Βροχή
Βρέχει ασταμάτητα. Σχεδόν δυο μερόνυχτα. Μουλιάσανε τα παπούτσια μου, για πρώτη φορά μετά το δημοτικό. Δεν βρίσκω κομμάτι του δρόμου να πατήσω δίχως ρυάκι. Δεν κυκλοφορεί σχεδόν κανείς, μόνο ελάχιστες σιωπηλές ομπρέλες. Συντροφιά ο ήχος της βροχής στην πλακόστρωση.
Δεξιά μου η Ακρόπολη βουβή, αριστερά το σπίτι του Άκη ντροπιασμένο, τα δέντρα αγέρωχα μου γνέφουν σχεδόν ειρωνικά. Ειρωνικά στο αιώνιο τους μεγαλείο.
Νομίζω φοβάμαι τους ρυθμικούς ήχους, θυμίζουν κινέζικο βασανιστήριο, ταπ, ταπ, ταπ. Προτιμώ τη μπόρα. Κι’ η μπόρα έρχεται.
Φύλλα
Πάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, ξεψυχάει με χειμέριο ρόγχο, κίτρινη, όλη η μουριά. Μεγάλα φύλλα, σαβανώνουν το τζάμι. Μερικά θα μείνουν κολλημένα εκεί πάνω, θα ταξιδέψουν όλη την παραλιακή, θα πάνε στην αταίριαστη θάλασσα. Το σπίτι στη θάλασσα είναι η ελαφρότητα της ζωής και η σοβαρότητα της χωμάτινης νότιας τρικυμίας. Το σπίτι στον πεζόδρομο των φύλλων, είναι η ιστορική συνέχεια, η ανατριχίλα των συλλογικών ενθυμημάτων.
Αδράνεια
Οδηγώ μηχανικά. Φτάνω εκεί, σχεδόν ξεχνώντας πως. Ο τρόμος στους δρόμους με τα δέντρα είναι το αφηρημένο νου. Θα πατήσεις φρένο έγκαιρα ή θα χάσεις την τελευταία ευκαιρία; Έχεις καλά βροχολάστιχα ή η τσιγκουνιά σου φοράει τα γυαλισμένα; Θυμάσαι, ξεχνάς; Θα γίνεις φονιάς ή ιδανικός αυτόχειρας;
Παράτα το ρημάδι στην άκρη. Περπάτα καλύτερα, μη το σκέφτεσαι. Η αδράνεια αγαπά τη χορογραφία των απλών κινήσεων, τις ίδιες τροχιές, το σιγανό βηματισμό. Κι ύστερα όσοι νομίζουν ότι πεζοπορώντας λύνει κανείς πολύπλοκα ζητήματα μέσα στο κεφάλι του, κάνουν μεγάλο λάθος. Ούτε χαμένοι έρωτες, ούτε κλεμμένα φιλιά, ούτε μαθηματικές εξισώσεις, ούτε πεταμένες ευκαιρίες. Μουλιάζεις.
Χαζεύεις τις πλάκες που σου τρώνε τις κρεπ σόλες, τις τσίχλες που δεν ξύστηκαν ποτέ, τα διακριτικά φώτα, τα πεσμένα φύλλα. Και η διαδρομή έχει γυρίσει ανάποδα.
Η φωτογραφία "Boulevard du Temple" στο Παρίσι, τραβήχτηκε το 1838 από τον Louis Daguerre
Βρέχει ασταμάτητα. Σχεδόν δυο μερόνυχτα. Μουλιάσανε τα παπούτσια μου, για πρώτη φορά μετά το δημοτικό. Δεν βρίσκω κομμάτι του δρόμου να πατήσω δίχως ρυάκι. Δεν κυκλοφορεί σχεδόν κανείς, μόνο ελάχιστες σιωπηλές ομπρέλες. Συντροφιά ο ήχος της βροχής στην πλακόστρωση.
Δεξιά μου η Ακρόπολη βουβή, αριστερά το σπίτι του Άκη ντροπιασμένο, τα δέντρα αγέρωχα μου γνέφουν σχεδόν ειρωνικά. Ειρωνικά στο αιώνιο τους μεγαλείο.
Νομίζω φοβάμαι τους ρυθμικούς ήχους, θυμίζουν κινέζικο βασανιστήριο, ταπ, ταπ, ταπ. Προτιμώ τη μπόρα. Κι’ η μπόρα έρχεται.
Φύλλα
Πάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, ξεψυχάει με χειμέριο ρόγχο, κίτρινη, όλη η μουριά. Μεγάλα φύλλα, σαβανώνουν το τζάμι. Μερικά θα μείνουν κολλημένα εκεί πάνω, θα ταξιδέψουν όλη την παραλιακή, θα πάνε στην αταίριαστη θάλασσα. Το σπίτι στη θάλασσα είναι η ελαφρότητα της ζωής και η σοβαρότητα της χωμάτινης νότιας τρικυμίας. Το σπίτι στον πεζόδρομο των φύλλων, είναι η ιστορική συνέχεια, η ανατριχίλα των συλλογικών ενθυμημάτων.
Αδράνεια
Οδηγώ μηχανικά. Φτάνω εκεί, σχεδόν ξεχνώντας πως. Ο τρόμος στους δρόμους με τα δέντρα είναι το αφηρημένο νου. Θα πατήσεις φρένο έγκαιρα ή θα χάσεις την τελευταία ευκαιρία; Έχεις καλά βροχολάστιχα ή η τσιγκουνιά σου φοράει τα γυαλισμένα; Θυμάσαι, ξεχνάς; Θα γίνεις φονιάς ή ιδανικός αυτόχειρας;
Παράτα το ρημάδι στην άκρη. Περπάτα καλύτερα, μη το σκέφτεσαι. Η αδράνεια αγαπά τη χορογραφία των απλών κινήσεων, τις ίδιες τροχιές, το σιγανό βηματισμό. Κι ύστερα όσοι νομίζουν ότι πεζοπορώντας λύνει κανείς πολύπλοκα ζητήματα μέσα στο κεφάλι του, κάνουν μεγάλο λάθος. Ούτε χαμένοι έρωτες, ούτε κλεμμένα φιλιά, ούτε μαθηματικές εξισώσεις, ούτε πεταμένες ευκαιρίες. Μουλιάζεις.
Χαζεύεις τις πλάκες που σου τρώνε τις κρεπ σόλες, τις τσίχλες που δεν ξύστηκαν ποτέ, τα διακριτικά φώτα, τα πεσμένα φύλλα. Και η διαδρομή έχει γυρίσει ανάποδα.
Η φωτογραφία "Boulevard du Temple" στο Παρίσι, τραβήχτηκε το 1838 από τον Louis Daguerre
Μην ανησυχήσετε, η λυρικότητα είναι προϊόν βροχής και ημερών, σύντομα στο γνωστό κυνικό ύφος θα μιλήσω για σεξ και τέχνη, ή την τέχνη του σεξ, ανάλογα.


