Tuesday, April 22, 2008

Μουσείο ανθρώπινης συμπεριφοράς


O ηθοποιός φέρει εγγεγραμμένη στη σάρκα του την ποιητικότητα (ή έστω την απουσία της)του καιρού του, καταγράφει ήθη και συμπεριφορές, δίνει το στίγμα της εποχής και γίνεται έτσι ένα «ζωντανό μνημείο». Στοχάζεται κι αναρωτιέται: «Ποιοι είμαστε; Πού πάμε; Πώς πορευόμαστε;». Μια τέτοια λειτουργία για τον ηθοποιό υπαγορεύει και το πρόσφατο έργο του Αυστριακού συγγραφέα Πέτερ Χάντκε «The hour we knew nothing of each other» («Όταν δεν ξέραμε τίποτα ο ένας για τον άλλο»). Το έργο του Χάντκε, με 450 χαρακτήρες-φιγούρες της σύγχρονης μυθολογίας και καθόλου διάλογο, παίζεται με επιτυχία στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, ενώ από 7/5 θα το δούμε, στο Θέατρο Σημείο στη σκηνοθεσία του Νίκου Διαμαντή.

Μάλιστα, ο Έλληνας σκηνοθέτης-καθηγητής επέλεξε να «προλογίσει» τις παραστάσεις του με τη θεατρική εγκατάσταση «Μουσείο ανθρώπινης συμπεριφοράς» (21-22/4), που θέλει τους θεατές να κινούνται ελεύθερα, σαν να βρίσκονται σε μουσείο, ενώ οι ηθοποιοί, σαν «ζωντανά γλυπτά», εκθέτουν συμπεριφορές, προθέσεις, ανθρώπινες δραστηριότητες και καταστάσεις. Όλα αυτά, βέβαια, σε συνδυασμό με την (ίσως αναγκαία για την πολύβουη πραγματικότητά μας;) συνθήκη σιωπής, μας γυρίζουν πίσω στους αφορισμούς του Βίτγκενσταϊν («Τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του κόσμου μας») και στον πόθο για λίγες στιγμές ησυχίας, περισυλλογής, τελετουργίας.

Πάνω στους άξονες διατροφή, τέχνη, σεξ, ζώα, κακό, έλεος, έξι ηθοποιοί παίζουν αντίστοιχους θεματικούς μονολόγους, από διάφορα αναγνώσματα επιλογής του σκηνοθέτη. Η δράση στον χώρο του θεάτρου Σημείο, συμβαίνει παράλληλα, επαναλαμβανόμενα, μέχρι το τέλος της παράστασης. Συχνά, όταν συντονίζονται οι αφηγητές, τα θεατρικά λόγια αντηχούν στον ενδιάμεσο χώρο σαν βοή, οδηγώντας τον καθένα να επικεντρώνεται στο πρόσκαιρο κοινό του, να υψώνει τον τόνο του ή να τον διαφοροποιεί ώστε να γίνεται κατανοητό το κείμενο.
Ο θεατής επιλέγει τη σειρά που θα παρακολουθήσει τα δρώμενα, από την είσοδο προς το βάθος της σκηνής ή ανάποδα, όσες φορές θελήσει, με όσες επαναλήψεις επιθυμεί, στεκόμενος απέναντι ή δίπλα στους ηθοποιούς, μέσα ή έξω από τον προδιαγεγραμμένο σκηνικό χώρο.

...more and more people, the bizarre and the humdrum, fleetingly connected by proximity alone.
Έτσι και εδώ το μόνο κοινό είναι η εγγύτητα της απόστασης και η ταυτόχρονη δράση όταν ο καθένας μιλάει για το θέμα του, ουσιαστικά περιχαρακωμένος στον μικρό σκηνικό του χώρο, αλλά αγγίζοντας τον θεατή που κινείται προς τον επόμενο ηθοποιό, όπως το συνδετικό νήμα, ενός κουβαριού που γυρίζει γύρω από ανθρώπινες έννοιες και στοχασμούς. Μουσείο ανθρώπινου στοχασμού.
Πρόλογος με συμπυκνωμένους μονολόγους, σε ένα έργο με 450 χαρακτήρες, χωρίς διαλόγους, χωρίς καθόλου λέξεις.

Friday, April 11, 2008

Απ' του κουβέρ σου την άκρη


Το κουβέρ επισήμως έπαψε να υφίσταται, ως και του έπρεπε.
Πλέον όμως, υπάρχουν πολλά μαγαζιά που πρέπει να ζητήσεις συνοδευτικό ψωμί, το οποίο και χρεώνεται κατά βούληση, αλλά με ενημέρωση του πελάτη για την αντίστοιχη χρέωση. Αναγκαστικά μιλάμε για ψωμάκι, διότι με φέτες θα ήταν αδύνατη ή γελοία η όποια χρέωση με τη φέτα, εκτός αν το ψωμί ζυγιζόταν παρουσία του πελάτη, όπως στο ιστορικό παρελθόν και είχε εξαρχής τιμή κιλού στον κατάλογο. Αστεία πράγματα δηλαδή.
Σήμερα κατά τη διάρκεια μεσημεριανού, με ενημέρωσαν ότι το πολύσπορο mini ψωμάκι που θα συνόδευε μια σαλάτα στοιχίζει ένα ολόκληρο Ευρώ. Το μαγαζί ήταν χαριτωμένο και γενικά έντιμο για να αρχίσουν οι γκρίνιες, αλλά δεν μπορώ παρά να μην σημειώσω την εξωφρενική τιμή πώλησης του αρτιδίου. Μόνο σ' αυτή τη χώρα μια διάταξη που πολεμά να προστατεύσει τον καταναλωτή, θα μπορούσε να μεταφραστεί κατ' αυτόν τον επικερδή για τον καταστηματάρχη τρόπο. Στην περίπτωση που συναινέσει κανείς βέβαια. Νομίζω όμως, ότι υπάρχουν στιγμές και φαγητά που δεν πάνε κάτω ασυνόδευτα, με απλά λόγια η παρουσία ψωμιού επιβάλλεται.
Με αυτές τις σκέψεις κατέληξα στην σατανική φαεινή ιδέα να παραφράσω τον αγγλικό όρο των φοιτητικών πάρτι B.O.B (bring your own booze), σε B.O.B (bring your own bread) και να αρχίσω την επαναστατική τακτική της κρυμμένης φρέσκιας φρατζόλας κάτω απ' το πουκάμισό μου. Στοιχηματίζω το δίχως άλλο, ότι θα κακοφαινόταν η στάση μου αυτή στα μαγαζιά της πιάτσας.
Αναρωτιέμαι τέλος, αν τα τελευταία οχυρά που σερβίρουν δωρεάν το ψωμί τους νοιώθουν εντελώς κορόιδα ή έχουν μετακυλίσει το κόστος στις τιμές τους κάτι ουσιαστικά έξυπνο τεχνηέντως, διότι στην τελική κερδίζουν τις εντυπώσεις. Να σημειώσω ότι σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Αγγλία τέτοια χρέωση, κατά την δική μου εμπειρία πάντα, ουδέποτε υπήρχε.