωση.

Η προηγούμενη αναπάντητη καταγγελία:
Το πάρκινγκ του μετρό προφανώς διαθέτει τουαλέτες από την άδεια του και αναλόγως μεγέθους υποχρεωτικά και τον αντίστοιχο αριθμό WC ΑΜΕΑ. Όλα παραμένουν κλειστά για τους πελάτες τους, αλλά και για το κοινό. Προφασίζονται μασώντας τα λόγια τους λόγους ασφαλείας, αλλά η εξήγηση έχει να κάνει με το κόστος καθαρισμού, συντήρησης και φύλαξης. Υπάλληλος της εταιρείας όταν του επισήμανα το θέμα, ειδικά για τα ΑΜΕΑ, μου απάντησε με τα ακριβή λόγια 'το θέμα εξετάζεται μετά από δική σας πρωτοβουλία και κατά περίπτωση από τον εκάστοτε υπάλληλο'.
Δηλαδή, λαϊκά, αν σε κόψει ο υπάλληλος να έχεις πολύ ανάγκη ή να είσαι πολύ ΑΜΕΑ σε ανάγκη, μπορεί και να σου επιτρέψει χρήση WC. Προφανώς και αν η άδεια λειτουργίας τους προϋποθέτει ύπαρξη τουαλετών και χρήση κοινού, είναι παράνομοι. Στην έγγραφη καταγγελία μου, απάντηση δεν έλαβα ποτέ. Το κόστος του πάρκινγκ για μόνιμο πελάτη ανά μήνα είναι 130 Eurο.

Tuesday, April 22, 2008

Μουσείο ανθρώπινης συμπεριφοράς


O ηθοποιός φέρει εγγεγραμμένη στη σάρκα του την ποιητικότητα (ή έστω την απουσία της)του καιρού του, καταγράφει ήθη και συμπεριφορές, δίνει το στίγμα της εποχής και γίνεται έτσι ένα «ζωντανό μνημείο». Στοχάζεται κι αναρωτιέται: «Ποιοι είμαστε; Πού πάμε; Πώς πορευόμαστε;». Μια τέτοια λειτουργία για τον ηθοποιό υπαγορεύει και το πρόσφατο έργο του Αυστριακού συγγραφέα Πέτερ Χάντκε «The hour we knew nothing of each other» («Όταν δεν ξέραμε τίποτα ο ένας για τον άλλο»). Το έργο του Χάντκε, με 450 χαρακτήρες-φιγούρες της σύγχρονης μυθολογίας και καθόλου διάλογο, παίζεται με επιτυχία στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, ενώ από 7/5 θα το δούμε, στο Θέατρο Σημείο στη σκηνοθεσία του Νίκου Διαμαντή.

Μάλιστα, ο Έλληνας σκηνοθέτης-καθηγητής επέλεξε να «προλογίσει» τις παραστάσεις του με τη θεατρική εγκατάσταση «Μουσείο ανθρώπινης συμπεριφοράς» (21-22/4), που θέλει τους θεατές να κινούνται ελεύθερα, σαν να βρίσκονται σε μουσείο, ενώ οι ηθοποιοί, σαν «ζωντανά γλυπτά», εκθέτουν συμπεριφορές, προθέσεις, ανθρώπινες δραστηριότητες και καταστάσεις. Όλα αυτά, βέβαια, σε συνδυασμό με την (ίσως αναγκαία για την πολύβουη πραγματικότητά μας;) συνθήκη σιωπής, μας γυρίζουν πίσω στους αφορισμούς του Βίτγκενσταϊν («Τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του κόσμου μας») και στον πόθο για λίγες στιγμές ησυχίας, περισυλλογής, τελετουργίας.

Πάνω στους άξονες διατροφή, τέχνη, σεξ, ζώα, κακό, έλεος, έξι ηθοποιοί παίζουν αντίστοιχους θεματικούς μονολόγους, από διάφορα αναγνώσματα επιλογής του σκηνοθέτη. Η δράση στον χώρο του θεάτρου Σημείο, συμβαίνει παράλληλα, επαναλαμβανόμενα, μέχρι το τέλος της παράστασης. Συχνά, όταν συντονίζονται οι αφηγητές, τα θεατρικά λόγια αντηχούν στον ενδιάμεσο χώρο σαν βοή, οδηγώντας τον καθένα να επικεντρώνεται στο πρόσκαιρο κοινό του, να υψώνει τον τόνο του ή να τον διαφοροποιεί ώστε να γίνεται κατανοητό το κείμενο.
Ο θεατής επιλέγει τη σειρά που θα παρακολουθήσει τα δρώμενα, από την είσοδο προς το βάθος της σκηνής ή ανάποδα, όσες φορές θελήσει, με όσες επαναλήψεις επιθυμεί, στεκόμενος απέναντι ή δίπλα στους ηθοποιούς, μέσα ή έξω από τον προδιαγεγραμμένο σκηνικό χώρο.

...more and more people, the bizarre and the humdrum, fleetingly connected by proximity alone.
Έτσι και εδώ το μόνο κοινό είναι η εγγύτητα της απόστασης και η ταυτόχρονη δράση όταν ο καθένας μιλάει για το θέμα του, ουσιαστικά περιχαρακωμένος στον μικρό σκηνικό του χώρο, αλλά αγγίζοντας τον θεατή που κινείται προς τον επόμενο ηθοποιό, όπως το συνδετικό νήμα, ενός κουβαριού που γυρίζει γύρω από ανθρώπινες έννοιες και στοχασμούς. Μουσείο ανθρώπινου στοχασμού.
Πρόλογος με συμπυκνωμένους μονολόγους, σε ένα έργο με 450 χαρακτήρες, χωρίς διαλόγους, χωρίς καθόλου λέξεις.

Friday, April 11, 2008

Απ' του κουβέρ σου την άκρη


Το κουβέρ επισήμως έπαψε να υφίσταται, ως και του έπρεπε.
Πλέον όμως, υπάρχουν πολλά μαγαζιά που πρέπει να ζητήσεις συνοδευτικό ψωμί, το οποίο και χρεώνεται κατά βούληση, αλλά με ενημέρωση του πελάτη για την αντίστοιχη χρέωση. Αναγκαστικά μιλάμε για ψωμάκι, διότι με φέτες θα ήταν αδύνατη ή γελοία η όποια χρέωση με τη φέτα, εκτός αν το ψωμί ζυγιζόταν παρουσία του πελάτη, όπως στο ιστορικό παρελθόν και είχε εξαρχής τιμή κιλού στον κατάλογο. Αστεία πράγματα δηλαδή.
Σήμερα κατά τη διάρκεια μεσημεριανού, με ενημέρωσαν ότι το πολύσπορο mini ψωμάκι που θα συνόδευε μια σαλάτα στοιχίζει ένα ολόκληρο Ευρώ. Το μαγαζί ήταν χαριτωμένο και γενικά έντιμο για να αρχίσουν οι γκρίνιες, αλλά δεν μπορώ παρά να μην σημειώσω την εξωφρενική τιμή πώλησης του αρτιδίου. Μόνο σ' αυτή τη χώρα μια διάταξη που πολεμά να προστατεύσει τον καταναλωτή, θα μπορούσε να μεταφραστεί κατ' αυτόν τον επικερδή για τον καταστηματάρχη τρόπο. Στην περίπτωση που συναινέσει κανείς βέβαια. Νομίζω όμως, ότι υπάρχουν στιγμές και φαγητά που δεν πάνε κάτω ασυνόδευτα, με απλά λόγια η παρουσία ψωμιού επιβάλλεται.
Με αυτές τις σκέψεις κατέληξα στην σατανική φαεινή ιδέα να παραφράσω τον αγγλικό όρο των φοιτητικών πάρτι B.O.B (bring your own booze), σε B.O.B (bring your own bread) και να αρχίσω την επαναστατική τακτική της κρυμμένης φρέσκιας φρατζόλας κάτω απ' το πουκάμισό μου. Στοιχηματίζω το δίχως άλλο, ότι θα κακοφαινόταν η στάση μου αυτή στα μαγαζιά της πιάτσας.
Αναρωτιέμαι τέλος, αν τα τελευταία οχυρά που σερβίρουν δωρεάν το ψωμί τους νοιώθουν εντελώς κορόιδα ή έχουν μετακυλίσει το κόστος στις τιμές τους κάτι ουσιαστικά έξυπνο τεχνηέντως, διότι στην τελική κερδίζουν τις εντυπώσεις. Να σημειώσω ότι σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Αγγλία τέτοια χρέωση, κατά την δική μου εμπειρία πάντα, ουδέποτε υπήρχε.

Saturday, March 22, 2008

Επαρχιωτισμός

"How to define provincialism? As the inability (or the refusal) to see one's own culture in the large context."

Kundera: 'The Curtain'

Wednesday, March 19, 2008

Παλιές μαρμάρινες σκάλες


Έπεσα σε ύπνο βαρύ. Είδα ένα συνηθισμένο σε μένα όνειρο. Κατέβαινα γρήγορα παλιές, φαρδιές, μαρμάρινες σκάλες. Τόσο γρήγορα, που ήταν τελικά σαν να μην πατούσαν τα πόδια μου στη γη. Ήταν ένα ωραίο όνειρο.

Thursday, February 28, 2008

Συνεντεύξεις


Francis Bacon
Man with Dog
1953

Τις αργές ώρες, μπορεί να διαβάσω εφημερίδες. Δωρεάν, διαδυκτιακές ή κυριακάτικες δεν έχει καμία σημασία.
Αναρωτήθηκα σήμερα, γιατί πάντα σε αυτά τα έντυπα ξεχωρίζω τις συνεντεύξεις ανθρώπων που για κάποιο λόγο με ενδιαφέρουν.
Το ίδιο κάνω και στην τηλεόραση, όταν την ανοίγω (τελευταία είναι καμένη, οπότε δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα) και όταν τυχαία πέσω πάνω σε εκπομπές τετ-α-τετ συζήτησης.
Ίσως ο λόγος να είναι η διαστροφή ενός τρίτου να δει τον άνθρωπο πίσω από το έργο ή ακόμα χειρότερα η ανάλυση μιας πορείας, που στέκεται αυτούσια και πλήρης, με βάση στοιχεία της προσωπικότητας του δημιουργού. Αυτή είναι μια απλοποίηση της ανάγκης να υποδυθείς τον ψυχαναλυτή του καλλιτέχνη ή του αναζητητή ψιχίων αρμόδιας ερμηνείας. Έτσι το βλέπω χοντρικά.

Έδωσε συνέντευξη ο Δήμος Μούτσης σε ένα free press. Αυτός ο άνθρωπος έχει μια ήρεμη τσαντίλα στον τρόπο που μιλάει, μια αυθεντική ειλικρίνεια που μου αρέσει, μου αρέσουν οι ιδιομορφίες του, χωρίς απαραίτητα να μου είναι ο πλέον συμπαθής. Ας πούμε ότι κυρίως τον εκτιμώ.
Παραθέτω ακριβώς μερικά αποσπάσματα που μου δείχνουν, ότι αν είσαι ρεαλιστής βλέπεις την εικόνα που ξετυλιγέται από την ίδια τουλάχιστον οπτική γωνία.

''.....Μαγειρεύω καλά. Δεν ξέρω αν στο 'πα. Όλα αυτά τα βιβλία πίσω μου που νομίζεις ότι είναι ποίηση και δοκίμια είναι βιβλία μαγειρικής. Και παίζω και snooker, ξέρεις, εγγλέζικο μπιλιάρδο. Kι έχω και μια μηχανή που πια τη φοβάμαι και δεν τη χρησιμοποιώ. Και μαζεύω και κρασιά τα οποία ποτέ δεν πίνω.

Σήμερα ζω στο Νέο Ηράκλειο. Σηκώνομαι το πρωί, φτιάχνω στην κουζίνα καμιά σάλτσα και την πετάω, πάω το σκύλο βόλτα σε μέρη που δεν έχει ανηφόρες και κατηφόρες, γυρίζω, κάθομαι στον υπολογιστή, γράφω καμιά μουσική, φτάνει το αφτί μέχρι το σημείο που την ακούω να παίζει, και μετά σκέφτομαι και μετά έχουν ήδη περάσει 3 μέρες από το πρωί που σηκώθηκα. Άμα λοιπόν τα βάλεις κάτω, με αυτό το πρόγραμμα οι 365 μέρες του χρόνου είναι για μένα 120 τέτοιες σκέψεις που επαναλαμβάνονται.

Τα βράδια βγαίνω μόνο για φαγητό. Δεν πηγαίνω ποτέ στα μπουζούκια γιατί δεν αντέχω να ακούω τα τραγούδια μου από δημόσιους υπαλλήλους. Δεν πηγαίνω ποτέ να πιω σε μπαρ γιατί αν το ποτό είναι αυτοκτονία προτιμώ να το κάνω σπίτι μου. Επίσης πάω κάνα σινεμά ή κάθομαι στο σαλόνι κι ακούω τα «Νεκρά Παιδιά» του Μάλερ. Το ακούω μανιακά. Κάθε μέρα, κάθε μέρα, κάθε μέρα. Κι όλο κάτι ψάχνω να βρω μέσα μου, ενώ ξέρω ότι απολύτως τίποτα δεν ψάχνω. Είναι αυτό που λέει κι ο Καρυωτάκης στους «Ιδανικούς αυτόχειρες». «Βέβαιοι πως τ’ αναβάλουν κατά βάθος». Κι ίσως είναι κλισέ αυτό που θα πω, αλλά σήμερα όλα έχουν χάσει την ταυτότητά τους.

Διακοπές δεν πάω στην Ελλάδα, χωρίς να σημαίνει ότι σιχαίνομαι την επαρχία. Μάλιστα, θα μπορούσα να ζήσω στην επαρχία. Άλλωστε το Νέο Ηράκλειο δεν έχει καμιά τρομακτική διαφορά από το Βόλο. Μόνο την ψευδαίσθηση ότι είσαι πιο κοντά στην Πανεπιστημίου. Πάω πολύ συχνά στο Παρίσι. Πάλι; Πάλι. Μόνο; Μόνο. Το Παρίσι είναι επίπεδο και περπατιέται. Βλέπεις κάτι στο δρόμο και την επόμενη μέρα είναι πιο όμορφο.

Η θάλασσα δεν μ' αρέσει καθόλου. Έχω να κάνω μπάνιο 7 χρόνια. Στη θάλασσα, εννοώ. Όπως επίσης δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που πήγα σε εκκλησία ούτε το λόγο που μ’ έκανε να πάω.

Όταν με ενοχλεί κάτι, θα μιλήσω μόνο αν δεν μπορώ να φύγω. Δεν μπορώ να πείσω.

Τέχνη είναι αυτό που καταλαβαίνεις. Τίποτε άλλο. Άμα σε πάνε στον Παρθενώνα και δεν σ’ αρέσει, κανένας δεν θα μπορέσει να σε πείσει ότι είναι όμορφος. Γιατί όταν θα σου πούνε ότι είναι από μάρμαρο, θα σκεφτείς ότι και τα σκαλιά της πολυκατοικίας σου είναι από μάρμαρο ή όταν θα σου πούνε ότι είναι μεγάλος θα σκεφτείς ότι το Ολυμπιακό Στάδιο είναι μεγαλύτερο. Δεν υπάρχουν επιχειρήματα στην τέχνη.
''

Friday, February 15, 2008

Carnal knowledge by Damien Hirst


Είναι μερικές εικόνες, εν προκειμένω έργα τέχνης, ή έστω ερωτικές αποτυπώσεις, που το λιγότερο που κάνουν είναι να εντυπωσιάζουν, κατά κάποιο τρόπο. Κατά οποιονδήποτε τρόπο και ερμηνεία.
Από το περιοδικό The Idler.
Ο Damien δεν θα έλεγα ότι είναι και αγαπημένος μου.

Wednesday, January 30, 2008

Η ήμερη


Ο μοναγωνιστής ξαπλωμένος στα κεραμικά μπλε πλακάκια. Παίρνει ανάσες. Αρχίζει ο μονόλογος.
Βήχας, μπέρδεμα της γλώσσας, παραλήρημα. Μέσα, πάνω σε ένα τραπέζι, το πτώμα της αυτόχειρος συζύγου του, της ήμερης.
Σταματάω να γράφω. Ψάχνω στο συρτάρι μου. Ήξερα ότι θα βρω καταχωνιασμένο ένα πούρο cohiba. Η ανάγκη καμιά φορά να μουδιάσεις το μυαλό σου είναι μεγάλη. Ας μην επεκταθώ στο πως ή το γιατί. Σκέφτομαι βαριά, το επιθυμητό μέσο δεν υπάρχει. Τι κρίμα. Αυτοστιγμής μετράει η ανάγκη και μόνο αυτή.
…………
«Φανταστείτε ένα σύζυγο, και σ’ ένα τραπέζι επάνω να κάθεται η γυναίκα του που αυτοκτόνησε, παν κάτι ώρες, πηδώντας από το παράθυρο. Είναι ανάστατος, δεν μπορεί να μαζέψει το μυαλό του. Πηγαινοέρχεται από τη μία κάμαρα στην άλλη πασχίζοντας να συλλάβει το τι έγινε, ΄να μαζέψει τις σκέψεις του σ’ ένα σημείο’ »*.
………
Να μαζέψει τις σκέψεις του σε ένα σημείο, μα τι λέει, σαν να είναι κάτι απλό, κάτι εφικτό αυτή η σημειακή συγκέντρωση. Χα.
Ασθμαίνοντας και γελώντας ανησυχητικά από αμηχανία, ο σύζυγος μιλάει ακατάπαυστα. Αληθινά όμως έχει συνάχι και καθώς μονολογεί με δυσκολία, στενά ρυάκια μύξας κατρακυλούν από τη μύτη του. Σκουπίζεται με το χέρι του και ύστερα πιάνει το πρόσωπο του και παίζει, παίζει ασταμάτητα, δίνοντας μας τον λόγο του, τον πόνο του, την αρρώστια του. Σκουπίζεται και πασχίζει, και πάλι άλλη μια φορά. Άλλη μια φορά. Πάλι.
Έτσι είναι η τέχνη, περίεργη και ο αγώνας του ερμηνευτή κόντρα στον καιρό και την πραγματικότητα.
Φανταστείτε ένα σύζυγο, που πασχίζει να συλλάβει το τι έγινε, έναν ηθοποιό 'κενό κορμί' , 'νεκρό'**, που αντιπαλεύει όταν το σώμα του δεν τον βοηθά, όταν το μουδιασμά του δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από την υλική του φύση.



*Φιόντορ Ντοστογέφσκι, Η ήμερη. Σημείωμα του Συγγραφέα.
**Μιχαήλ Μαρμαρινός, Εθνικός Ύμνος. Good Quality Memories in a Price You Can Afford.

Thursday, January 24, 2008

Στον πάτο του ποτηριού


Τα ποτήρια του κόκκινου κρασιού, όταν μείνουν κάποια ώρα άπλυτα,
σχηματίζουν πια στον πάτο, ένα γλοιώδες κατακάθι στερεού χρώματος.
Με ανησυχεί η τόση χημεία, ο πάτος, το κατακάθι. Ούτε ένα ποτήρι κρασί δεν πίνεται πια χωρίς σκέψη.
Πολύ κατακάθι.