Thursday, April 21, 2011

Ο δρόμος αμέριμνος

Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος πνευστών το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χαρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός που σ' έναν φράχτη αλαλάζει.
Κοιτώντας το ρολόι, η ώρα ήρθε, ξεχωριστά για τον καθένα. Τρομάζει η μέρα το ξεκίνημα, το φως γυμνώνει τις αυταπάτες, δείχνει τον καθαρό ορίζοντα της σκέψης.
Aμέριμνος ο δρόμος εξακολουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας (αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέριμνος διαβαίνει, και όσο εντείνεται το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει και πληθαίνει. Οι διαβάται αμέτρητοι.
Περπατώντας με βήματα βαριά τις μέρες και τους τόπους. Χνάρια χαράζουν, σημαδεύοντας, διαδρομές χωμάτινες. Εκείνες, που τα νερά ανασκάπτουν κι η σκόνη τους σα διάολος, σέρνεται μέσα από τις χαραμάδες, βρωμίζοντας την καθημερινή λευκότητα.
Ανάμεσα σε αγνώστους ποιητάς και άγιους ανώνυμους, ανάμεσα σε φορτηγά διαδρομών μεγάλων,
σκαρώνεις με λέξεις ένα παιχνίδι. Στη στοίχιση επιμένοντας και τον ρυθμό. Άγνωστοι ποιητές. Πένες που στάζουν, μέσα από σιδερένια κάγκελα. Άγιοι ανώνυμοι, ξερνάνε καλοσύνη, χωρίς ελπίδα ανταπόδοσης, στο τσάμπα. Εύκολα, η συγκίνηση υγραίνει, εκείνους που είναι μόνο λάσπη.
όλοι,
αστοί και
προλετάριοι διαβαίνουν,

ίσως ποτέ και να μη σφίξουμε το χέρι, ωστόσο δίπλα μου αγρυπνάει το ίδιο αστέρι, που δίπλα τους αγρυπνάει κι αυτό μου φτάνει,
όλοι υπακούοντες σε κάτι,
σε κάτι συχνά πολύ καλά μασκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντες στη Μοίρα),

Χορός του υπνοβάτη. Σε τρεις διαστάσεις. Η τέταρτη δεν περπατιέται έτσι. Μετρά ο χρόνος, η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δύο τόπους. Και τα επίπεδα να πατήσεις δεν έχουν γίνει ακόμα δύο. Φτερά δεν έβγαλες.
Να είμαι εγώ εδώ στη γη και συ πιο πάνω, χαρταετός, στους πάνω ανθρώπους, στον αέρα. Σε ονειρεύομαι να χτυπάς τα τζάμια των ορόφων, για ένα γεια και έπειτα φεύγεις πιο ψηλά, πιο γρήγορα, χωρίς τριβές. Θα πω στη μοίρα που μας έγραψε συμπτώσεις, άλλες πιο άτυχες και άλλες ευτυχείς, να ‘ρθει. Τι κι’ αν δεν το πιστεύεις, μοίρα θα πω πως είναι, η διαπραγμάτευση της σύμπτωσης σε δεδομένα πλαίσια. Τα ολόδικα σου, κλωστές που πλέκονται στα πόδια σου.
άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινούμενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής-λογής, τροχήλατα ποικίλα, μεσ’ την βουή διαβαίνοντας και την αντάρα, με Σιτροέν, με Κάντιλλακ, με Βέσπες και με κάρρα.
Ο δρόμος, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, από παντού περνά.

Αν θες να τον βαδίσεις, μπορείς ελεύθερα, δε σε εμποδίζουν πραίτορες ή σκύλοι που αλυχτούν χωρίς ελπίδες στις παρυφές, μόνο σκιές σου γνέφουν παραπλανητικά νοήματα.
Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος,
την εποχή που διάλεγες την άκρη της ουσίας, σε σύνορα αόρατα, εκεί που ένα χιώτικο γιασεμί σε πλήρη άνθηση αχνά μυρίζει ή ίσως στη μεθοριακή γραμμή πίσω απ' το μη χυμένο ακόμα αίμα
και μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, κάτω από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον στα βήματα των ποιητών εκείνων, που οι ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι, των ποιητών εκείνων των ακραιφνών και των αχράντων, καθώς και των αδελφών αυτών Aγίων Πάντων.


Συζητώντας για τη Μαρία Νεφέλη του Ελύτη,το Γυάλινο Κόσμο του Ουίλιαμς, το Φλεβάρη του 1848 των Αλκαίου- Μικρούτσικου και το Δρόμο του Εμπειρίκου. 
Η φωτογραφία του Josef Koudelka, Czechoslovakia 1968.


Sunday, April 17, 2011

Υγρά χαρτομάντηλα


-Το βλέπεις αυτό το παγκάκι;
-Μα ναι (το παγκάκι δίπλα στη Δεξαμενή, όχι τίποτα απόμερο). Θυμάμαι μια άνοιξη, φορούσε φούστα, είχαμε τελειώσει απ' τη σχολή, έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια της...
-Κι ύστερα;
-Το παλιό γκρι Ford Escort ήταν παρκαρισμένο ανάμεσα Τσακάλωφ και Αναγνωστοπούλου, νομίζω στη Βουκουρεστίου.
-Κι' ύστερα;
-Πήγαμε στ' αμάξι, συνέχισα να τη φιλάω πρώτα στο στόμα, μετά στο στήθος και το χέρι μου καρφωμένο εκεί ανάμεσα στα μακριά της πόδια, χωρίς το φόβο να κολλήσει κανένας ματάκιας στο τζάμι, όπως γινότανε στα Τουρκοβούνια, μέχρι να τελειώσει.
-Μα σπίτι δεν είχατε;
-Mπα ούτε σπίτι, ούτε λεφτά ρε, ούτε και χρόνο πολύ νομίζαμε, βιαζόμαστε, να διακόψουμε το εδώ και τώρα; Αργότερα πάλι, είχε ο θεός. Καλύτερα στους δρόμους. Άσε που δεν μπορούσα να ξεχάσω με τίποτα εκείνο το απόγευμα στο 3Χ του Μουσείου και το νευρικό γέλιο που μας είχε πιάσει, πατώντας στο πλατύσκαλο και αντικρίζοντας στην αίθουσα αναμονής-ίσως ήταν καμιά αργία- όλες αυτές τις σοβαρές και στραβωμένες φάτσες που περίμεναν βουβά για να γαμήσουν και τώρα εκτεθειμένοι σε δυο κωλόπαιδα, έχασαν κάθε όρεξη πια και με το κεφάλι κατεβασμένο, ηττημένοι, αποχωρούσαν δυο δυο.
-Πλάκα είχατε.
-Κωλόπαιδα μ' αυτοπεποίθηση, με μια βαθιά συνενοχή, χαμένα στη σιγουριά ότι στον κόσμο μας τίποτα δεν συννέφιαζε. Της κρατούσα το χέρι, όσο γελούσε, ασταμάτητα, πηγαία, ανέμελα. Όσο της κρατούσα το χέρι εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου, ο ομφαλός της γης. Ούτε πολύ πολιτική, ούτε μεγάλες παρέες με κιθάρες σε ρεμπετάδικα και ταβέρνες με τραγούδια. Μόνο οι λόφοι της Αθήνας, οι δρόμοι, το Πολυτεχνείο στου Ζωγράφου. Και χωρίς λεφτά, καμιά φορά χωρίς βενζίνη, να'ναι καλά η γιαγιά μου που μου πλήρωνε την Express Service.
Εγώ και εκείνη.
Χωρίς καν υγρά χαρτομάντηλα στο ντουλαπάκι του Ford.


Η φωτογραφία της Usha Tsonkova

Tuesday, April 05, 2011

Μια Παναγιά, μιαν αγάπη μου έχω κλείσει

Είμαστε εφορευτική επιτροπή στις εκλογές κάποιου συνδικαλιστικού συλλόγου, μια άνοιξη, κάποια χρόνια πίσω. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος, αγοράκι φρέσκο στο σώμα, αγορεύει ασταμάτητα, με όλο το στόμφο και την αυστηρότητα που του προσέδιδε η ιδιότητα του και μια καριέρα στον δυσκοίλιο αυτό χώρο.
Μας μίλησε για τη σχολή, μας είπε για την επιστημονικότητα της μελέτης της δικογραφίας, τη σοβαρότητα του έργου του, την εμμονή στη λεπτομέρεια. Μια ζωή τυπικότητας, σύνεσης και εγκράτειας. Ιδίως στο φαίνεσθαι.
Ύστερα φυσικά μίλησε για το πόσο είναι δύσκολο να ακούς για τόση βρωμιά και να μένεις ατάραχος, λογικός. Δίκαιος, μπροστά στην εκμετάλλευση, στο βιασμό, την αιμομιξία.
Ασκώ λειτούργημα, ναι, για γερές κράσεις, είπε, σέρνοντας αργά τα φωνήεντα της φράσης.
Δεν ξέρω πως, μεταξύ δικαίου και βίας, ξεκίνησε να μας μιλάει για τη γυναίκα. Ως ιδέα.
Πως την βλέπει ιερή, Μαντόνα Παναγιά, σύμβολο της προσφοράς και της καθαρότητας. Σιχαίνεται αυτές που προσδίδουν στην εικόνα φτήνια, σκέρτσο περιττό, νάζι, προκλητικό ντύσιμο. Τη γυναίκα τη σέβεται. Τελεία και παύλα. Η γυναίκα είναι η μάνα, το ιερό σύμβολο.
Μέσα μας γελούσαμε. Σκέφτηκα μπορεί και να, μπορεί και να μην.
Ανέβαινα καταμεσής του Ιούλη τα σκαλάκια της στενής στοάς προς το Πόλις, όταν στον ορίζοντα ανέτειλε μια γυμνή πλάτη, που έγερνε αριστερά κι έπειτα μ' ένα τίναγμα του μαλλιού έμεινε ακόμα πιο ερωτική στη θέα. Σήκωσα τα μανίκια μου προχωρώντας. Πίσω της διέκρινα το δικαστικό, με το ύφος μαλακωμένο, προσηλωμένο, ευλαβή, σαν σε εκκλησία.
Ψάχτηκα, αλλά δεν βρήκα ψιλά στις τσέπες μου να της ανάψω ένα κερί.

Φωτογραφία Robert Mapplethorpe, 1972, Untitled

Ο τίτλος από το τραγούδι του Νίκου Γκάτσου

Monday, April 04, 2011

Στην αρχή του λάκκου

Είμαι καπνός. Είμαι ελαφρύς. Ούτε δέκα σακιά με άμμο δεν μπορούν να με προσγειώσουν. Δεν είμαι αερόστατο στο ετήσιο πολύχρωμο πανηγύρι της Peak District. Πετάω ανάμεσα στους λόφους και έχω καταπιεί την άνοιξη. Νομίζω μια ελευθερία. Κι' έπειτα, σήμερα, δεν ξέρω ποιος είναι ακριβώς τι. Μοιράσαμε τους ρόλους και ξαναλλάξαμε το συναμετάξυ μας τη διανομή. Έξυσα με γυαλόχαρτο την σκασμένη κρούστα της επιφάνειας. Από κάτω μείναν γυμνά τα ξύλα, ή οι πιο βαθιές χαρακιές.
Μεταφορικά μιλάω ρε, για μας. Σε βλέπω, βλέπω πως είσαι κάτω από το πρώτο στρώμα. Σε έχω μάθει πια.
Κύκλοι δεν υπάρχουν. Όποιος το είπε είναι αφελής αγύρτης. Της γραφής θες, της αμπελοφιλοσοφίας θες, της αγελαίας ψυχανάλυσης θες, πάρ' το όπως γουστάρεις, όπως σε βολεύει, αλλά στο λέω, νέτα σκέτα, κύκλους δεν κάνει κανείς. Αλήθεια.
Στο πλήρωμα του χρόνου ξέχασες την κτηνωδία, το διασυρμό, τη γελοιοποίηση, την αξιοπρέπεια, την ησυχία, τα κούφια λόγια, την αγάπη και το μίσος. Τα ξέπλυνες με τους μήνες, λες και όλα είναι ρευστά σημεία μιας θεωρίας που χάσκει προς το μέλλον. Ηθική; Ποια ηθική; Αυτά είναι ιστορίες για αγρίους. Δεν υπάρχει τίμημα να πληρώσεις, για καμία πράξη. Τώρα πλέον τι;
Κοιτιόμαστε γυμνοί από τα ψέμματα και την προσποίηση. Εκτός απ΄ το κορίτσι εκείνο που με αυστηρότητα ήθελε να βρει τον γεμάτο προοπτικές πρίγκιπα για να της σπείρει ένα παιδί, τη μουχλιασμένη από ανασφάλεια μεσήλικη με το σκύλο κι' εκείνον που στοχαστικά και έντρομα παντρεύτηκε πνιγμένος στο παραμύθι της φαντασίωσης του, όλοι οι άλλοι είμαστε  έγκλειστοι. Αιχμάλωτοι να κροταλίζουμε στο λάκκο με τα φίδια.
Μη με κοιτάς αθώα, σε γνωρίζω απ΄ την καλή και απ' την ανάποδη. Δεν ξεχνώ. Θυμάμαι. Εν γνώση μου, ίσως, σου επιτρέψω να μ' ακουμπήσεις για να με λερώσεις.

Ο τίτλος από το βιβλίο του  Τάκη Σιμώτα, Ο λάκκος

Η φωτογραφία του Ansel Adams, Rose and Driftwood