Wednesday, July 21, 2010

Τα ψηλόλιγνα κορίτσια


Υπάρχουν κάτι ψηλά κορίτσια με χυτά πόδια και λεπτά χέρια. Περπατούν ανάλαφρα και δεν τους χρειάζονται πολλά φτιασίδια. Λίγο τα μακριά ίσια μαλλιά τους, η περήφανη κορμοστασιά, το διάφανο κραγιόν στα χείλια και όλα αυτά μαζί τις κάνουν διαφορετικές από το πλήθος. Το βλέμμα τους είναι κάπου αλλού, χαμένο στις σκέψεις τους, που κανείς δεν ξέρει αν είναι σημαντικές ή όχι. Μιλούν ήρεμα, γλυκά, χαμηλόφωνα και η ατονία αυτή είναι που πάει πολύ στην όλη τους μορφή. Δεν βιάζονται ποτέ και δεν βυθίζονται σε νευρικές απότομες κινήσεις. Ντυμένες με ρούχα που δεν είναι ποτέ φανταχτερά, στέκονται ανάλαφρα στις μακριές πατούσες τους, που τα καλοκαίρια βυθίζονται στην άμμο.
Κάποιοι λατρεύουν τα ψηλόλιγνα κορίτσια, τους μαγνητίζει το νωχελικό τους βάδισμα και ο απόκοσμος αέρας τους. Κάποιοι ίσως και να ζηλεύουν το ύψος που αόριστα ατενίζουν τα πάντα. Κάποιοι όμως μένουν αδιάφοροι στην αρμονία των κινήσεων τους και στο χαμένο φως των ματιών τους. Σκέφτονται ότι η όψη τους και μόνο, αψεγάδιαστο σημάδι της φύσης, δεν λέει απαραίτητα ότι στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Ίσως γυρεύουν ακόμα τόνο στην άχρωμη ζωή τους, ίσως είναι υπερκόσμιες και ανάλαφρες για να τις λυγίσεις σε βρώμικα κρεβάτια. Ίσως αν το χέρι σου αρπάξει τη λεπτή τους μέση, να μην ταράξει την γαληνή τους και τότε. Ίσως τα πλάσματα αυτά, να μη μπορούν να λικνιστούν ποτέ, με τη χάρη που απαιτεί η τέχνη του έρωτα και του θανάτου. Να αναζητούν τη λάμψη, που μόνο ετερόφωτα μπορούν να αποκτήσουν, στην αποδοχή ενός προστάτη. Μπορεί το ρομαντικό τους βλέμμα, που σπάνια χαρίζουν, να κρύβει καλά μια συνηθισμένη ψυχή με μικροαστικές αλήθειες, που τίποτα στον θέαμα τους δεν προδίδει. Αιώνιες μούσες μιας εικαστικής παράστασης στο δρόμο της ζωής. Πίσω από το φαίνεσθαι, μια πιθανή ακύμαντη λίμνη, ή το τέλος της περιπέτειας.


Σε αυτούς που στάθηκαν στην επιφάνεια των πραγμάτων.

photo Cartie Bresson

Tuesday, July 13, 2010

Καλοκαιρινό


Ήθελα να είμαι βαποράκι που σέρνεται στην Ευριπίδου
ή ίσως μπαχάρι σε ράφι που προκαλεί αλλεργία στη μύτη σου και φτάρνισμα καμιά φορά
κατούρημα που γλείφει τοίχο στο Μοναστηράκι
κι η αμμωνία του σου παίρνει τα ρουθούνια
ή ακόμα κόκκος βρωμιάς στον τοίχο της Ναυτικών Δοκίμων
να ξύνεις με το νύχι σου όταν πας να φας εκεί κοντά
μπορεί και πατημένο περιστέρι στο δρόμο σου
χαλκομανία της ασφάλτου που σήπεται στη ζέστη των 32 βαθμών
δίπλα σε περαστικούς που αναρωτιούνται αν ζουν
ή αν γυρίζουν άσκοπα
αν σήμερα η τηλεοπτική τους δόση θα τους βγάλει
αρρωστάκια αδιόρατα φευγάτα
λυπάμαι, λυπάμαι
στην πόλη του καλοκαιριού δεν το μπορώ
δεν δύναμαι
να παραστήσω την πέτρα που στην επιφάνεια του νερού κάνει δυο γκελ
την άμμο που ξεπλένεται στο αλάτι αντανακλώντας πάνω της τον ήλιο.


Friday, July 09, 2010

Ας πούμε


Ας πούμε.
Βλέπω ένα νησί. Νησί όχι βέβαια της γεωγραφίας. Ναι.
Νησί, λεξιγενές, πάνω σε πλέγμα υφάλου, φτιαγμένο από διαλεγμένες μία προς μία λέξεις, φράσεις, νοήματα, υπαινιγμούς και σαρκασμό.
Έπεσε και λίγο χώμα που το έφερε μάλλον ο άνεμος.
Ύστερα έβρεξε. Έβρεξε πολύ. Τροπική βροχή, σχεδόν τρία χρόνια.
Μετά ήρθαν και προσγειώθηκαν στις υγρές σχισμές του εδάφους, άλλα λόγια, άλλα λόγια ν’αγαπιόμαστε. Νέες λέξεις, πιο γόνιμες, τόσο καρπερές που φύτρωσαν και βγάλανε κλαδιά και ρίζες.
Γι’ αυτό το νησί σου μιλάω. Κανείς δεν το ξέρει, κανείς δεν μπορεί να το ψάξει, δεν υπάρχει στους χάρτες ή στις μηχανές αναζήτησης.
Στο Λεξονήσι σου’χω κρατημένο ένα θεωρείο πάνω στα βράχια, κάτω ακριβώς απ’τη ριγέ σκιά της αραιής βλάστησης. Ξέρω φοβάσαι τον ήλιο, μα παράγγειλα μια συννεφιά και πήρα κι αντηλιακό. Αν κάτι δεν θα'θελα, θα ήταν να καούμε κι' έπειτα να γεμίσουμε φακίδες. Θεωρείο όλο δικό σου. Για πάρτη σου.
Στις λέξεις, βασιλεύει εκείνος που τις αγαπάει περισσότερο κι’ εγώ την αγάπη μου γι’αυτές τη ζύγισα και τη βρήκα μισό καντάρι λειψότερη.
Χαλάλι σου.

Monday, July 05, 2010

David Lynch Uncut


Είναι στιγμές απλού αδιέξοδου. Σκέφτεσαι μια ζωή, εξαντλητικά, κάθε μέρα και έρχεται άξαφνα μια στιγμή επιφοίτησης, που όλα φαίνονται διάφανα, απλά.

Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο του David Lynch, ''Catching the Big Fish'', J.P. Tarcher/εκδόσεις Penguin, Ν.Υ. Άλλα χέρια το αγόρασαν, άλλα το δανείστηκαν, αλλά με αυτά και εκείνα έφτασε και στα δικά μου χέρια.
Να είμαι ειλικρινής, δεν είχα ποτέ περιέργεια για το πώς σκέφτεται ο David, του έχω απλά εμπιστοσύνη.

''Most of filmmaking is common sense. If you stay on your toes and think about how to do a thing, it's right there.''

Το γιατί, ναι ήταν κάτι που με ενδιέφερε, αν και απλοποιητικά είχα καταλήξει στο τερατώδες συμπέρασμα, ότι ήταν μάλλον ένας σκοτεινός και μίζερος χαρακτήρας με μεγαλειώδη φαντασία και ταλέντο. Οι εκτιμήσεις όμως ενέχουν εξ’ ορισμού μεγάλη πιθανότητα να πέσεις έξω, διαφορετικά θα ονομάζονταν βεβαιότητες και οι βεβαιότητες βασίζονται σε αδιάσειστα στοιχεία, που εγώ φυσικά δεν είχα. Ο σκοτεινός κόσμος των ταινιών του ήταν ο κόσμος που ξεκίνησε και ο ίδιος, αν και σήμερα αποτυπώνει μόνο τον κόσμο των άλλων.

'' When I fist heard about meditation, I had zero interest in it. I wasn’t interest in it. I wasn’t even curious. It sounded like a waste of time.''

''When I started meditating, I was filled with anxieties and fears. I felt a sense of depression and anger.''


Παρατηρώντας την γαλήνια έκφραση των προσώπων των γιόγκι κατά την διάρκεια του διαλογισμού, έβλεπε ότι τα πρόσωπα τους αποτύπωναν μια υπέρτατη αρμονία και δύναμη, την αίσθηση ότι αυτό που κάνουν τους ισορροπεί, καθορίζοντας παράλληλα το νόημα της ύπαρξης τους.

''That made me think that enlightment must be something real, even though I didn’t know what it was. I figured the only way to try for it was to start diving within and see what unfolded. Because I knew that wasn’t going to happen with life on the surface in L.A.''

Μιλάει για τη ζωή του, τις σκέψεις, τις ταινίες, τη μουσική τους και το φως. Την επίδραση του διαλογισμού στο να καλλιεργεί τις ιδέες του και να κάνει ταινίες. Ζούμε σε ένα σκοτεινό κόσμο και αυτό είναι δεδομένο στις ιστορίες που αποτυπώνονται σε ταινία.
Για το ''Lost Highway'' ο Lynch είχε εντυπωσιαστεί με το σκοτάδι στην ιστορία της δίκης του O.J. Simpson. Τον σοκάριζε η εικόνα ενός χαμογελαστού ανθρώπου που μετά απ’ όλα όσα συνέβησαν, μπορούσε ακόμα να χαίρεται και να παίζει γκολφ, μπορούσε να συνεχίζει τη ζωή του. Έτσι κατανόησε ότι το μυαλό κάποιων ανθρώπων έχει τη δυνατότητα να ξεγελιέται ενστικτωδώς, για να αποφύγει κάπως τη φρίκη των πράξεων του. Η ζωή κατακλύζεται από το σκοτάδι.

''You look in darkness, and you see that it’s really nothing: It’s the absence of something. You turn on the light, and the darkness goes…
Don’t fight the darkness. Don’t even worry about the darkness. Turn on the light and the darkness goes. Turn up that light of pure consciousness: Negativity goes. Now you say,''That sounds so sweet.'' It sounds too sweet. But it’s a real thing''


Σε όλες τις φράσεις που ακολουθούν μου θύμισε σκέψεις που συνηθίζω να κάνω.

''I love dream logic; I just like the way dreams go. But I have hardly ever gotten ideas from dreams. I get more ideas from music, or from just walking around.''

''When you see an aging building or a rusted bridge, you are seeing nature and man working together.''

''I don’t necessarily love rotten bodies, but there’s a texture to a rotting body that is unbelievable.''

''Sitting in front of a fire is mesmerizing. It’s magical. I feel the same way about electricity. And smoke. And flickering lights.''

Για να καταλήξω λοιπόν στην φράση που με συγκλόνισε και πιθανά οι μελλοντικοί μου βιογράφοι θα σημειώσουν ότι μου άλλαξε τη ζωή και τον τρόπο που σκέφτομαι τον εαυτό μου:

''Maybe enlightment is far away, but it’s said that when you walk toward the light, with every step, things get brighter. Every day, for me, gets better and better. ''

Σε είχα παρεξηγήσει David.
Μπορεί να ακουστεί ειρωνικό, αλλά δεν είναι, David προχώρα και σου ‘ρχομαι το κατόπι, αρκεί να βρω ψυχή να ξεκινήσω.