Tuesday, December 28, 2010

Βαθιά ζωώδης στιγμή


Η περασμένη χρονιά κόντεψε να τελειώσει με πίκρα, όχι ότι άρχισε καλύτερα. Δεν ήταν όμως τελικά έτσι, μια και τελείωσα, χύνοντας.
Ικανοποίηση και ευφορία. Ακούγεται ίσως κυνικό, μπορεί ακόμα και ρομαντικό για κάποιους, αλλά είναι η αλήθεια και σκέφτεσαι τι πιο λογικό απ’ το να αλλάξεις χρονιά πάνω σε ένα οργασμό. Ακριβώς επάνω.
Νομίζω ότι θα προτιμούσα φέτος να αλλάξω χρονιά πίνοντας. Ίσως μου πάει πιο πολύ στην ψυχοσύνθεση μου, ίσως είναι η διάθεση μου τέτοια. Μ’ αρέσει να γελάω ασταμάτητα μέσα σε αχνούς από αλκοόλ και να μπλέκω τα λόγια μου. Από τις ψεύτικες υποσχέσεις και τα κατά δήλωση συναισθήματα να τυλίγουν απρεπώς ζωώδη γαμήσια, επιλέγω μεθύσια και γαμήσια σκέτα. Άνευ χαρτοφυλακίου.

Η φωτογραφία από την ταινία του Οικονομίδη

Sunday, December 19, 2010

Alice's Adventures in Wonderland


"Μα δε θέλω να μπλέξω με τρελούς" παρατήρησε η Αλίκη.

"Α, αυτό δεν μπορείς να το αποφύγεις!" είπε η Γάτα.

"Οι πάντες είμαστε τρελοί εδώ".

Lewis Carroll
(εκδόσεις Πατάκη)

Tuesday, December 07, 2010

Τρόμος και ρομάντζο


Σφήνα

Η περίοδος είναι θολή. Ζέστη. Μια διαρκής αναμονή πριν να ξεσπάσει η θύελλα. Τίποτα αυτοτελές, μάλλον χλωμό στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσει.
Δεν υπάρχει ορατότητα και η ομίχλη που έρχεται, προφανέστατα από τη θάλασσα, καταπίνει τα πάντα, αδιάκριτα.
Νομίζω είναι καλύτερα να μη σε κοιτάω κατάφατσα, δεν έχει σημασία το πρόσωπο σου, ίσως δεν έχεις πρόσωπο πριν το χρόνο, μονάχα μια αδιόρατη παρουσία.
Στη μίμηση μιας ρομαντική ιστορίας, τείνω το χέρι, χωρίς καμία σιγουριά, ανόρεκτα, αλλά σ’ αγγίζω. Βλέπω στον καθρέφτη μου πως είναι η αναπαράσταση ενός μικρού έρωτα. Ενός ανύπαρκτου έρωτα που θα τον καταπιεί η ομίχλη.



Χρόνος

Τικ, τακ, τικ, τακ. Περνάνε οι μέρες, οι μήνες, ο χρόνος. Δεν θα ζήσουμε αιώνια, αλλά φοβάμαι πως μπορεί να ζήσουμε πολύ. Μείναμε κολλημένοι εκεί, πάνω σε ένα θλιβερό κρεβάτι, ή ίσως σε ένα λιγότερο θλιβερό, με ωραία εσώρουχα, σεντόνια να μας τυλίγουν σαν σάβανα και το άρωμα σου να αχνίζει πάνω από το σώμα. Προσπαθώ να θυμηθώ μια εικόνα ξεκάθαρη, την κίνηση ενός ποδιού, τα χέρια σου να ακουμπάνε κάπου. Δεν θυμάμαι τίποτα όμως, μόνο την υγρή ζέστη.



Αποτύπωμα

Κοιτάω τα μέλη μου, ανέπαφα. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω ακόμα. Μάλλον την έβγαλα. Κανένα αποτύπωμα. Ανάμεσα στα όνειρα μου, σε αλκοόλ και υπνωτικά χάπια, νομίζω ένα βράδυ με πήρες τηλέφωνο, η φωνή σου κόμπιαζε. Έτσι σκατά μπερδεμένα που μου μιλάς, στοιχηματίζω πια ότι καταλαβαίνω τα μισά. Θα ορκιζόμουν μεσ’ τη ζαλάδα, σα να μου είπες ότι σου έλειψα, απλά δεν καταλαβαίνω τι ήταν αυτό που μπορεί να λείπει σε κάτι έντρομα ημιτελές. Ύστερα είπα να το αποδώσω σε κύκλους που κλείνουν και σε μικρές πορείες προς τα εμπρός, κάτι εμπρός που θυμίζουν πίσω, πίσω από την πλάτη και πισωκολλητά.


Οι πίνακες και ο τίτλος από την τελευταία έκθεση του Στέφανου Ρόκου στη Γκαλερί Αγκάθι, αλλά και παλιότερη δουλειά του.

Sunday, November 28, 2010

Επιτύμβιο


The Tenderness, 2000, Sára Saudková



Κάθε φιλί
αποτελείται εξολοκλήρου από τον κίνδυνο
να'ναι το τελευταίο.

Επιτύμβιο
Κική Δημουλά

video Reflections of a Skyline
από το έργο Crave
της Sarah Kane

Tuesday, November 23, 2010

Καμιά φορά


Καμιά φορά όταν κοιτάω βαθιά μέσα στα μάτια σου,
ορκίζομαι ότι μπορώ να δω τη ψυχή σου!

Άντε ρε μαλάκα, σιγά μη δεις και τους εφιάλτες μου.
Με ξεπλένουν ατέλειωτες βροχές των μουσώνων, ορκίζομαι, καμιά φορά...
Καμιά φορά πίνεις πολύ, κάνεις και κανένα μπάφο και βλέπεις αγάλματα να σου κλείνουν το μάτι.
Χόρεψε, χόρεψε, κόλλα τις σόλες σου σε νοθευμένα ποτά, ζάχαρη και κωλόχαρτα κομφετί, κι’ ύστερα στο χαλάκι από χόρτο, το οικολογικό, να τις σκουπίσεις καλά για να ‘ρθεις μέσα.
Μέσα μου, στο άδυτο μου, στο βρωμερό μου το κελί, στο σκοτεινό κρεββάτι μου, εκεί που θ’απιθώσεις το άσπρο σου κορμί να το γαμήσω.
Εκεί επάνω, μιλάω εγώ, βογκάω εγώ, ουρλιάζω εγώ, χτυπάω το στήθος μου σαν πίθηκος.
Ανελέητα με φόβο να μελανιάσω την ανενεργή καρδιά μου, ω, δεν έχω συναισθήματα μετά τη ρεύση, ω η μάνα μου δε μ’ αγάπησε πολύ, ω μου φταίει ο κόσμος κι’ ο ντουνιάς.

Η φωτογραφία του θεού.

Friday, November 19, 2010

Κόκκινο


Το διπλανό τραπέζι είναι κόκκινο. Οι ξύλινες καρέκλες είναι εξίσου κόκκινες.
Δυο Κινέζοι από τη μία μεριά και από την άλλη τρεις Έλληνες της εναλλακτικής σκηνής. H νεαρή Κινέζα μιλάει στο διπλανό της, κάνουν που και που παύσεις για να φάνε Μύστικ Πίτσα.
Όταν οι υπόλοιποι αρχίζουν μια εκτενή ανάλυση για το Μάο και τις τακτικές του, τους ρίχνω μια έντονη ματιά γεμάτη απορία.
Η παρέα τους με εντυπωσιάζει περισσότερο και από πορτραίτο ανάπηρου της Diane Arbus.

Monday, November 08, 2010

Red Sparowes


Ξεκινάς να πας στη συναυλία ενός συγκροτήματος που αγαπάς γιατί σου ξύνει με τον ήχο του τα σωθικά, όσο ακριβώς σου αρέσει και ανεβάζει τους παλμούς της καρδιάς σου, κάνοντας σε να νιώθεις για λίγο ίσως, ότι είσαι ένας ζωντανός άνθρωπος.
Δεν περιμένεις και πολλά από το live, δεν είσαι από αυτούς που θα παρασυρθούν εύκολα, κι’ όμως, η μουσική τους από κοντά χαράζεται στην επιφάνεια του σώματος σου. Τέσσερις κιθάρες και ένας ντράμερ σε χτυπάνε χωρίς έλεος, σε μια μελωδική παράκρουση.
Ο αέρας δονείται, το ξύλινο πάτωμα συντονίζεται, τα τύμπανα σου αγκαλιάζουν οριακά την ένταση και νιώθεις ότι έχεις γίνει ανάλαφρη σκιά που τινάζεται ανελέητα, δεξιά, αριστερά, στην οροφή και πίσω, σ’ένα ροκ παραλήρημα των καλύτερων στιγμών τους με την υπογραφή δυο εμβληματικών μουσικών του Bryant Clifford Meyer και του David Clifford.

we left the apes to rot, but find the fang grows within

Wednesday, November 03, 2010

In my end is my beginning


''And you see behind every face the mental emptiness deepen. Leaving only the growing terror of nothing to think about;
Or when, under ether, the mind is conscious but conscious of nothing
I said to my soul, be still, and wait without hope
For hope would be hope for the wrong thing; wait without love,
For love would be love of the wrong thing; there is yet faith
But the faith and the love and the hope are all in the waiting.
Wait without thought, for you are not ready for thought:
So the darkness shall be the light, and the stillness the dancing.''


East Coker
T.S.Eliot

Sunday, October 24, 2010

Η ιστορία του ματιού


Είπε,
μπροστά στην οθόνη μου, τον παίζω.
Δεν είναι καθόλου γοητευτικό θέαμα αυτό. Αλήθεια. Πίστεψε με.
Τίποτα πιο ιδιωτικό από κραυγές ηδονής που σκίζουν τη σιωπή της μαλακίας.
Ναι, δεν είναι ένα θέαμα που θα έπρεπε να δεις. Εντελώς προσωπικός ο αυτοερωτισμός μου και συ που έχεις σχέση μαζί μου είσαι κάτι άλλο.
Μαζί σου πηδιέμαι, μόνος μου τον παίζω και το ένα δεν αναιρεί το άλλο.
Στο ένα σχήμα συμμετέχεις στο άλλο είμαι μόνος, καθορίζοντας τις συνθήκες κατ’ απόλυτο λόγο, ω πόσο εγωιστής είμαι, ακόμα και σ’ αυτό.
Ουρλιάζω χύνοντας τη βαθιά μοναξιά μου.


Γύρισα τρέχοντας στο σπίτι με τη λαχτάρα να τραβήξω άλλη μια μαλακία, και τ’ άλλο βράδυ τα μάτια μου ήταν τόσο κομμένα που η Σιμόν, αφού πρώτα με κοίταξε καλά καλά, έκρυψε το πρόσωπο της στον ώμο μου κι είπε σοβαρά:
Άλλη φορά δε θέλω να αυνανιστείς χωρίς εμένα.


Άλλη φορά δε θέλω να αυνανιστείς χωρίς εμένα.

Wednesday, October 13, 2010

Ψιλόβροχο στον ώμο της



Ψιλόβροχο. Οι πλάκες του Συντάγματος γλιστράνε. Ένα στρώμα γλίτσας προσθέτει στο ζειν επικινδύνως. Πολύ όμως.
Όλοι τρέχουν μήπως γλυτώσουν τις ψιχάλες, κάνοντας ζίγκ ζάγκ να αποφύγουν τον Πακιστάνο που στοχεύει στο μάτι με κάποια απ’ τις ομπρέλες του.
Εκείνη έχει φρεσκοβαμμένα τα νύχια της μαύρα, σε μια προσπάθεια το έξω της να δείχνει ξεκάθαρα το πως νοιώθει μέσα της. Μόλις βγήκε από ένα κομμωτήριο. Ήταν η μόνη πελάτισσα. Η κρίση ίσως.
Τρέχει με το δερμάτινο στο ένα χέρι, στο άλλο κρεμασμένη την τσάντα, έντεκα σχεδόν πιρουέτες, μερικά σκαλιά, μια στροφή και να’ τη μέσα στο βαγόνι για Φιξ.
Δεν κάνει ζέστη, έπιασε το πρώιμο κρύο, αυτό που με την υγρασία θα δώσει γόνιμο ενδιαίτημα σε όλους τους ιούς που συχνάζουν στη αττική γη, φέτος, αυτή τη χρονική στιγμή. Γαμημένη υγρασία, με κάνεις να θυμάμαι ότι περνάνε τα χρόνια.
Στέκεται στην πόρτα. Ώρα τώρα της έχει πέσει η τιράντα του σουτιέν απ’ τον ώμο. Την ενοχλεί. Έχει φτάσει στη μέση του μπράτσου. Την ενοχλεί πολύ, τόσο που από τα νεύρα και το κρύο η αριστερή της ρώγα, απ’ τη μεριά της τιράντας, έχει σκληρύνει και την πονά.
Απέναντι της, στην πόρτα, στέκει ένας νεαρός, όχι πάνω από εικοσιεφτά, όχι ιδιαίτερα ωραίος, αξύριστος και με σακίδιο. Δηλαδή, μια χαρά παιδί. Τον κοιτάει βαθιά στα μάτια. Η τιράντα την γαργαλάει, τόσο που δεν το αντέχει. Τον κοιτάει ξανά, ακόμα πιο έντονα, μακάρι να διάβαζε τη σκέψη της.
Θέλει να τον πλησιάσει και να του ψιθυρίσει, όταν βγουν στον σταθμό. Να τον παρακαλέσει είν’ αλήθεια, να βάλει το χέρι του μέσα στην μπλούζα της και να της σηκώσει την τιράντα, ώστε να νοιώσει καλύτερα, μέχρι να πάει σπίτι. Τον κοιτάζει σχεδόν υπνωτικά. Αυτός απορημένος. Όχι ερωτικά, μα με απόγνωση. Φοβάται να ψιθυρίσει, φοβάται μήπως της βάλει τις φωνές, φοβάται μήπως όταν την ακουμπήσει γείρει στον ώμο του, για μια στιγμή. Όχι δεν τον ποθεί, τον έχει ανάγκη, αυτόν, που στάθηκε απέναντι της τόσο λίγο.
Θα φύγει τρέχοντας χωρίς να πει κουβέντα. Εκείνος ίσως να σκεφτεί ότι της άρεσε, αλλά θα πει αμέσως μπα η ιδέα μου ήταν, η γυναίκα είχε τα θέματα της, ίσως να της θύμιζα κάποιον, ίσως να’ταν αφηρημένη. Βρε δε βαριέσαι, σιγά τη γκόμενα. Σιγά;
Ο ερωτισμός σ’ αυτή την πόλη, έχει πεθάνει για πάντα.

Sunday, October 10, 2010

Σάββατο βράδυ


Η ώρα έχει πάει τρεις, δεν το έχω καταλάβει ακόμα, ο εγκέφαλος παγωμένος απέναντι στα κατεβασμένα ρολά του μετρό, κάνει κάποια κλάσματα δευτερολέπτου να δώσει εντολή να κοιτάξω το ρολόι μου. Δεν φοράω όμως ρολόι, εδώ και χρόνια.
Ύστερα στο πορτοφόλι μου έχω πενηντάρικο και για να γλυτώσω την γκρίνια του ταξιτζή, που τη βαριέμαι σα διάολο βραδιάτικα, στέκομαι μπροστά στο περίπτερο να χαλάσω, κοιτώντας δέκα λεπτά γύρω, γύρω, περιοδικά και διάφανα ψυγεία. Τα έχω χαμένα.
Φτάνουν δυο, τρία ποτά και σκόρπιες σκέψεις, για να κολλήσω για τα καλά σε έναν αυτιστικό, σιγανό χορό, σέρνοντας τα πόδια μου και χαζεύοντας αδιάφορα.
Θα πάρω ένα φρεσκοστυμμένο χυμό, μια κρέμα και ένα ρυζόγαλο (Λακαφώση απ’ τη Σταμάτα), ότι πιο εξωτικό είχε ο άνθρωπος, και έφυγα.
Λήγουν στις 10/10/10, ούτε αυτό δεν ήμουν σε θέση να δω, ας είχα πάρει στην τελική ένα πακέτο τσιγάρα που ήταν το πιο λογικό. Αλλά όχι.
Όχι άλλες σκέψεις, φτάνει. Να κάνω έναν όρθιο διαλογισμό. Αδειάζω το μυαλό μου, κοιτάω το κενό-και τα συνεργεία που καθαρίζουν την πλατεία, εστιάζω πάνω σε ένα φωτισμένο τοίχο, με τη μπλε σακούλα στο χέρι. Ησυχία. Διαύγεια.
Την ίδια μπλε σακούλα που μου έλεγαν πριν λίγο, ότι είχαν δει να κουβαλάει ο Jarvis Cocker σε ένα μαγαζί στο κέντρο του Λονδίνου, κάποιο βράδυ.
Common people.
Έπειτα στο δρόμο του γυρισμού θυμήθηκα
αυτό το συγκλονιστικό ποίημα, σε κάθε εκδοχή του και λύγισα, με τη μπλε σακούλα στο χέρι.
Αν θες κάποιον να μοιραστείς τη ζωή σου, χρειάζεσαι κάποιον ζωντανό.
Δεν αντέχω άλλα μπαλώματα.
Ήταν ένα όμορφο βράδυ, τουλάχιστον μπορώ και κοιμάμαι πια.

υσ1. bonus Jarvis ή Sadie Frost στα νιάτα τους
υσ2. η φωτογραφία από τον the lazy photographer
υσ3. a warm hi σε όλους και ιδιαίτερα σε Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο, Χάρβαρντ, Ελβετία και Palo Alto

Wednesday, October 06, 2010

Αρχή της Απαρχής


Μια μέρα ή μια νύχτα-ανάμεσα στις μέρες και τις νύχτες μου, τι διαφορά υπάρχει;- ονειρεύτηκα ότι στο πάτωμα του κελιού μου υπήρχε ένας κόκκος άμμου. Ξανακοιμήθηκα, αδιάφορος, ονειρεύτηκα ότι ξυπνούσα κι έβλεπα δύο κόκκους. Ξανακοιμήθηκα, ονειρεύτηκα ότι οι κόκκοι της άμμου ήταν τρεις. Πολλαπλασιάζονταν έτσι ώσπου το κελί κατακλυζόταν, κι εγώ έβρισκα το θάνατο κάτω από το αμμώδες ημισφαίριο. Τότε κατάλαβα ότι ονειρευόμουν και, καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, ξύπνησα. Ήταν ανώφελο: μ’ έπνιγε η αναρίθμητη άμμος. Κάποιος μου είπε: Δεν ξύπνησες στον ξύπνο, αλλά σ’ ένα προγενέστερο όνειρο. Το όνειρο αυτό είναι μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο, και ούτω καθεξής επ’ άπειρον, που είναι και ο συνολικός αριθμός των κόκκων της άμμου. Η οδός της παλινδρόμησής σου είναι ατελείωτη, και θα πεθάνεις πριν ξυπνήσεις στ’ αλήθεια.
Ένιωσα χαμένος. Η άμμος είχε γεμίσει το στόμα μου, μπόρεσα όμως να φωνάξω: Ούτε μπορεί να με σκοτώσει μια άμμος που ονειρεύτηκα, ούτε υπάρχουν όνειρα μέσα σε όνειρα.
Με ξύπνησε μια λάμψη.


Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Η Γραφή του Θεού.
El Aleph, 1949.
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης



Κινηματογράφος σημαίνει εικόνα. Η εικόνα πηγάζει από μια ιδέα. Μια ιδέα που ίσως έγραψε κάποιος πριν το 1949 και συ ο διαβασμένος άντλησες έμνευση απ' αυτήν. Η ιδέα παραμένει ξένη, του άλλου, και σε σένα ανήκει μόνο η εικόνα, για πάντα.

Monday, October 04, 2010

Πατάρι


Κοίτουσε το πατάρι, επίμονα.
Άλλες μέρες κοιτούσε επίμονα τη μεταλλική του μπάρα για έλξεις, που σφηνώνει στο κούφωμα της πόρτας. Σχεδόν θρησκευτικά.
Πατάρι,
μεταλλική μπάρα.
Πατάρι,
μεταλλική μπάρα. Με αυτή τη σειρά.
Για μέρες καρφωνόταν. Βλέμμα κενό.

Κάποτε θυμάμαι γέλαγε, μετά ίσως λιγότερο.
Τελευταία έλεγαν ότι ήταν ανέκφραστος.
Κανείς δεν ξέρει γιατί ακριβώς, τι μεσολάβησε.
Ήταν η αρρώστια, ήταν η ζωή του;
Κανείς δεν είχε μια γαμημένη βεβαιότητα, μόνο ιδέες, θεωρίες και σενάρια.

-Από το αστυνομικό τμήμα σου τηλεφωνώ, ξέρεις...
-Ατύχημα;

Toν βρήκε να αιωρείται από ένα σχοινί γερό, δεμένο με ναυτικό κόμπο πάνω στη μπάρα, που κράταγε κόντρα σφηνωμένη στην πόρτα του παταριού. Εκκρεμής.
Σαν χριστουγεννιάτικο στολίδι.

υσ. Γεια. Πάντα αναρωτιέμαι, πάντα λυπάμαι.

Saturday, September 18, 2010

Τα πιάνα γκρεμίστηκαν


Θυμάμαι

Θυμάμαι πόσο περίμενες τους αποκριάτικους χορούς. Ένα αληθινό κοινό για το ταλέντο σου, που φρέσκο, γεμάτο όραμα, είχε αριβάρει από μια χώρα μακρινή. Εκεί, σκληρή δουλειά, αγαμία και στερήσεις. Εδώ, ατέλειωτες ώρες μοναξιάς πάνω απ’ το πιάνο.
Οι καιροί ήταν δύσκολοι, τα κρατικά κονδύλια δεν φρόντιζαν την τέχνη, σκόρπιζαν σε τσέπες ιδιοτελών σφουγγοκωλάριων. Ατιμίες σε μια χώρα που την πνίγει η σκόνη. Επιτέλους, μια ευκαιρία να σε ακούσουν εκείνοι που διαθέτουν όλη τη δύναμη στα χέρια τους. Επιτέλους δικαίωση.

Τα πιάνα

ο πατριάρχης θα κατασκεύαζε το τρένο των οροπεδίων...για να σταματήσει το αίσχος των τρομοκρατημένων μουλαριών στις άκρες των γκρεμών που κουβαλούσαν με δυσκολία πιάνα με ουρά για αποκριάτικους χορούς στις καφεφυτείες, γιατί εκείνος είχε δει την καταστροφή των τριάντα πιάνων με ουρά που κομματιάστηκαν σε μια άβυσσο και για τα οποία είχαν πει και είχαν γράψει πολλά, ως και στο εξωτερικό, παρόλο που μόνο εκείνος μπορούσε να δώσει μια αληθινή μαρτυρία, είχε βγει στο παράθυρο κατά τύχη ακριβώς τη στιγμή που γλίστρησε το τελευταίο μουλάρι και παρέσυρε τα υπόλοιπα στην άβυσσο, έτσι ώστε κανένας άλλος δεν είχε ακούσει το τρομαγμένο ουρλιαχτό από το κοπάδι που γκρεμιζόταν και την ατέλειωτη συγχορδία των πιάνων που έπεφταν μαζί του παίζοντας απο μόνα τους μες στο κενό, καθως γκρεμίζονταν προς το βαθος μιας πατριδας που τότε ήταν όπως όλα πριν απο εκείνον, απέραντη και αβέβαιη, ως το σημείο που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς αν ήταν μέρα ή νύχτα μέσα στο αιώνιο λυκόφως με ομίχλη απο ζεστό ατμό στις βαθιές χαράδρες όπου είχαν κομματιαστεί τα αυστριακής προέλευσης πιάνα...
Το τρομαγμένο ουρλιαχτό απο το κοπάδι που γκρεμιζόταν.
H ατέλειωτη συγχορδία των πιάνων που έπεφταν μαζι, παίζοντας απο μόνα τους, μες στο κενό.

Επίλογος

Θα περιμένεις ακόμα στην καφεφυτεία, τα πιάνα, μαζί σου και η αμήχανη ορχήστρα. Μα δεν λυπάμαι για σένα, που θα σχολάσει πρώιμα αυτή η δουλειά. Θα με κατηγορήσεις για αυτό που μόλις είπα, το ξέρω, αλλά εσύ έχεις καιρό, έχεις το χάρισμα.
Λυπάμαι για τα παιδιά, που ξεβράκωτα περίμεναν τη μεγαλη γιορτή. Τις συγχορδίες από τ’ αυστριακά πιάνα να ντύσουν τη γύμνια της φυτείας του καφέ. Δούλοι στη μοναξιά των υψιπέδων, όπου μόνο σε τέτοιες περιστάσεις ακούγονται εξαίσιες μουσικές. Είχες την ευκαιρία για ένα κοινό αγνό, άμαθο σε τέτοια τύχη, ικανό να ακούσει σε σένα το θεό που κατέβηκε να τους ευλογήσει, απρόσμενα, στη μέση ενός χαμένου κόσμου. Ξετσίπωτη πολυτέλεια και θαύμα μαζί.
Κι’ ύστερα τι μήνυμα να στείλω και πως θα φτάσει έγκαιρα; Έκατσα και έγραψα πάνω σε κάτι κιτρινισμένες σελίδες δυο αράδες.
Ο αποκριάτικος χορός φέτος δεν θα γίνει.
Τα πιάνα γκρεμίστηκαν στο βάθος μια πατρίδας αβέβαιης.
Μην περιμένεις άλλο. Το μέλλον αργεί.
Γύρισε πίσω.

Friday, September 10, 2010

Στο βάθος


1
Η Α κάποτε ήταν αδύνατη. Όταν ήταν νέα. Τώρα δεν είναι φυσικά μεγάλη, τριανταφεύγα θα’ναι, αλλά τι σημασία έχει, το στόμα έχει την τρομακτική ιδιότητα να συγκρατείται μόνο από ορισμένους ανθρώπους. Από άλλους όχι. Δεν. Είναι από μόνο του μια αδηφάγα μηχανή, ανεξέλεγκτη. Λυπούνται και τρώνε, χαίρονται και τρώνε, πίνουν και τρώνε, δεν γαμιούνται και τρώνε, σοκολάτες, ότι να’ ναι. Έτσι είναι αυτά.
Ύστερα προβάλλεται με κάποιο μαγικό τρόπο στο εγώ τους, η προσωπικότητα και το περιεχόμενο, ένα περιεχόμενο φαντασιακά πλήρες. Μονολογούν, εμένα δε με νοιάζει η επακριβής εμφάνιση μου. Είμαι διαβασμένη, θέτω ερωτήματα, παρακολουθώ ροκ συναυλίες, πολύ σινεμά, αγαπώ τον εαυτό μου, ως έχει. Ο καθρέφτης ξεχειλίζει με το είδωλο της, αλλά ως δια μαγείας δεν είναι εκείνη, η ίδια, βλέπει μια εικόνα θολή, αδιευκρίνιστη, έτσι στα γρήγορα το μάτι την προσπερνά και γυρίζει την πλάτη της, χωρίς να σκεφτεί ιδιαίτερα. Ποιος έχει χρόνο για εικόνες άλλωστε σε ένα σύμπαν εικονοκλαστικό; Μόνο για ‘συναισθήματα’, που τι περίεργο, όσο χαλάει η εικόνα τόσο γίνονται πιο στραβά, ανόρεχτα και ιδιότυπα. Λες και η εικόνα, η αποδοχή της εικόνας, είναι το χέρι που σε κρατά στην επιφάνεια των πραγμάτων, σωσίβιο απ’ ένα δήθεν πάτο.

2
Ο Β κάποτε ήταν γεμάτος, γεμάτος και αγύμναστος. Στενές πλάτες, κοιλίτσα. Νόμιζε ότι αυτό ήταν η φανερή του αποτυχία. Θυμάμαι ότι ήταν περίεργος με τα κορίτσια, αλλά σίγουρα δεν έφταιγε το σώμα του. Άλλοι πολύ χειρότεροι σημείωναν μεγάλη επιτυχία. Έτσι γυμνάστηκε, γυμνάστηκε μέχρι αηδίας. Σε χρόνους που τον βάρυνε ιατρική οικογενειακή μιζέρια και θανατικό. Δύσκολη περίοδος. Έβαλε ένα στοίχημα με τη ζωή και το κέρδισε είπε, για δες, κοιλιακοί για τρίλιζα και στα έξτρα μια αποτρίχωση, γιατί αλλιώς πως να προσέξεις το γραμμωμένο σώμα. Ξεκάθαρα Το σώμα.
Η πρώτη κουβέντα όταν συναντούσε κάποιον απ’ τα παλιά, δεν ήταν ίσως κλασικές επιτυχίες που είχε αρκετές, πολιτικές αυταπάτες ή επαγγελματικά όνειρα, ήταν η δήλωση, δεν είμαι όπως με θυμάσαι, έχω γυμναστεί πολύ.

3
Ένα ζεστό απόγευμα στη Ρώμη, άκουσα την πια βαριά ψυχαναλυτική δήλωση για το φαγητό που μέχρι σήμερα μπορώ να μαρτυρήσω αυτήκοα.
‘Αν χάσω βάρος, θα αλλάξω, θα γίνω σαν εσάς, θα συγκρίνομαι πλέον μαζί σας και ύστερα η όποια αποτυχία μου που τώρα είναι ανεκτή λόγω κιλών, θα με οδηγήσει σε απελπισία. Δεν θα υπάρχει καμία, μα καμία δικαιολογία για τη στραβή μου τύχη’. Απελπισία. Κι’ έπειτα τι να πει κανείς, όχι δεν είναι έτσι ή μην αναμασάς φτηνές δικαιολογίες;
Κυκλοφορούσε δυστυχώς και ο Δήμιος του Έρωτα του Γιάλομ, δεν ήταν απίθανο να διαβάσει τη Χοντρή κυρία.
Σκέφτηκε πως είχε ξεφορτωθεί ένα ολόκληρο σώμα: είχε χάσει σαράντα κιλά και στο γραφείο υπήρχε μια συνάδελφος που ζύγιζε τόσο. Και τότε φαντασίωνε πως θα ήταν να έκανε νεκροψία και να κήδευε αυτό το ‘σώμα’ που είχε ξεφορτωθεί. Πάντα λαχταρούσε το σεξ και θύμωνε που η στάση της κοινωνίας προς τους παχύσαρκους την καταδίκαζε σε σεξουαλική ματαίωση. Μόνο τώρα που πλησίαζε ένα σωματικό βάρος που θα επέτρεπε να της γίνουν κάποιες σεξουαλικές προσκλήσεις, μόνο τώρα που τα όνειρα της ήταν γεμάτα με απειλητικά αντρικά πρόσωπα, αναγνώρισε πόσο πολύ φοβόταν το σεξ.

4
Δουλεύουμε σε τόσα επίπεδα την εξέλιξη μας, εικόνα, συναίσθημα, σεξουαλικότητα, λογική, πνεύμα, που η απαρχή πνίγεται σε ένα πηγάδι γεμάτο με πτώματα που αποσυντίθενται. Τα χαμένα μας κιλά, τα κερδισμένα μας σώματα, η νιότη, τα φτηνά πλασαρισμένα πρότυπα, οι φωτογραφίες που αποτύπωσαν το χάλι ή το σφρίγος, τι βλέπουν οι άλλοι, η λαγνεία που σου ανήκει, η λαγνεία που δε θα σου αξιωθεί ποτέ, τι πετάμε, τι πεισματικά κρατάμε με τα νύχια μας.
Ποιος βρίσκεται πίσω από το πρόσωπο σου; Με φρίκη ίσως καταλάβεις απότομα ότι το πρόσωπο σου δεν είσαι εσύ,
το σώμα σου όμως είσαι.

Thursday, August 26, 2010

Στοιχήματα πάνω σε τσόχα


Εκείνη.

Είχε ίσως τα ωραιότερα πόδια στον κόσμο.
Έτσι της έλεγα, που πάει να πει τα ωραιότερα πόδια που είχα δει εγώ. Το είπα όμως πιο αβανταδόρικα, έτσι όπως έπρεπε να ειπωθεί. Καταλαβαίνετε.
Πόδια που σε καύλωναν όταν τα σταύρωνε γυμνά, τα καλοκαίρια, που πριν λίγο τα είχε αγγίξει ο ήλιος, αυτός ο εφαψίας του κορμιού, αλλάζοντας τους ελαφρά χρώμα και υφή. Απαλή αφή.
Τέλοσπάντων, τι σπουδαία σημασία μπορεί να έχει ένα ζευγάρι πόδια; Κι’ όμως τα σταυρωμένα πόδια της, ήταν εικόνα που αληθινά υπήρξε, για μια στιγμή τουλάχιστον. Το βλέμμα την υφάρπαξε σαν λάφυρο, στην κατοχή του για πάντα, ολόδικη του. Αιώνιο στοπ-καρέ. Στοπ.

Είχε ίσως τον χειρότερο χαρακτήρα στον κόσμο.
Έτσι της είχα πει τουλάχιστον. Έτσι νόμιζα, έτσι με βόλευε. Ο χειρότερος συνδυασμός στοιχείων. Η μάχη του καλού με το κακό μέσα στο ίδιο σώμα. Το σώμα που πατούσε στα ωραία πόδια.
Απολίτιστο δείγμα ανθρώπου, πρωτόγονο, ασεβές, που το κατέτρεχε μια συνεχής τριβή ανάμεσα στα πιο άγρια και ποταπά ένστικτα και την απόλυτη προσφορά. Καθόλου ζυγισμένα, καθόλου ραφιναρισμένα χαρακτηριστικά. Ένα ανακατεμένο χάος. Δύσκολη περίπτωση. Και για πολλούς, χαμένος κόπος.

Κρίμα τα ωραία πόδια (και τα μακριά γυαλιστερά μαλλιά, αλλά αυτά είναι εφήμερα, σε μια νύχτα μπορεί να πέσουν ή να ασπρίσουν από τη θλίψη και η γυαλάδα τους θαμπώνει ειν’ αλήθεια με τα χρόνια, τα πόδια όμως, σχεδόν αιώνια).
Να παραδεχτώ την κάποια γοητεία της; ναι θα το κάνω. Άλλωστε είμαι άνθρωπος που του αρέσουν οι γρίφοι για δύσκολους λύτες. Κατάτι μαζοχισμός θα λεγόταν, αν ήμουν τέλειος ή σχετικά καλός, που δεν είμαι. Είμαι ένας εγωιστής του κερατά. Αγνώμων και για πάρτη μου, αλλά σήμερα δε μιλάμε για μένα. Και δεν είναι απίθανο να είναι και εκείνη πολύ καλύτερη της περιγραφής μου, αλλά σήμερα δεν είναι εδώ για να μιλήσει. Το καλό που της θέλω, ας σιωπήσει για πάντα.

Εκείνη ναι, είπαμε είχε το ενδιαφέρον της. Και ω, τι πόδια. Κι’ η φύση της προσφοράς, δεν ήταν άσχημη ιδιότητα. Κάποτε μου είχε πει, είμαι ικανή να κόψω κομματάκια από τη σάρκα μου και να στην ταΐσω στο στόμα, αν χρειαστεί, ή αν μου το ζητήσεις. Την πίστεψα. Μια λάμψη στα μάτια της, κάτι ανάμεσα σε παράφρονα και άφρονα, σε άγιο και σατανά, με έπεισε ότι το εννοούσε.


Στοιχήματα

Αυτή η γοητεία που ασκούσε καμιά φορά σε ανθρώπους επαρκώς ακατάλληλους, που κατά βάθος έλεγαν πως δεν τους έκανε, ήταν που θα την έβαζε στη σημερινή της θέση.
Σε στιγμές διαύγειας σκεφτόμουν πως τέτοιες γυναίκες ψάχνουν έναν εξισορροπιστή, ναι αυτός είναι ο ορισμός του ιδανικού άντρα. Να ζυγίσει τα αζύγιστα, να τρίψει την άγρια επιφάνεια, να αφήσει το φως να βγει από τα βάθη. Γνωστά αυτά, τι να λέμε τώρα.
Ατίθασα θηλυκά και πράσιν’ άλογα. Στην τελική θα μπορούσε να πάρει ένα μάθημα από τους ακατάλληλους. Για όλους υπάρχει ένας τρόπος αν δεν τους αγαπήσεις, να τους τσακίσεις, ή και τα δύο.

Την κοιτάμε που στέκεται ακίνητη δίπλα σε ένα βράχο. Από κάτω κενό, άγρια θεόρατα κύματα, αιμοβόρα θάλασσα...Η φιγούρα της τέμνει το τοπίο κάθετα, το φουστάνι της το σηκώνει ο άνεμος οριζόντια, ορθή γωνία με τα θεσπέσια πόδια.
Τα έχει δώσει όλα ή έτσι νομίζει. Τι σημασία έχει; Η ζωή είναι καθρέφτης της αντίληψης ή της ιδεοληψίας. Η προσφορά είναι μέγεθος σχετικό, χαρίζεις τον κόσμο όλο εκτός από μια πέτρα. Ε, αυτή η γαμημένη πέτρα είναι η λυδία λίθος.

Τώρα ότι ήταν να κάνει το έκανε, και το κακό και το καλό, ότι είχε να σκεφτεί, το σκέφτηκε με μανία, τόσο που πόνεσε το μυαλό της. Ότι έπρεπε να σεβαστεί, το έφτυσε.
Έχει ουρλίαξει, έχει ξεσκίσει τις σάρκες της, έχει λύσει τα μαλλιά της, παραπατάει στα μελανιασμένα όμορφα πόδια της.

Εμείς απλώσαμε την τσόχα και παίζουμε στοιχήματα.
Θα πέσει, δεν θα πέσει.
Ο θάνατος έχει μεγάλη απόδοση.
Ομορφότερο σαν τέλος.
Ηλίθια γενναίο.
Δεν πάει να γαμηθεί έτσι που φέρθηκε.
Τη βλέπεις πως είναι, παραμιλάει σαν τρελή, μπορεί και να τρελάθηκε.
Σίγουρα θα πέσει.
Μάρτυρας δεν είναι ο όσιος, είναι αυτός που θα δει τελικά, ο μόνος, την αλήθεια.
Η φιγούρα της τέμνει κάθετα τον ορίζοντα.
Και μεις πιο κει ψιθυρίζουμε, βάλε τώρα που γυρίζει, ή όλα ή τίποτα, νάτη κουνήθηκε προς το γκρεμό.
Στοπ καρέ. Στοπ.

ΥΣ.Στον κινηματογράφο, όταν κάποιος πεθαίνει, ηχεί αμέσως μια ελεγειακή μουσική, αλλά στις ζωές μας, όταν πεθαίνει κάποιος που γνωρίσαμε, καμιά μουσική δεν ακούγεται.

Wednesday, August 18, 2010

Tierra del fuego


Στέκομαι απέναντι στη φωτιά. Φωτιά τεράστια, που καταπίνει κορμούς ολάκερους, καταμεσής ενός τοπίου γυμνού, αντί για Φάρος, στη άκρη της Γης του Πυρρός, πάνω στο Ακρωτήρι Χορν. Περιμένω καιρό τώρα, μπορεί και μήνες, το πλοίο που θα περάσει κάνοντας τον περίπλου της γης. Δε θυμάμαι καλά πότε ήρθα, αλλά δεν έχει την παραμικρή σημασία. Χαζεύω τη φωτιά που καίει αμείωτη, ανατροφοδοτούμενη, αέναη. Η ησυχία σπάει από το τρίξιμο των ξύλων, ή τα αραιά κρωξίματα πουλιών.

Οι πάγοι έλιωσαν και λίγο χορτάρι πασχίζει να σημάνει την παρουσία του. Σκληρή γη και άδεια. Δε με νοιάζει να περιμένω λίγο ακόμα, εκεί μπροστά στη θάλασσα. Μακριά της ακτής, άσπρα, παγωμένα βουνά την ταξιδεύουν, εν δυνάμει επικίνδυνα εμπόδια πλεύσης. Με ηρεμεί αυτός ο τόπος, με κάνει να πιστεύω πως ίσως δεν υπήρξα ποτέ, πως αν το πλοίο δεν περάσει, θα είναι γιατί δεν ήταν η πορεία του χαραγμένη όπως εγώ πίστευα, ή θα περάσει μια άλλη εποχή του χρόνου και δεν το υπολόγισα σωστά όταν ξεκίνησα τις μαθηματικές μου πράξεις, εκεί στην Τετουάν.

Ψάχνω το πρόσωπο που είχα, προτού να δημιουργηθεί ο κόσμος (1). Όχι μπροστά σε καθρέφτη, αλλά στην αεικίνητη αέρια μάζα γύρω από τη φωτιά που βρήκα. Το πρόσωπο που είχα τότε που ερωτοτροπούσα με το θάνατο, γιατί μου άρεσε να λέγομαι γενναίος, αλλά κρυβόμουν από τη ζωή σαν κλέφτης (2).

Αν έρθουν οι αρχές και με ρωτήσουν τι και πως, δεν θα ‘χω απαντήσεις να τους δώσω. Τη βρήκα αναμμένη για καλό σκοπό, είμαι ευγνώμων για την τύχη αυτή και δε γνωρίζω τίποτα άλλο πέρα από αυτό που βλέπω. Περαστικός χωρίς χαρτιά, δίχως αποσκευές, μάλλον χωρίς ακριβές σχέδιο, αναμένω το πλοίο μου. Ύποπτο κι’ αν ακούγεται, είναι η αλήθεια, χωρίς προορισμό και όπου με πάει. Ελπίζω εκείνοι που θα 'ρθουν, τουλάχιστον να φτάσουν κάπου, να σταματήσουν κάποτε, σηματοδοτώντας ένα τέλος.

Άνθρωπος δίχως ταυτότητα. Δεν θα με πιστέψουν σε οποία γλώσσα και να τους το πω. Δεν έχω εξηγήσεις, απλά κάθομαι σ΄αυτή την παραλία μαζί με τις σκόρπιες σκέψεις μου. Αναλογίζομαι ότι εδώ στην άκρη του κόσμου, η αγαμία είναι παράδεισος και η σιωπή ασπίδα (3).

Κάποτε ήθελα να γίνω Αναγνώστης, Σύμβουλος και Ερμηνευτής Ονείρων (4)
, επάγγελμα που μου ταίριαζε καλά, αλλά ήταν μια τρέλα νεανική που πέρασε και έληξε, καθώς κατά τη διάρκεια της μελέτης των σχετιζόμενων γραφών, αναλογίστηκα εύλογα και τραγικά ότι δεν θα μπορούσα για πολύ να ανταγωνιστώ τη απλή ζωή. Οι μόνες ερμηνείες που έδωσα ήταν στα δικά μου όνειρα, που ποτέ δεν έπαψαν να αποτελούν συμβολικά ενθυμήματα της νεανικής μου φλόγας και γαλήνιες κρυψώνες, εκεί όπου τα διαφορετικά σενάρια ζωής μπορούσαν να βαφτιστούν αλήθειες.

Η τεράστια, αδηφάγα φλόγα με μαγνητίζει ολοκληρωτικά πια. Άλλωστε, ο καιρός που καρφωμένος την κοιτάζω και βυθίζομαι στις σκέψεις, είναι πολύς. Δεν έχω πια μάτια για τη θάλασσα, που τόσο την αγάπησα. Περίεργο.
Η εκδοχή να βρέθηκα στο σωστό σημείο εξασθενεί μέσα μου, αλλά η γαλήνη της Γης του Πυρρός αναιρεί κάθε πικρία. Ίσως το πλοίο να μην έρθει.

Η ήττα με ικανοποιεί, γιατί επήλθε, γιατί συνδέεται άρρηκτα με όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν, που συνέβησαν, που θα συμβούν, γιατί το να μέμφεσαι ή το να θρηνείς ένα και μόνο πραγματικό γεγονός είναι σαν να βλασφημείς το σύμπαν (5).
Εδώ στο τέλος του κόσμου μου, μπροστά στη μεγάλη φωτιά, δεν υπάρχει χώρος για αμαρτία, ούτε σαν σκέψη. Αν ήμουν γενναίος θα ριχνόμουν μέσα της, σα μια μορφή θυσίας και εξαγνισμού στον ιερό της ρόλο ως φανού πορείας, να σιγοκαίω, αιώνια ψυχή, παραδομένη. Όμως με αυτό το τέλος θα αναιρούσα την ζωή μου για μια ακόμη φορά.

Με δεδομένη την πιθανοτητα να υπήρξα πράγματι, θα παραμείνω καρφωμένος για λίγο ακόμα, μέχρι η ανείπωτη αυτή λαγνεία της λατρείας της, μαζί με την ιερατική υποβολή που ο τόπος μου ασκούσε από τη στιγμή που τον πρωταντίκρυσα, να σταματήσει την ήδη αδύναμη καρδιά μου. Κάθε λεπτό και ένας χτύπος λιγότερος. Στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο, μνησιπήμων πόνος(6).

Στεκω με την ελπίδα, αυτοί που κάποτε στο μέλλον, το κοντινό ή το απώτερο, βρουν το κουφάρι μου, σπαρμένο τσούρμο κοκάλα μέσα σε ρούχα ξεθωριασμένα κουρέλια, να πουν με βεβαιότητα ήταν ένας αλήτης, ο οποίος, πριν γίνει κανένας με το θάνατο του, θα πρέπει να θυμήθηκε ότι κάποτε υπήρξε βασιλιάς ή υποδύθηκε έναν βασιλιά(7).



1. Yeats . ‘A woman young and old’
2.,3.,4., Τόνι Μόρισον ‘ Γαλάζια Μάτια’
6., Γιώργος Σεφέρης 'Τελευταίος Σταθμός'
5.,7., Χόρχε Λούις Μπόρχες ‘ Το Άλεφ’.

Thursday, August 12, 2010

Η ποιήτρια



Της είπε:
''Πήγαμε σε ένα καλλιτεχνικό καφενείο να μιλήσουμε με το φίλο μου.
Στο τραπέζι ήταν η παρέα του, μια μουσικός και μια ποιήτρια.
Ένιωθα ωραία που η παρέα μας ήταν αυτή που ήταν.''
Τον κοίταξε και σκέφτηκε ότι σίγουρα δεν ήταν τυχαίο αυτό που ξεστόμισε. Κάτι θα ήθελε να πει με αυτή την επισήμανση. Αργότερα τα πράγματα σα να χειροτέρεψαν όταν είδε αγορασμένη μια ποιητική συλλογή πάνω στο βρωμισμένο από τη σκόνη τραπέζι του. Ο κηπουρός της λήθης. Για σκέψου, ο κηπουρός της λήθης.
Εκείνη δεν δήλωνε ούτε ποιήτρια, ούτε μουσικός και φυσικά δεν ήταν. Δεν ήταν καν ζωγράφος ή γνωστή λογοτέχνης.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη σκεφτική, χλωμή και άπνοη. Αναρωτήθηκε τι ήταν, αν ήταν κάτι, αν αυτό το κάτι ήταν σημαντικό, αν ήταν κάτι για ‘κείνον. Ήταν σαν να της περνούσε μια θηλιά στο λαιμό, στα μάτια του δεν ήταν τίποτα, απλά μια αντανάκλαση ενός φαντάσματος.
Πέρασαν μέρες. Περπατώντας στους δρόμους της πόλης. Κάνοντας στάσεις εδώ και εκεί, έτσι, χωρίς ιδιαίτερο πρόγραμμα. Εικόνες, εικόνες, αδιάφορες και out of focus.
Την είδα πριν κάνα δυο νύχτες. Ήταν σ' ένα μπαρ στα Εξάρχεια. Καθόταν στον δερμάτινο καναπέ πάνω από το ποτήρι με τη μπύρα της, δεν ξέρω αν την λυπόμουν ή την ερωτευόμουν σαν τραγική ηρωίδα της παράστασης της. Έγειρε το λαιμό της μια σταλιά προς τα πίσω και μια άγνωστη φωνή της είπε:
''Σήκωσε λίγο τα μαλλιά σου ψηλά, να δείχνεις τον μακρύ λαιμό σου, έτσι όπως θυμίζεις κάτι ανάμεσα σε Γαλλίδα και Γιαπωνέζα.''
Γέλασε προφίλ, ήπιε μια γουλιά ακόμα. Ήταν όμορφη θλιμμένη.
Το μυαλό της ξεκάθαρο από το αλκοόλ και την απύθμενη κολακεία καρφώθηκε στη μνήμη της λέξης ποιήτρια. Την είχε χεσμένη την ποίηση των επιτηδευμένων, ασυνάρτητα στοιχισμένων λέξεων, όμως την ποίηση της ίδιας της φύσης της, αχ ναι, αυτή την βίωνε με ρίγη.
Τέτοια ποιήτρια ήταν, τέτοια ήθελε να ήταν. Να γράφει με το κορμί της ποίηση.
''Θέλω να σε γλείψω ολόκληρη, όχι να σε γαμήσω, μόνο να σε γλείψω.'' συνέχισε η φωνή.
Να τη γαμάνε και να σκέφτεται τι όμορφη που είναι η ζωή. Να τη γαμάνε όσο το θέλει, όσο την επιθυμούν, όσο η ποίηση ανάμεσα τους είναι σαν παρουσία. Όσο νοτίζουν τα σεντόνια, όσο θολώνουν τα τζάμια. Όπως το καλοκαίρι, όπως στους δρόμους της πόλης, στα ξένα σπίτια, στα ξενοδοχεία.
Κι η μουσική απ’ το υγρό μουνί της, θα ντύνει με μουσική την ποίηση της ζωής της. Έτσι ακριβώς.

Monday, August 02, 2010

'Εψαξα να σε βρω



Έψαξα να σε βρω, Ρομπέρτο, έψαξα να σε βρω, σε πρόδωσα, έκλαψα, έκλαψα, ώσπου έγινα ένα μικρούλικο νησάκι στη μέση της θάλασσας και τα τελευταία κύματα έχουν αρχίσει να με πνίγουν. Πόνεσα, τόσο πολύ, που θα μπορούσε ο πόνος μου να γεμίσει τα βάραθρα της γης και να ξεχειλίσει ηφαίστεια. Θέλω να μείνω μαζί σου Ρομπέρτο, θέλω να παρακολουθώ κάθε χτύπο απ’ την καρδιά σου, κάθε ανάσα απ’ το στήθος σου, με το αυτί κολλημένο πάνω σου θ’ ακούω τον θόρυβο των μηχανισμών στο σώμα σου όπως προσέχει ένας μηχανικός τη μηχανή του. Θα φυλάξω όλα σου τα μυστικά, θα είμαι το κιβώτιο με τα μυστικά σου, θα είμαι η σάκα που θα τακτοποιείς τα μυστήρια σου. Θ’ αγρυπνώ δίπλα στα όπλα σου, θα τα προστατεύω απ΄τη σκουριά. Θα είσαι ο πράκτορας μου και το μυστικό μου κι εγώ, στα ταξίδια σου, θα είμαι οι αποσκευές σου, ο αχθοφόρος σου κι η αγάπη σου.
Roberto Zucco (1988)

Εσύ.
Για σένα που τα λόγια αυτά, δεν είναι λόγια ξένα. Έκλαψα, έκλαψα και ύστερα δε σε πρόδωσα. Πνιγόμουν απ΄ τα τελευταία κύματα. Δεν ήξερα πια άκρη να διαλέξω να πιαστώ και ξέρεις πως είναι ο πνιγμός. Θυμάσαι τότε που μου σφίγγες το λαιμό και λιποθύμησα; Χάθηκα μεσ’ τους σπασμούς μου, έσβησα. Πνιγόμουν και ήδη είχα αναχωρήσει. Μικρό και σκοτεινό ταξίδι.
Πόνεσα πολύ.
Αν με άφηνες θα κολλούσα το αυτί μου επάνω σου, όπως κολλούσα τα μάτια μου όταν κοιμόσουν. Φοβόμουν ότι οι εφιάλτες σου, οι χρόνια ριζωμένοι δεν θα έφευγαν ποτέ.
Θα είμαι η σάκα που θα τακτοποιείς τα μυστήρια σου, τα γράμματα σου, τα βιβλία, τις κομμένες σελίδες, τις φωτογραφίες. Ότι σου αρέσει να μοιράζεσαι, ότι τα μάτια σου τραβάει, ότι σε κάνει να γελάς σ’ αυτή τη βρώμικη πόλη.
Η μυστική κρυψώνα σου, που θα γυρνάς τα βράδια. Εκεί που έτρεχες να μυρίσεις λίγη ησυχία. Εκεί που άπλωνες το χέρι να πάρεις απλόχερα ότι σου έλειπε.
Θα είμαι οι αποσκευές σου, ο αχθοφόρος σου κι η αγάπη σου. Μαζί θα ταξιδέψουμε τον κόσμο. Ξεκινάμε από τα μοναστήρια του Θιβέτ.
Γιατί εκεί; Ίσως θα ήθελες να δεις μαζί μου την μακρινή Ποτάλα, την ιερή πόλη, να σου κρατώ σφικτά το παγωμένο χέρι, όταν κοιτάς τις σκεπασμένες από ομίχλη κορυφογραμμές. Δεν ξέρω μήπως αν φτάσει εκείνη η ώρα, αν κάποτε υπάρξει τέτοια στιγμή, εκεί κοντά στην κορυφή του κόσμου, αν με αξιώσει η τύχη να αναστραφεί η τεθλασμένη μας πορεία, αν κάποιο θαύμα συμβεί από εκείνα που κανείς με στοιχειώδη λογική δεν θα περίμενε ποτέ, αν τότε το αντέξω και δεν βουτήξω στο κενό. Δεν ξέρω.

Και Εσύ.
Τι θέλεις, τι ζητάς από μένα; Το βλέπεις, δεν έχω περιθώρια, στενεύει ο χρόνος μου.
Να σε κρατήσω από το χέρι;
Νομίζεις είναι απλό;
Στο τραπέζι της προσφοράς πρέπει ν’ απλώσεις κάτι αξίας, κάτι να δώσεις. Δεν έχεις καταλάβει ότι εγώ μπορώ να σε σώσω απ΄τη ζωή σου. Μπορώ να γίνω ο αχθοφόρος και η αγάπη σου. Δεν βλέπω όμως τη δίψα στη μάτια σου ή το διαυγές εκείνο βλέμμα που λέει αλήθεια. Για το ταξίδι διαλέγεις πάντα τον πιο δυνατό, αυτόν που ξέρει να αφηγείται ιστορίες. Η άκρη της γης είναι αιώνες δρόμο και η σιωπή είναι φρικτή. Πίστεψες ποτέ ότι ήταν τυχαία η συνάντηση αυτή;
Θα ήθελα να είμαι ξερόκλαδο που φοβούνται μη το σπάσουν, μα μέσα μου φωλιάζει η δύναμη. Μπορώ να σε εμπνεύσω και να σε σύρω εν ανάγκη μέχρι το τέλος. Υποψιάζομαι ότι δεν είσαι άνθρωπος που πείθεται να ακολουθεί ή να χαράσσει μια λογική πορεία στο χάρτη. Και εγώ, που δε γελάστηκα ποτέ και παίζω στα δάκτυλα μου τους άτλαντες του κόσμου, βλέπω ξεκάθαρα με τα μικρά μου μάτια πως για κανένα ταξίδι δεν έχεις ψυχή. Ίσως για τίποτα δεν κάνεις, έτσι που ράθυμα με ειρωνεία στο βλέμμα με κοιτάς για να με κρίνεις.
Δεν θέλω αγαπητικό, δεν θέλω σύζυγο. Ένας αγαπητικός είναι όπως ο ήλιος, όσο ζεσταίνει, τόσο απλώνει γύρω μας την έρημο. Δεν θέλω να ‘μαι σαν ένα τροφαντό δεντράκι στη μέση μιας ερήμου με βότσαλα. Ποιος νομίζεις ότι είσαι μυξιάρη, και φαντάζεσαι ότι μπορείς να προκαλείς τη φύση; Δε σε ρωτάω τι σ’ αρέσει, δε σε ρωτάω τι ανάγκη νιώθεις. Ακόμα και οι πέτρες ζευγαρώνουν, δεν θα το αποφύγεις εσύ. Ακόμα και αν δεν νιώθεις την ανάγκη, βγες έτσι κι αλλιώς, γιατί θα φας χαστούκι.
Στεκεσ’ εκεί και καπνίζεις σαν καμιά πουτάνα που την ανακρίνουν. Ποιος σου’ χει μάθει να καπνίζεις ολομόναχος; Ένας άντρας μπορεί να καπνίζει μες τα θαμνά, πίνοντας μπύρα και χουφτώνοντας κορίτσια, κάποιος όμως που καπνίζει ολομόναχος ειν’ ανώμαλος.

Tabataba (1986)


Wednesday, July 21, 2010

Τα ψηλόλιγνα κορίτσια


Υπάρχουν κάτι ψηλά κορίτσια με χυτά πόδια και λεπτά χέρια. Περπατούν ανάλαφρα και δεν τους χρειάζονται πολλά φτιασίδια. Λίγο τα μακριά ίσια μαλλιά τους, η περήφανη κορμοστασιά, το διάφανο κραγιόν στα χείλια και όλα αυτά μαζί τις κάνουν διαφορετικές από το πλήθος. Το βλέμμα τους είναι κάπου αλλού, χαμένο στις σκέψεις τους, που κανείς δεν ξέρει αν είναι σημαντικές ή όχι. Μιλούν ήρεμα, γλυκά, χαμηλόφωνα και η ατονία αυτή είναι που πάει πολύ στην όλη τους μορφή. Δεν βιάζονται ποτέ και δεν βυθίζονται σε νευρικές απότομες κινήσεις. Ντυμένες με ρούχα που δεν είναι ποτέ φανταχτερά, στέκονται ανάλαφρα στις μακριές πατούσες τους, που τα καλοκαίρια βυθίζονται στην άμμο.
Κάποιοι λατρεύουν τα ψηλόλιγνα κορίτσια, τους μαγνητίζει το νωχελικό τους βάδισμα και ο απόκοσμος αέρας τους. Κάποιοι ίσως και να ζηλεύουν το ύψος που αόριστα ατενίζουν τα πάντα. Κάποιοι όμως μένουν αδιάφοροι στην αρμονία των κινήσεων τους και στο χαμένο φως των ματιών τους. Σκέφτονται ότι η όψη τους και μόνο, αψεγάδιαστο σημάδι της φύσης, δεν λέει απαραίτητα ότι στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Ίσως γυρεύουν ακόμα τόνο στην άχρωμη ζωή τους, ίσως είναι υπερκόσμιες και ανάλαφρες για να τις λυγίσεις σε βρώμικα κρεβάτια. Ίσως αν το χέρι σου αρπάξει τη λεπτή τους μέση, να μην ταράξει την γαληνή τους και τότε. Ίσως τα πλάσματα αυτά, να μη μπορούν να λικνιστούν ποτέ, με τη χάρη που απαιτεί η τέχνη του έρωτα και του θανάτου. Να αναζητούν τη λάμψη, που μόνο ετερόφωτα μπορούν να αποκτήσουν, στην αποδοχή ενός προστάτη. Μπορεί το ρομαντικό τους βλέμμα, που σπάνια χαρίζουν, να κρύβει καλά μια συνηθισμένη ψυχή με μικροαστικές αλήθειες, που τίποτα στον θέαμα τους δεν προδίδει. Αιώνιες μούσες μιας εικαστικής παράστασης στο δρόμο της ζωής. Πίσω από το φαίνεσθαι, μια πιθανή ακύμαντη λίμνη, ή το τέλος της περιπέτειας.


Σε αυτούς που στάθηκαν στην επιφάνεια των πραγμάτων.

photo Cartie Bresson

Tuesday, July 13, 2010

Καλοκαιρινό


Ήθελα να είμαι βαποράκι που σέρνεται στην Ευριπίδου
ή ίσως μπαχάρι σε ράφι που προκαλεί αλλεργία στη μύτη σου και φτάρνισμα καμιά φορά
κατούρημα που γλείφει τοίχο στο Μοναστηράκι
κι η αμμωνία του σου παίρνει τα ρουθούνια
ή ακόμα κόκκος βρωμιάς στον τοίχο της Ναυτικών Δοκίμων
να ξύνεις με το νύχι σου όταν πας να φας εκεί κοντά
μπορεί και πατημένο περιστέρι στο δρόμο σου
χαλκομανία της ασφάλτου που σήπεται στη ζέστη των 32 βαθμών
δίπλα σε περαστικούς που αναρωτιούνται αν ζουν
ή αν γυρίζουν άσκοπα
αν σήμερα η τηλεοπτική τους δόση θα τους βγάλει
αρρωστάκια αδιόρατα φευγάτα
λυπάμαι, λυπάμαι
στην πόλη του καλοκαιριού δεν το μπορώ
δεν δύναμαι
να παραστήσω την πέτρα που στην επιφάνεια του νερού κάνει δυο γκελ
την άμμο που ξεπλένεται στο αλάτι αντανακλώντας πάνω της τον ήλιο.


Friday, July 09, 2010

Ας πούμε


Ας πούμε.
Βλέπω ένα νησί. Νησί όχι βέβαια της γεωγραφίας. Ναι.
Νησί, λεξιγενές, πάνω σε πλέγμα υφάλου, φτιαγμένο από διαλεγμένες μία προς μία λέξεις, φράσεις, νοήματα, υπαινιγμούς και σαρκασμό.
Έπεσε και λίγο χώμα που το έφερε μάλλον ο άνεμος.
Ύστερα έβρεξε. Έβρεξε πολύ. Τροπική βροχή, σχεδόν τρία χρόνια.
Μετά ήρθαν και προσγειώθηκαν στις υγρές σχισμές του εδάφους, άλλα λόγια, άλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε. Νέες λέξεις, πιο γόνιμες, τόσο καρπερές που φύτρωσαν και βγάλανε κλαδιά και ρίζες.
Γι’ αυτό το νησί σου μιλάω. Κανείς δεν το ξέρει, κανείς δεν μπορεί να το ψάξει, δεν υπάρχει στους χάρτες ή στις μηχανές αναζήτησης.
Στο Λεξονήσι σου’χω κρατημένο ένα θεωρείο πάνω στα βράχια, κάτω ακριβώς απ’τη ριγέ σκιά της αραιής βλάστησης. Ξέρω φοβάσαι τον ήλιο, μα παράγγειλα μια συννεφιά και πήρα κι αντηλιακό. Αν κάτι δεν θα'θελα, θα ήταν να καούμε κι' έπειτα να γεμίσουμε φακίδες. Θεωρείο όλο δικό σου. Για πάρτη σου.
Στις λέξεις, βασιλεύει εκείνος που τις αγαπάει περισσότερο κι’ εγώ την αγάπη μου γι’αυτές τη ζύγισα και τη βρήκα μισό καντάρι λειψότερη.
Χαλάλι σου.

Monday, July 05, 2010

David Lynch Uncut


Είναι στιγμές απλού αδιέξοδου. Σκέφτεσαι μια ζωή, εξαντλητικά, κάθε μέρα και έρχεται άξαφνα μια στιγμή επιφοίτησης, που όλα φαίνονται διάφανα, απλά.

Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο του David Lynch, ''Catching the Big Fish'', J.P. Tarcher/εκδόσεις Penguin, Ν.Υ. Άλλα χέρια το αγόρασαν, άλλα το δανείστηκαν, αλλά με αυτά και εκείνα έφτασε και στα δικά μου χέρια.
Να είμαι ειλικρινής, δεν είχα ποτέ περιέργεια για το πώς σκέφτεται ο David, του έχω απλά εμπιστοσύνη.

''Most of filmmaking is common sense. If you stay on your toes and think about how to do a thing, it's right there.''

Το γιατί, ναι ήταν κάτι που με ενδιέφερε, αν και απλοποιητικά είχα καταλήξει στο τερατώδες συμπέρασμα, ότι ήταν μάλλον ένας σκοτεινός και μίζερος χαρακτήρας με μεγαλειώδη φαντασία και ταλέντο. Οι εκτιμήσεις όμως ενέχουν εξ’ ορισμού μεγάλη πιθανότητα να πέσεις έξω, διαφορετικά θα ονομάζονταν βεβαιότητες και οι βεβαιότητες βασίζονται σε αδιάσειστα στοιχεία, που εγώ φυσικά δεν είχα. Ο σκοτεινός κόσμος των ταινιών του ήταν ο κόσμος που ξεκίνησε και ο ίδιος, αν και σήμερα αποτυπώνει μόνο τον κόσμο των άλλων.

'' When I fist heard about meditation, I had zero interest in it. I wasn’t interest in it. I wasn’t even curious. It sounded like a waste of time.''

''When I started meditating, I was filled with anxieties and fears. I felt a sense of depression and anger.''


Παρατηρώντας την γαλήνια έκφραση των προσώπων των γιόγκι κατά την διάρκεια του διαλογισμού, έβλεπε ότι τα πρόσωπα τους αποτύπωναν μια υπέρτατη αρμονία και δύναμη, την αίσθηση ότι αυτό που κάνουν τους ισορροπεί, καθορίζοντας παράλληλα το νόημα της ύπαρξης τους.

''That made me think that enlightment must be something real, even though I didn’t know what it was. I figured the only way to try for it was to start diving within and see what unfolded. Because I knew that wasn’t going to happen with life on the surface in L.A.''

Μιλάει για τη ζωή του, τις σκέψεις, τις ταινίες, τη μουσική τους και το φως. Την επίδραση του διαλογισμού στο να καλλιεργεί τις ιδέες του και να κάνει ταινίες. Ζούμε σε ένα σκοτεινό κόσμο και αυτό είναι δεδομένο στις ιστορίες που αποτυπώνονται σε ταινία.
Για το ''Lost Highway'' ο Lynch είχε εντυπωσιαστεί με το σκοτάδι στην ιστορία της δίκης του O.J. Simpson. Τον σοκάριζε η εικόνα ενός χαμογελαστού ανθρώπου που μετά απ’ όλα όσα συνέβησαν, μπορούσε ακόμα να χαίρεται και να παίζει γκολφ, μπορούσε να συνεχίζει τη ζωή του. Έτσι κατανόησε ότι το μυαλό κάποιων ανθρώπων έχει τη δυνατότητα να ξεγελιέται ενστικτωδώς, για να αποφύγει κάπως τη φρίκη των πράξεων του. Η ζωή κατακλύζεται από το σκοτάδι.

''You look in darkness, and you see that it’s really nothing: It’s the absence of something. You turn on the light, and the darkness goes…
Don’t fight the darkness. Don’t even worry about the darkness. Turn on the light and the darkness goes. Turn up that light of pure consciousness: Negativity goes. Now you say,''That sounds so sweet.'' It sounds too sweet. But it’s a real thing''


Σε όλες τις φράσεις που ακολουθούν μου θύμισε σκέψεις που συνηθίζω να κάνω.

''I love dream logic; I just like the way dreams go. But I have hardly ever gotten ideas from dreams. I get more ideas from music, or from just walking around.''

''When you see an aging building or a rusted bridge, you are seeing nature and man working together.''

''I don’t necessarily love rotten bodies, but there’s a texture to a rotting body that is unbelievable.''

''Sitting in front of a fire is mesmerizing. It’s magical. I feel the same way about electricity. And smoke. And flickering lights.''

Για να καταλήξω λοιπόν στην φράση που με συγκλόνισε και πιθανά οι μελλοντικοί μου βιογράφοι θα σημειώσουν ότι μου άλλαξε τη ζωή και τον τρόπο που σκέφτομαι τον εαυτό μου:

''Maybe enlightment is far away, but it’s said that when you walk toward the light, with every step, things get brighter. Every day, for me, gets better and better. ''

Σε είχα παρεξηγήσει David.
Μπορεί να ακουστεί ειρωνικό, αλλά δεν είναι, David προχώρα και σου ‘ρχομαι το κατόπι, αρκεί να βρω ψυχή να ξεκινήσω.

Sunday, June 27, 2010

Σημάδι


Στο κενό
που
μένει σταθερά άδειο
αφόρητα ασυμπλήρωτο
μηδέν μέσα μου
θα βάλω
χειρουργικά
μπαλονάκι
Κι ύστερα
η τομή
θα κλείσει
μ' αντιβίωση
Τα ράμματα
θα βγουν
αργότερα
τραβώντας τα
Εκεί
για πάντα
σημάδι
χειλοειδής ουλή
να μη ξεχάσω.

Tuesday, June 22, 2010

Υπόσχεση


Η υπόσχεση αποτέλεσε από δημιουργίας για τον άνθρωπο, ένα εξόχως θελκτικό state of mind.
Δεν γνωρίζω γιατί ως είδος είμαστε τέτοιοι πίτουρες,
φτύνουμε δηλαδή την προσφορά και το ανίδρωτο αποτέλεσμα, ασχέτου ποιότητας και μας ηδονίζει το πιθανό, το υποθετικό, το νεύμα στην άλλη άκρη της αποβάθρας. Μάλλον είμαστε ελαττωματικά μοντέλα ή τελικά τα πάντα συνδέονται με αυτή την καταραμένη διαδικασία της φυσικής επιλογής, το εγωιστικό γονίδιο και τις θεωρίες που δικαιολογούν την απαστράπτουσα υπόσταση του, μέσα στην ερεβώδη άχλη της σύντομης ύπαρξης μας.Ο θάνατος είναι αυτός που καθορίζει το όλον, επομένως και τη βαρύτητα της υπόσχεσης.

Πίνακας του Γ. Ρόρρη.

Tuesday, June 15, 2010

Τοίχος


Τρέχω στο σκοτάδι,
άξαφνα μπρος τοίχος. Σταματάω κλάσματα δευτερολέπτου πριν σπάσω τα μούτρα μου. Γυρίζω πίσω μου, δεύτερος τοίχος κινείται καταπάνω μου, αργά, απελπιστικά αποφασισμένος να με συνθλίψει. Δεν ξέρω τι να κάνω, βιώνω το συναίσθημα του απόλυτου επιθανάτιου εγκλωβισμού. Σχεδόν δεν αναπνέω.
Ξυπνάω με ταχυκαρδία, μούσκεμα στον ιδρώτα. Οι τοίχοι δεν υπάρχουν πια, το συναίσθημα παραμένει. Πίνω ένα ποτήρι κρύο νερό, το πιο πολύ κυλάει πάνω στη μούρη μου, έπειτα στη φανέλα μου, γλείφει το σώμα μου μέχρι που παύει να κινείται. Παγώνω. Κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι τη θάλασσα, γαλάζια, ακύμαντη, συνεχή, σε μέρα διαυγή και με ήλιο. Ανασαίνω το αεράκι της, μυρίζει φυκιάδα. Ανασαίνω ξανά και οι σφυγμοί μου πέφτουν στο κανονικό.

Monday, June 07, 2010

Ανάποδα


Στο πάρκινγκ του μετρό. Όλα γαλήνια. Όλα φλουό. Μηχανές, λαμαρίνες, τσιμέντα και σωλήνες. (Βλέπω μόνο άψυχα υλικά, λόγο θες για να τα νοιώσεις).
Ζέστη αφύσικη, ίσως με λίγο διοξείδιο, ίχνη, χαμηλή συγκέντρωση. Καληνύχτα.
Την αγκαλιάζω απότομα. Όχι σφικτά. Χαλαρά. Ανάμεσα μας η τσάντα που κρατάει στην αγκαλιά της.
Πάει κι’αυτό.

Λίγο πιο πίσω στο χρόνο.
Είμαστε σινεμά. Η ταινία είναι μεγάλη μαλακία. Η χειρότερη που έχω δει εδώ και χρόνια. Βαριανασαίνω.

Ακόμα πιο πίσω.
Αν αργήσεις, της λέω, θα με βρεις μέσα, πρέπει να την δω απ’ την αρχή, κατάλαβες;
(Δεν μας χέζεις ρε μαλάκα, σκέφτεται, θα μπω μετά αν αργήσω, σιγά τ’ αυγά.)

Λίγες ώρες πιο πριν
Θα πάω σινεμά, θες να έρθεις;
Ναι, θα έρθω.

Λίγα χρόνια πριν.
Είμαι μπερδεμένος, σκέφτομαι διάφορα. Ξέρεις έχει συμβεί αυτό κι’ αυτό...
Την περιχύνω με τζιν και τόνικ, έχω πιει ήδη δύο. Φοράει μαύρα, δεν λερώνεται. Μα πως τα κάνω αυτά, είμαι εντελώς αδέξιος ώρες, ώρες. Ζαλάδα.
Να σε πάω στ’ αυτοκίνητο σου, με το δικό μου, αυτό το σημαδεμένο αμάξι, που με έχει πάει κατά καιρούς στη μία και στην άλλη.
Δεν ξέρω αν είναι η σοβαρή συζήτηση, ή το ποτό ή τα μαύρα ρούχα και το αυστηρό σου βλέμμα, όλα έχουν ανάποδο αποτέλεσμα, δεν σε αγγίζω για να σε καληνυχτίσω (κι' άντε τώρα να γλυτώσεις, απ' το κούφιο που έχουν τα φιλιά, όταν δεν μπορείς να δώσεις). Δεν σε αγγίζω τότε, με την ελπίδα κάποτε, όταν το έχεις ανάγκη, νηφάλιος, να σ’ αγκαλιάσω, να το μπορέσω, κάποτε άλλοτε.

Μη με κοιτάς.
Μη με κοιτάς έτσι.
Είμαι ένα αγρίμι. Κι’ εσύ τι είσαι; δεν ξέρω καν.
Δεν θα προσευχηθώ. Η προσευχή είναι μεταφορά της ευθύνης σε κάποιον άλλο.
Δίνει μια ελπίδα.
Άσε με μόνο.
Άσε με.
Ακούμπησε στον ώμο μου να σε παρηγορήσω.


Κάποιες Φράσεις είναι από το Βίοι (ζωές) Αγίων του
Μιχαήλ Μαρμαρινού

Tuesday, June 01, 2010

Στο τσίγκινο κουτάκι του τσαγιού



Στο τσίγκινο κουτάκι του τσαγιού ‘The Kousmichoff’, αγορασμένο σε μια στιγμιαία έκρηξη εκλεκτισμού, έξω από το Λούβρο, είχε κρύψει δέκα γραμμάρια μαύρο. Όταν έφυγε, της έμειναν από εκείνον, αυτά και ένα μπουκάλι Bailey’s καβάτζα.
Καιρό μετά, απ’ έξω το μπουκάλι σκονίστηκε, μέσα το ποτό ξίνισε, έκοψε, σε μικρές γαλατένιες ηπείρους, σε σχήματα αλλόκοτα κρούστας, σχεδόν οιωνούς, από κατασκευής πολύ γλυκό, αλλά με ημερομηνία λήξης.
Το μαύρο το κάπνισε όλο και μάλιστα σε ένα βράδυ, το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, μέχρι που της κόπηκαν τα πόδια. Εκείνη τη νύχτα που υπολόγισε ότι δεν θα γύριζε ποτέ πίσω.
Σκέφτοταν υψηλόφωνα. Σχεδόν σε παράνοια.
‘Τώρα που θα σβήσω το τελευταίο μου τσιγάρο θα χαθώ, θα πάψω, δεν θα υπάρξω πια. Αν ήταν να ξεχάσω για πάντα, ήθελα τα στριφτά μου από δω και πέρα βαριά, κι’αυτό το μούδιασμα να παραμείνει μόνιμο. Μόνιμο σαν αναπηρία.’
Φρούδες ελπίδες, απέλπιδες.

Monday, January 18, 2010

Καθημερινή


Καθημερινή του 1991, πίσω από τη σημερινό Τζόκερ. Στο αυτοκίνητο, με Μπιγκ Μακ, αν θυμάμαι καλά. Μπορεί και προκάτ πατάτα, μπορεί και μηλόπιτα να καίει τον ουρανίσκο, χαμένες trash γεύσεις της νεότητας, χαμένες ώρες σε ένα σερί ατέλειωτων, χιλιάδων χαμένων ωρών.
Δεν σου λέω τίποτα σπουδαίο, δεν αναλύω ταινία σήμερα ή πολιτική θέση, σήμερα είμαι χάλια. Νιώθω ότι ζω σε μια άλλη ζωή, μια εικονική πραγματικότητα και η τριλογία των Μάτριξ μπορεί και να μην έχει συλληφθεί ακόμα.
Νεότητα και μαυρίλα, μα είναι αφύσικο, μα είναι παράταιρο, μα ναι. Θα ‘λεγα, λέω, ότι αν σήμερα, αν ήταν μια φανταστική μέρα, ίσως να ευχόμουν, πόλεμο, μια αλλαγή, την ταραχή, το χάος, τίποτα να μην είναι δεδομένο.
Τότε αγαπημένη μου μορφή, ίσως να έβλεπες πως, πως μέσα στο χάος, θα ήμουν ένας γενναίος άνθρωπος. Αυτός που δεν χρειάζεται να είμαι σήμερα. Ναι, αυτός ακριβώς που πάντα επιθυμούσες να ήμουν. Αν.
Βρέχει και εγώ είμαι τόσο μαλάκας που με συγκινεί το Βροχή και σήμερα και ο Morrisey στο Rubber ring ή στο There is a light that never goes out. Γκίνια.

Sunday, January 10, 2010

Μέσα από τους τοίχους


Ο περσινός Δεκέμβρης φωτιά και καταστολή, οι πόρτες κλειστές, ρολά, αλλόκοτη ερημιά τη νύχτα. Ο φετινός, ένα κρεσέντο από πολύχρωμες ιδέες, εκθέσεις, εκδηλώσεις, λίγες και καλές μουσικές (ακόμα πιο πολλές δεν θα έβλαπταν κανένα, αν, αν ήταν εφικτές από οικονομικής άποψης).
Θα ήθελα να δω ας πούμε κάποτε γιορτές τον Eric Sumo. Έτσι μου έχει καρφωθεί σαν ιδέα. Είχαμε μιλήσει πέρσι για το αν σχεδίαζε κάτι προς τα δω, όποτε και μου είχε πει ότι ευχαρίστως θα ερχόταν αν δινόταν η ευκαιρία. Με ρώτησε αν ήξερα πως ή μπορούσα να κανονίσω κάτι, να το συζητούσαμε. Θα με πέρασε φαίνεται για μουσικό παραγωγό ή διοργανωτή συναυλιών. Γκίνια.
Θα ήθελα να δω και τους Red Hot Chily Peppers, τους S.O.A.D ή τους Sonic Youth ξανά, αλλά για τους πρώτους φοβάμαι πολύ ότι δεν θα αξιωθώ.
Τα μπαρ αποπνέουν πια αυτή την καθολικότητα της ολοήμερης κίνησης, αργόσχολοι το πρωί, καλλιτέχνες, μετά εργαζόμενοι στο κέντρο,wi-fi, εικαστικές εκθέσεις, δοκιμές κρασιών, πάρτι, φουλ free press εδώ και κει στα ράφια.
Λείπει όμως αυτό που χαρακτηρίζει τα αντίστοιχα μέρη σε άλλες χώρες, το νόημα, η διαδραστική επικοινωνία ανάμεσα στον κόσμο, η καθαρή κοινωνικοποίηση που προκύπτει σε χαλαρά μέρη που όλοι θα έπρεπε να συζητούν και να μοιράζονται τις σκέψεις τους, ενώ δεν γνωρίζονται.
Οι άνθρωποι μοιάζουν πιο απομονωμένοι από ποτέ και δεν φταίει η εποχή, είναι ίσως ο τόπος που έσπειρε με μαεστρία την αμηχανία και τον εγκλεισμό στα δικά μας. Δικούς μας ανθρώπους, δικές μας ζωές, δικούς μας κλειστούς κύκλους, συνεχείς, ασυνεχείς, μα σχεδόν πάντα κλειστούς.
Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν μέσα σε σύννεφα συμπαγούς καπνού. Κόμπακτ ατμόσφαιρα, όχι πλάκα.
Έτσι όταν μια νύχτα πρόσφατα, από το σκοτάδι μιας συστάδας θάμνων στην παραλία πετάχτηκε ένας Ελληνοαμερικανός να με μαλώσει περιπαιχτικά που άναψα τσιγάρο στο δρόμο, φοβήθηκα. Ύστερα, σε τριάντα μέτρα δρόμο, μου είπε για την αντικαπνιστική πολιτική που έπιασε παντού, για τον ήλιο που ήρθε να μαζέψει προτού το γαϊδουροκαλόκαιρο μας εγκαταλείψει οριστικά (φρούδες ελπίδες) και οι δρόμοι μας χώρισαν ακριβώς την ώρα που έψαχνα κάπου να σβήσω το τσιγάρο μου.
Αν για κάτι ντράπηκα πολύ, μετά την εβδομάδα με τα σκουπίδια, είναι που είμαστε η μόνη χώρα που το αντικαπνιστικό μέτρο δεν έπιασε. Ε ναι, δεν λέγεται μαγκιά αυτό.
Από ένα μπαρ μηδενικής ανταλλαγής ιδεών, κάποιο μεσημέρι έφυγα για το σπίτι με τρία νέα ή ανανεωμένα δωρεάν περιοδικά.
Ενδιαφέροντα θέματα, συνεντεύξεις, εικόνες που ταλαντούχοι φωτογράφοι αποδίδουν με λιτά εκφραστικά κάδρα, τον κόσμο μιας άλλης παράλληλης πόλης, μιας άλλης παράλληλης αισθητικής. Να μην συζητήσω για τη μορφή, το ματ χαρτί και την αιχμηρή μυρωδιά τους ή την εκτύπωση. Μια ευχάριστη αίσθηση.
Μέσα στους κλειστούς τοίχους των εντύπων ίσως κάτι κινείται. Παράδοξο να κινείται όμως σήμερα, σήμερα που το διαδίκτυο φαίνεται να κερδίζει σε όλα τα επίπεδα τις εντυπώσεις. Όταν αυτό θα είναι το μέλλον, όταν θα σημάνει το τέλος του αντιοικολογικού χαρτιού ανάμεσα στα δάκτυλά μας, ίσως εδώ να έχουμε φτάσει στην απόλυτη κορύφωση. Άστοχα; Ίσως, όπως πάντα.
Ο διευθυντής έκδοσης ενός από αυτά σημειώνει κάπου: ‘Έχω διαπιστώσει εδώ και καιρό ότι το να διαβάζεις περιοδικά είναι μια ντεμοντέ συνήθεια. Δεν φταίει το χαρτί για αυτό, ούτε το internet ή η κοινωνική κρίση. Φταίνε αυτοί που φτιάχνουν τα περιοδικά, αυτοί που προσπαθούν να ξεζουμίσουν εκείνο που έμαθαν κάποτε παλιά. ’
Ξαναξεφυλλίζω σελίδα, σελίδα το δικό του έντυπο και σκέφτομαι, δεν μπορεί, πως βγαίνει όλη αυτή η προσπάθεια, πως βγαίνει δωρεάν;
Χωρίς να έχω ειδικές γνώσεις μου φαίνεται σχεδόν αδύνατον.
Ξαναγυρίζω στην πρώτη σελίδα, το μάτι μου καρφώνεται στις λιγοστές διαφημιστικές καταχωρήσεις, τις μετράω μία προς μία, δέκα κρατικές καταχωρήσεις από τις οποίες κάποιες δισέλιδες και κάνα δύο θέατρα και εκθέσεις. Σε ένα σχεδόν άγνωστο περιοδικό, ή καλύτερα σε ένα περιοδικό με πολύ μικρή κυκλοφορία.
Παλιά κόστιζε δέκα ευρώ. Τι να σχολιάσω;
Δε με νοιάζουν τα βαρύγδουπα λογύδρια των μιντιακών προσώπων, τα λόγια που παρέθεσα.
Βαρέθηκα τους πολιτειακούς γρίφους. Ποιος είναι τι, ποιος είναι ακριβώς τι; Βαρέθηκα και να αναρωτιέμαι καχύποπτα για τα πάντα γύρω μου. Βαρέθηκα να σκοντάφτει η σκέψη μου σε ερωτηματικά μεγάλα και γερτά, να κολλάει η σόλα της σκέψης μου στη γλίτσα.
Ο Ράμφος μιλώντας σε μια εκπομπή προχτές, με την πηγαία αισιοδοξία που τον διακατέχει, δηλώνει ότι είμαστε στην ώρα μηδέν, η πρώτη ανατολική χώρα που καλείται να γίνει δυτική και εκεί αρχίζει το πρόβλημα μας, ο διχασμός και ο πόνος μας, αν κατανοήσουμε αυτό θα αρχίσει να λύνεται ο μίτος που μας πνίγει. Δεν ξέρω αν ακούγεται εύκολο.