Πάνω σε ένα βράχο, τραχύ, από
αυτούς που δεν σκαρφαλώνονται με άμαθα γυμνά πόδια και κόβουν σαν λεπίδια,
ακούμπησε τον καπνό του. Ήταν περίεργο, αλλά μέσα σε αυτό το καλοκαίρι των
θυελλωδών ανέμων, η μέρα ήταν άπνοη. Ξεψυχισμένη. Η θάλασσα γυαλί ή μάλλον χάντρα
θαλασσιά, για το μάτι που βασκάνει. Ο ποιητής μέσα του αηδιάζει.
‘Άκου το μάτι. Ρε μαλάκα ή είσαι
άπιστος ή δεν είσαι.’ Τελοσπάντων, δεν φυσάει καθόλου.
Η αφόρητη ζέστη σε άπνοια, είναι
ο διχασμός ανάμεσα στην όρμη να βουτήξει στο νερό και την πακτωμένη ανάγκη να
σταθεί ακίνητος, λιώνοντας στο χρόνο, παγώνοντας τη στιγμή. Ο ιδρώτας στάζει
απ’ το μέτωπο, απ’ το στήθος, τις μασχάλες, τ’ αρχίδια. Μικρές σταγόνες
ποτίζουν τις κροκάλες. Η μία μετά την επόμενη. Και το τσιγάρο μισοτελειώνει
ανάμεσα στα κιτρινισμένα δάκτυλα.
Η φιλοδοξία πεταρίζει μπροστά στα
μάτια, σαν αποκόλληση. Μια γραμμή θολή
και μπλε, σε άλλο σημείο κάθε φορά. Κλείνει τα μάτια σφικτά. Εξαφανίστηκε. Η
φιλοδοξία, η αισιοδοξία, η δόξα, η λόξα, λέξεις, καμία σημασία δεν έχουν. Εδώ και τώρα.
Μπροστά στα πόδια του ένα κύμα στριφογυρίζει το γέρο αχινό στον αφρό. Πεθαίνει.
Δεν μπορεί να προσκολληθεί πια. Πεθαίνει. Άλλαξε χρώμα ήδη. Μίκρυναν τα αγκάθια
του με τον καιρό, έπαψε να είναι ο αχινός που ήταν. Ήρθε η ώρα να δει τον έξω
κόσμο, τελετουργικά. Ένας τελευταίος χορός.
Εδώ και τώρα, είναι τα στήθη της.
Μαλακά, στητά, γυμνά. Τα ζουλά και ζωντανεύουν. Η μικρή μελανιά απ’ τα δάκτυλα
παραμένει εκεί. Σημάδι ότι πέρασε. Και η μανία μεταφυσική. Η αγριότητα, του
μέσα στο κατακαλόκαιρο, έξω στην φύση. Η βία που απομένει ανάμεσα τους, όταν γδέρνει
το τοπίο κάθε επίστρωση βρωμιάς. Κι η μικρή κραυγή, ‘μη πρόσεξε, μη λερώσεις το
καθαρό σεντόνι, έλα, πάνω μου’.
Οι σπηλιές, να τη στριμώξει, οι
γωνίες στα μονοπάτια, να της αγγίξει τα γόνατα. Να σκύψει στα σκαλιά να γλείψει
τις κλειδώσεις. Ας μείνει εδώ. Εδώ είναι το νυν και το αεί. Στο βάθος, κοράκια κρώζουν τον πόθο και το
θάνατο. Εδώ είναι η ζωή. Στο άγριο κατσίκι που στάθηκε στην άκρη του γκρεμού να
δει το ηλιοβασίλεμα. Δεν τον πιστεύει κανείς. Λυρικότητες κι αηδίες. Κι όμως στάθηκε.
Κι όμως το είδε. Παραμιλούσε, παραπατώντας. Θυμήθηκε τη σκηνή, πολύ αργότερα,
στο κέντρο υγείας, που τον μετέφεραν με ηλίαση και ένα μεγάλο καρούμπαλο στο
μέτωπο. Ο γελοίος.