Ήταν δώδεκα χρονών. Μαζί γράφαμε φυλλάδια για τα σκουπίδια, τα αδέσποτα, τη θάλασσα και τα μοιράζαμε νύχτα κάτω απ’ τις πόρτες. Μας κατάλαβαν όλοι και θύμωσαν. Ελάχιστη επαρχία του ογδόντα. Δεν δέχονταν υποδείξεις και μαλώματα.
Έπιανε τα μαλλιά της κοτσίδια, φόραγε στράπλες μακό και έκανε ποδήλατο, πέρα δώθε. Ασταμάτητα. Όταν ένας Γιάννης της είπε κάτι προστυχόλογα, του πέταξε το χωνάκι της στη μούρη. Στην άκρη του χωριού, κάθε απόγευμα, χάζευε τα παγόνια. Μια μέρα φρέναρε άτσαλα σε μια κατηφόρα και έφυγε από το δρόμο, ποδήλατο, κορίτσι, πέτρες, έγιναν κουβάρι. Σηκώθηκε, τινάχτηκε, ίσιωσε πρώτα τη φούστα της και έπειτα τις λαμαρίνες.
Κάποιο απόγευμα πάτησε με τη σαγιονάρα της ένα ξύλο με καρφωμένες πρόκες. Σύρθηκε αθόρυβα στο καλύβι ενός ψαρά και τον παρακάλεσε να της ξεκαρφώσει το πόδι. Λίγο ιώδιο και να τη, κουτσαίνοντας, χωρίς να βγάλει άχνα, περπατάει στην παραλία.
Ακόμα έτσι είναι, πατάει πρόκες κι’ ύστερα απ’ τις πρώτες βοήθειες συνεχίζει μόνη. Μικρή παρένθεση, της σβήστηκε αυτό το βαθύ ανθρώπινο χαμόγελο απ’ το πρόσωπο.
Νομίζω γελάει σπάνια.
Νομίζω γελάει σπάνια.

No comments:
Post a Comment