
Ο περσινός Δεκέμβρης φωτιά και καταστολή, οι πόρτες κλειστές, ρολά, αλλόκοτη ερημιά τη νύχτα. Ο φετινός, ένα κρεσέντο από πολύχρωμες ιδέες, εκθέσεις, εκδηλώσεις, λίγες και καλές μουσικές (ακόμα πιο πολλές δεν θα έβλαπταν κανένα, αν, αν ήταν εφικτές από οικονομικής άποψης).
Θα ήθελα να δω ας πούμε κάποτε
γιορτές τον
Eric Sumo. Έτσι μου έχει καρφωθεί σαν ιδέα. Είχαμε μιλήσει πέρσι για το αν σχεδίαζε κάτι προς τα δω, όποτε και μου είχε πει ότι ευχαρίστως θα ερχόταν αν δινόταν η ευκαιρία. Με ρώτησε αν ήξερα πως ή μπορούσα να κανονίσω κάτι, να το συζητούσαμε. Θα με πέρασε φαίνεται για μουσικό παραγωγό ή διοργανωτή συναυλιών. Γκίνια.
Θα ήθελα να δω και τους
Red Hot Chily Peppers, τους
S.O.A.D ή τους
Sonic Youth ξανά, αλλά για τους πρώτους φοβάμαι πολύ ότι δεν θα αξιωθώ.
Τα μπαρ αποπνέουν πια αυτή την καθολικότητα της ολοήμερης κίνησης, αργόσχολοι το πρωί, καλλιτέχνες, μετά εργαζόμενοι στο κέντρο,wi-fi, εικαστικές εκθέσεις, δοκιμές κρασιών, πάρτι, φουλ free press εδώ και κει στα ράφια.
Λείπει όμως αυτό που χαρακτηρίζει τα αντίστοιχα μέρη σε άλλες χώρες, το νόημα, η διαδραστική επικοινωνία ανάμεσα στον κόσμο, η καθαρή κοινωνικοποίηση που προκύπτει σε χαλαρά μέρη που όλοι θα έπρεπε να συζητούν και να μοιράζονται τις σκέψεις τους, ενώ δεν γνωρίζονται.
Οι άνθρωποι μοιάζουν πιο απομονωμένοι από ποτέ και δεν φταίει η εποχή, είναι ίσως ο τόπος που έσπειρε με μαεστρία την αμηχανία και τον εγκλεισμό στα δικά μας. Δικούς μας ανθρώπους, δικές μας ζωές, δικούς μας κλειστούς κύκλους, συνεχείς, ασυνεχείς, μα σχεδόν πάντα κλειστούς.
Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν μέσα σε σύννεφα συμπαγούς καπνού. Κόμπακτ ατμόσφαιρα, όχι πλάκα.
Έτσι όταν μια νύχτα πρόσφατα, από το σκοτάδι μιας συστάδας θάμνων στην παραλία πετάχτηκε ένας Ελληνοαμερικανός να με μαλώσει περιπαιχτικά που άναψα τσιγάρο στο δρόμο, φοβήθηκα. Ύστερα, σε τριάντα μέτρα δρόμο, μου είπε για την αντικαπνιστική πολιτική που έπιασε παντού, για τον ήλιο που ήρθε να μαζέψει προτού το γαϊδουροκαλόκαιρο μας εγκαταλείψει οριστικά (φρούδες ελπίδες) και οι δρόμοι μας χώρισαν ακριβώς την ώρα που έψαχνα κάπου να σβήσω το τσιγάρο μου.
Αν για κάτι ντράπηκα πολύ, μετά την εβδομάδα με τα σκουπίδια, είναι που είμαστε η μόνη χώρα που το αντικαπνιστικό μέτρο δεν έπιασε. Ε ναι, δεν λέγεται μαγκιά αυτό.
Από ένα μπαρ μηδενικής ανταλλαγής ιδεών, κάποιο μεσημέρι έφυγα για το σπίτι με τρία νέα ή ανανεωμένα δωρεάν περιοδικά.
Ενδιαφέροντα θέματα, συνεντεύξεις, εικόνες που ταλαντούχοι φωτογράφοι αποδίδουν με λιτά εκφραστικά κάδρα, τον κόσμο μιας άλλης παράλληλης πόλης, μιας άλλης παράλληλης αισθητικής. Να μην συζητήσω για τη μορφή, το ματ χαρτί και την αιχμηρή μυρωδιά τους ή την εκτύπωση. Μια ευχάριστη αίσθηση.
Μέσα στους κλειστούς τοίχους των εντύπων ίσως κάτι κινείται. Παράδοξο να κινείται όμως σήμερα, σήμερα που το διαδίκτυο φαίνεται να κερδίζει σε όλα τα επίπεδα τις εντυπώσεις. Όταν αυτό θα είναι το μέλλον, όταν θα σημάνει το τέλος του αντιοικολογικού χαρτιού ανάμεσα στα δάκτυλά μας, ίσως εδώ να έχουμε φτάσει στην απόλυτη κορύφωση. Άστοχα; Ίσως, όπως πάντα.
Ο διευθυντής έκδοσης ενός από αυτά σημειώνει κάπου: ‘Έχω διαπιστώσει εδώ και καιρό ότι το να διαβάζεις περιοδικά είναι μια ντεμοντέ συνήθεια. Δεν φταίει το χαρτί για αυτό, ούτε το internet ή η κοινωνική κρίση. Φταίνε αυτοί που φτιάχνουν τα περιοδικά, αυτοί που προσπαθούν να ξεζουμίσουν εκείνο που έμαθαν κάποτε παλιά. ’
Ξαναξεφυλλίζω σελίδα, σελίδα το δικό του έντυπο και σκέφτομαι, δεν μπορεί, πως βγαίνει όλη αυτή η προσπάθεια, πως βγαίνει δωρεάν;
Χωρίς να έχω ειδικές γνώσεις μου φαίνεται σχεδόν αδύνατον.
Ξαναγυρίζω στην πρώτη σελίδα, το μάτι μου καρφώνεται στις λιγοστές διαφημιστικές καταχωρήσεις, τις μετράω μία προς μία, δέκα κρατικές καταχωρήσεις από τις οποίες κάποιες δισέλιδες και κάνα δύο θέατρα και εκθέσεις. Σε ένα σχεδόν άγνωστο περιοδικό, ή καλύτερα σε ένα περιοδικό με πολύ μικρή κυκλοφορία.
Παλιά κόστιζε δέκα ευρώ. Τι να σχολιάσω;
Δε με νοιάζουν τα βαρύγδουπα λογύδρια των μιντιακών προσώπων, τα λόγια που παρέθεσα.
Βαρέθηκα τους πολιτειακούς γρίφους. Ποιος είναι τι, ποιος είναι ακριβώς τι; Βαρέθηκα και να αναρωτιέμαι καχύποπτα για τα πάντα γύρω μου. Βαρέθηκα να σκοντάφτει η σκέψη μου σε ερωτηματικά μεγάλα και γερτά, να κολλάει η σόλα της σκέψης μου στη γλίτσα.
Ο Ράμφος μιλώντας σε μια εκπομπή προχτές, με την πηγαία αισιοδοξία που τον διακατέχει, δηλώνει ότι είμαστε στην ώρα μηδέν, η πρώτη ανατολική χώρα που καλείται να γίνει δυτική και εκεί αρχίζει το πρόβλημα μας, ο διχασμός και ο πόνος μας, αν κατανοήσουμε αυτό θα αρχίσει να λύνεται ο μίτος που μας πνίγει. Δεν ξέρω αν ακούγεται εύκολο.