Saturday, March 19, 2011

Στην Τρώων

Περπατούσαν στα Πετράλωνα μέρα μεσημέρι. Μια ευθεία την Τρώων πριν το πλακόστρωτο. Νωρίτερα πρέπει να είχε λαϊκή. Βρεγμένοι οι δρόμοι ολόγυρα. Ο ήλιος έκαιγε το βάθος πεδίου.

Εκείνη κρατούσε τσάντα και μια σακούλα βαριά και είχε κατεβάσει τα μούτρα που περπάταγαν άσκοπα, χωρίς προορισμό. Εκείνος δεν κρατούσε τίποτα.
Δεν ήθελαν να φάνε, δεν ήθελαν να πιούνε, ήθελαν να αποφύγουν τις ορδές των αυτοκινήτων που γύρναγαν την πόλη Παρασκευή.
Έβλεπε τα δίπατα μικροαστικά σπίτια και άθελα της θυμήθηκε τη Συνοικία το Όνειρο, το Ρίκο να τρέχει με σηκωμένους τους γιακάδες στην κατηφόρα του Φιλοπάππου, χωρίς προσδοκία μα άφοβα. Ύστερα το βράδυ θα έπινε κρασί στην ταβέρνα, θα γινόταν λιώμα, στην αρχή θα χόρευε, ανάλαφρα, χορό ανθρώπου που δεν έχει να χάσει τίποτα. Μετά ο λυγμός της απελπισμένης ζωής. Παίχτε, παίχτε. Παίχτε. Η συγκατάβαση. Όχι άλλα χρυσό μου, φτάνει. Έλα. Μια θηλυκή ζεμπεκιά. Ο καημός που σβήνει στο χορό. Ο χορός. 

Εκείνος παρατηρούσε τους ανθρώπους, όπως συνήθιζε να κάνει. Τους τόπους τους σκεφτόταν ύστερα, στην επιστροφή. Δεν ήθελε να μιλάνε πολύ. Προτιμούσε να σκέφτεται. Όπως όλοι οι άντρες άλλωστε. Οι φλυαρίες σκότωναν την έμπνευση. Θα μπορούσες να τον πεις και εικονολάγνο στοχαστή, αλλά τι νόημα έχει να δίνουμε ετικέτες σε κάθε τι.

-Σήμερα κάτι έχεις. Σήμερα κάτι σε απασχολεί. Σήμερα δεν είσαι όπως χτες.
-Σήμερα έχει ήλιο, όμως θα έχει και πανσέληνο. Ξέρεις αυτά με επηρεάζουν, οι διακυμάνσεις, έπειτα είναι και η κούραση της εβδομάδας (και, και, μέσα μου αυτός ο ψυχαναγκασμός, να είμαι τέλεια, να είναι όλα σωστά, να μην πω πιο λίγα ή πιο πολλά, να, να, περπατάω κάτω από τη σκιά του αύριο, το σήμερα μου πέφτει αλαφρύ, είμαι λιγότερη από τις προσδοκίες μου, είμαι ατελής).

-Έχει κίνηση ρε πούστη μου ακόμα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις κάποιες ώρες. Τις ώρες που μετακινούνται οι αγέλες προς τα μέρη τους. Ζώα.
-Έχει κίνηση, έχεις δίκιο. Είναι να τρελαίνεσαι ώρες ώρες. Είμαστε ζώα. Στο μποτιλιάρισμα λέω πάει, υπομονή, έτσι είναι η πόλη. Μαζί σου σίγουρα δε με νοιάζει. Οι γυναίκες είναι πιο υπομονετικές από τη φύση τους. Εγώ μάλλον δεν είμαι τόσο. Μόνη ρίχνω και τίποτα καντήλια τα πρωινά. Δεν είναι ευτυχία να το κόβεις ποδαράτο; Με τα πόδια είναι ο κόσμος καλύτερος.


Thursday, March 17, 2011

Κούφια βλέμματα

Γεμάτοι δρόμοι. Ψυχές υπό αναχώρηση. Μάτια στο κενό που σίγουρα δε σε κοιτούν. Και να κοιτούν δε βλέπουν. Ίσως τον κώλο σου αν γυρίσεις. Σαν κάτι ξεκομμένο από το όλο. Σαν σκέτο κώλο. Ενθύμημα γι’αυτούς λαγνείας. Ψήγμα ηδονής χιλιοειδωμένο. Αμετάφραστο σημάδι της ημέρας.
Και τι να δουν αλήθεια άλλο, πίσω από εκείνα τα γυαλιά τους. Την περηφάνια σου στο βλέμμα. Τα χέρια σου που χάιδεψαν ανθρώπους. Την προσμονή να δώσεις κάτι. Να δώσεις πάλι. Ένα κομμάτι από εσένα που ν΄αξίζει. Να πάρεις πρόσκαιρη ίσως συγκατάβαση ή λατρεία. Που η ζωή σου, σου΄χε τάξει. Σε ένα παραλήρημα μονάχα. Αύγουστο μήνα. Στην άκρη του δρόμου που φλεγόταν από την κάψα της στεγνής ασφάλτου.

Φωτογραφία Irving Penn

Tuesday, March 15, 2011

Ο θυρωρός της νύχτας


Μιλούσαν για νοήματα άνευ. Εκείνος υποστήριζε σθεναρά τις ρομαντικές απόψεις του. Τα γενναία αντίο που φυλάει ετοιμοπόλεμα στο χαρτοφυλάκιο του, όταν είναι καθ’ οδόν. Ενίοτε σύντομα γραπτά ποιήματα, που μοιράζει απλόχερα. Εκείνη πατούσε στις μύτες. Αναπηδούσε στον θόρυβο των ξερών φύλλων. Την τρόμαζε η φοβέρα των ίσκιων. Θα την έβλεπες να περπατά στη μέση των δρόμων. Μακριά από τοίχους και γωνιές. Κόντρα στον ήλιο. Βουτηγμένη στον υπαρκτό κίνδυνο. Αποφεύγοντας φαντάσματα.
Πόσο ονειροπόλος μπορείς να είσαι; Όσο το δέρμα μου γερνάει αδιάρρηκτο, μπορώ.
Πόσο κυνική μπορείς και είσαι; Όσο ξυπνώ και στον καθρέφτη αντικρίζω το κουρασμένο βλέμμα του βασανιστή μου, μπορώ.


Φωτογραφία Henri Cartier Bresson, Mexico, 1964.

Εγώ


Ένα εγώ μιλάει.
Το άλλο εγώ δεν καταλαβαίνει.
Το πρώτο εγώ απελπίζεται, ταράζεται, ξαναμιλάει έντονα.
Ακόμα δεν το καταλαβαίνει, λέει τα δικά του, το άλλο εγώ, το δεύτερο.
Χαλάς την παγκόσμια ηρεμία των σώων τας φρένας εγώ, ξεστομίζει το δεύτερο εγώ. Δημιουργείς ασυνέχεια στη λογική του σύμπαντος.
Ένα εγώ χωρίς λογική, χωρίς συνέχεια, ένα άλλο εγώ με λογική, με συνέχεια. Έτσι ισχυρίζεται τουλάχιστον. Οφείλουμε να το πιστέψουμε.
Εγώ δεν συζητάω μαζί σου προβλήματα που δεν έχουν λύση, λέει.
Πού είμαι εγώ;
Που είσαι εσύ;
Εσύ είσαι ένα εγώ απέναντι, ένα εσύ που δεν έγινε σαν εγώ ή σαν εμείς;
Κι’ εγώ τι είμαι πάλι, εγώ χωρίς εσύ, εγώ χωρίς εγώ, ένα εγώ ακέφαλο απέναντι στο ιδεολογικό εμπόδιο που κρατάει εμένα μακριά από εσένα;
Εγώ, εγώ, χτυπάω το χέρι μου μπουνιά στον τοίχο του διχασμού, στον τοίχο της λογικής και του παραλόγου, στον τοίχο που εκτελούνται οι σχέσεις των εγώ με τα εσύ.
Έπειτα χτυπάω το κεφάλι μου πάνω στον ίδιο τοίχο, ακριβώς στο ίδιο σημείο πιο δυνατά, ν’ ανοίξω μια δίοδο, με τα νύχια μου σκάβω τη ρωγμή μου εγώ, να περάσει το φως να ζεσταθώ εγώ,
να χωρέσω το χέρι μου μήπως κι’ αγγίξω το πρόσωπο Σου.

Η φωτογραφία Henri Cartier Bresson

Saturday, March 12, 2011

Ονειρεύτηκε


Oνειρεύτηκε ότι ξύπνησε δεμένη γυμνή, σε ένα παλαιοχριστιανικό χιαστί σταυρό, με τα πόδια ανοικτά. Μπροστά της ένας τεράστιος τοίχος. Με μαύρη μπογιά και καλλιγραφικό πινέλο ήταν γραμμένα τα ποιήματα του, πάνω σε κάθε σπιθαμή του. Από πίσω της, ήρθε και στάθηκε, ο ίδιος, ο ποιητής, στηρίζοντας τα χέρια του στους δεμένους της καρπούς, απαγγέλλοντας ήδη, σχεδόν ψιθυριστά στο αυτί, σαν ψαλμωδία των ημερών. Άκουγε κάθε λέξη μέσα στο κεφάλι της, υγρή και μόνη. Η μια μετά την άλλη να συνθέτουν το όλο, το λόγο, που προβαλλόταν στον άσπρο σοβάτινο καμβά σαν ασπρόμαυρη ταινία. Ύστερα η φωνή του άρχισε να έχει ένα τρέμουλο, ένα μελωδικό βιμπράτο, που δεν καταλάβαινε αν ήταν από τη συγκίνηση ή την κόπωση ή ίσως έφταιγαν οι γρήγορες αναπνοές που έπαιρνε ανάμεσα στα λόγια του.  Έπεσε στα γόνατα σε έκσταση, χωρίς να σταματήσει να απαγγέλλει, κρατώντας τώρα τους αστραγάλους της, γερά σα να προσκυνούσε τη μοναδική του παράσταση. Με την τελευταία λέξη που άρθρωσε, σπαρακτική κραυγή καλλιτέχνη που έδωσε μπροστά σε αυτό το περίεργο έργο, ότι μπορούσε και ακόμα παραπάνω, ίσως την ουσία της ύπαρξης του, εκείνη λιποθύμησε επάνω στο σταυρό της.

Wednesday, March 09, 2011

Δεν έχει

Η ταν ή επί τας παράνομε μετανάστη
Με τα σπαστά ελληνικά σου
Την ανείπωτη πορεία πέρα στα βουνά
Στη σκόνη των πολιτισμών του χωματόδρομου
Τα 3.000 πρώην δολάρια σου
Τα γαριασμένα σου τα ρούχα
Το αβέβαιο μέλλον
Με το μαρκούτσι και το σφουγγάρι στο φανάρι ένας άλλος καραδοκεί
Το’χω σίγουρο, μια μέρα θα με χτυπήσει
Απομένει λίγος χρόνος να βρεθούμε απέναντι
Εγώ που έχω και δε δίνω
Εγώ που θέλω να λυθούν επίσημα οι γόρδιοι δεσμοί
Αυτός που δεν τον νοιάζουν τα τι και πως
Δεν έχει μάνα μου
Δεν έχει στον ήλιο μοίρα
Δεν έχει διαφυγή
Δεν θέλει να ξέρει τίποτα
Κοίτα τον πολιτεία
Κοίτα τον κόσμε
Δεν θέλω να παλέψουμε
Δεν θέλω να δοκιμαστεί ο ανθρωπισμός μου τότε
Τότε και ‘γω θεριό ανήμερο θα σηκώσω το χέρι μου
Θα λέω σε άμυνα
Δεν θέλω να  έρθει αυτή η ώρα
Έχω χρόνια χτίσει το τρυφερό μου κέλυφος
Τον εαυτό μου φοβάμαι ρε
Μήπως η εικόνα μου χαλάσει
Μήπως δω την άγρια όψη μου
Την όψη του ιδιοκτήτη
Αστραφτερό είδωλο σε λάμα μαχαιριού
Πάνω στον παραλογισμένο εισβολέα
Σώσε με
Λύσε τους, λύσε τους, χτες
Επέτρεψε τους να τρέξουν δίπλα
Πρόλαβε να μην παγώσουν στα παγκάκια της υπαίθρου

Wednesday, March 02, 2011

Τίποτα δεν πέρασε


Το μαύρο βλέμμα μου σου ρίχνω, η σκοτεινή μου σκέψη με τρώει. Με ξέρεις καλά.
Κι’ ύστερα, ήρθαν τα ύστερα, πάνω στον σταματημένο χρόνο. Εκεί που όλα συμβαίνουν σήμερα, χωρίς αύριο, ε ντε έτσι όπως ζήσαμε, να κλαίμε τη μαλακία της στιγμής.
Εκείνη την ώρα που δεν σε σκότωσα γιατί δεν είχα μυαλό, παρά μόνο μια θολούρα να με σφίγγει. Τότε, ναι, ακριβώς τότε που περίμενα να με τελειώσεις εσύ, αλλά ήσουν διπλά χαμένη, διπλά συνετή. Αηδίασα. Περίμενα να μου χτυπήσεις το κεφάλι στο τραπέζι, λέγοντας ξεκάθαρα, πως τόλμησες να ΄ρθεις, εγώ σ’ αγάπησα έτσι, μα εσένα δεν σου ήταν ποτέ αρκετό. Μου το’ χες πει και δεν σε πίστεψα. Δεν έφυγα ήσυχα, ποτέ δεν το κάνω. Τίποτα δεν χάθηκε ποτέ από κανένα, ούτε ένα αστέρι δεν ξεστράτισε ποτέ. Κανείς δεν πέθανε ποτέ, ωραίε μου εαυτέ.
Κανείς. Ποτέ.
Τίποτα δεν πέρασε, ούτε και θα γυρίσει.



Φωτογραφία Ansel Adams, Jeffrey Pine, 1940