Περπατούσαν στα Πετράλωνα μέρα μεσημέρι. Μια ευθεία την Τρώων πριν το πλακόστρωτο. Νωρίτερα πρέπει να είχε λαϊκή. Βρεγμένοι οι δρόμοι ολόγυρα. Ο ήλιος έκαιγε το βάθος πεδίου.
Εκείνη κρατούσε τσάντα και μια σακούλα βαριά και είχε κατεβάσει τα μούτρα που περπάταγαν άσκοπα, χωρίς προορισμό. Εκείνος δεν κρατούσε τίποτα.
Δεν ήθελαν να φάνε, δεν ήθελαν να πιούνε, ήθελαν να αποφύγουν τις ορδές των αυτοκινήτων που γύρναγαν την πόλη Παρασκευή.
Έβλεπε τα δίπατα μικροαστικά σπίτια και άθελα της θυμήθηκε τη Συνοικία το Όνειρο, το Ρίκο να τρέχει με σηκωμένους τους γιακάδες στην κατηφόρα του Φιλοπάππου, χωρίς προσδοκία μα άφοβα. Ύστερα το βράδυ θα έπινε κρασί στην ταβέρνα, θα γινόταν λιώμα, στην αρχή θα χόρευε, ανάλαφρα, χορό ανθρώπου που δεν έχει να χάσει τίποτα. Μετά ο λυγμός της απελπισμένης ζωής. Παίχτε, παίχτε. Παίχτε. Η συγκατάβαση. Όχι άλλα χρυσό μου, φτάνει. Έλα. Μια θηλυκή ζεμπεκιά. Ο καημός που σβήνει στο χορό. Ο χορός.
Εκείνος παρατηρούσε τους ανθρώπους, όπως συνήθιζε να κάνει. Τους τόπους τους σκεφτόταν ύστερα, στην επιστροφή. Δεν ήθελε να μιλάνε πολύ. Προτιμούσε να σκέφτεται. Όπως όλοι οι άντρες άλλωστε. Οι φλυαρίες σκότωναν την έμπνευση. Θα μπορούσες να τον πεις και εικονολάγνο στοχαστή, αλλά τι νόημα έχει να δίνουμε ετικέτες σε κάθε τι.
-Σήμερα κάτι έχεις. Σήμερα κάτι σε απασχολεί. Σήμερα δεν είσαι όπως χτες.
-Σήμερα έχει ήλιο, όμως θα έχει και πανσέληνο. Ξέρεις αυτά με επηρεάζουν, οι διακυμάνσεις, έπειτα είναι και η κούραση της εβδομάδας (και, και, μέσα μου αυτός ο ψυχαναγκασμός, να είμαι τέλεια, να είναι όλα σωστά, να μην πω πιο λίγα ή πιο πολλά, να, να, περπατάω κάτω από τη σκιά του αύριο, το σήμερα μου πέφτει αλαφρύ, είμαι λιγότερη από τις προσδοκίες μου, είμαι ατελής).
-Έχει κίνηση ρε πούστη μου ακόμα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις κάποιες ώρες. Τις ώρες που μετακινούνται οι αγέλες προς τα μέρη τους. Ζώα.
-Έχει κίνηση, έχεις δίκιο. Είναι να τρελαίνεσαι ώρες ώρες. Είμαστε ζώα. Στο μποτιλιάρισμα λέω πάει, υπομονή, έτσι είναι η πόλη. Μαζί σου σίγουρα δε με νοιάζει. Οι γυναίκες είναι πιο υπομονετικές από τη φύση τους. Εγώ μάλλον δεν είμαι τόσο. Μόνη ρίχνω και τίποτα καντήλια τα πρωινά. Δεν είναι ευτυχία να το κόβεις ποδαράτο; Με τα πόδια είναι ο κόσμος καλύτερος.
Εκείνη κρατούσε τσάντα και μια σακούλα βαριά και είχε κατεβάσει τα μούτρα που περπάταγαν άσκοπα, χωρίς προορισμό. Εκείνος δεν κρατούσε τίποτα.
Δεν ήθελαν να φάνε, δεν ήθελαν να πιούνε, ήθελαν να αποφύγουν τις ορδές των αυτοκινήτων που γύρναγαν την πόλη Παρασκευή.
Έβλεπε τα δίπατα μικροαστικά σπίτια και άθελα της θυμήθηκε τη Συνοικία το Όνειρο, το Ρίκο να τρέχει με σηκωμένους τους γιακάδες στην κατηφόρα του Φιλοπάππου, χωρίς προσδοκία μα άφοβα. Ύστερα το βράδυ θα έπινε κρασί στην ταβέρνα, θα γινόταν λιώμα, στην αρχή θα χόρευε, ανάλαφρα, χορό ανθρώπου που δεν έχει να χάσει τίποτα. Μετά ο λυγμός της απελπισμένης ζωής. Παίχτε, παίχτε. Παίχτε. Η συγκατάβαση. Όχι άλλα χρυσό μου, φτάνει. Έλα. Μια θηλυκή ζεμπεκιά. Ο καημός που σβήνει στο χορό. Ο χορός.
Εκείνος παρατηρούσε τους ανθρώπους, όπως συνήθιζε να κάνει. Τους τόπους τους σκεφτόταν ύστερα, στην επιστροφή. Δεν ήθελε να μιλάνε πολύ. Προτιμούσε να σκέφτεται. Όπως όλοι οι άντρες άλλωστε. Οι φλυαρίες σκότωναν την έμπνευση. Θα μπορούσες να τον πεις και εικονολάγνο στοχαστή, αλλά τι νόημα έχει να δίνουμε ετικέτες σε κάθε τι.
-Σήμερα κάτι έχεις. Σήμερα κάτι σε απασχολεί. Σήμερα δεν είσαι όπως χτες.
-Σήμερα έχει ήλιο, όμως θα έχει και πανσέληνο. Ξέρεις αυτά με επηρεάζουν, οι διακυμάνσεις, έπειτα είναι και η κούραση της εβδομάδας (και, και, μέσα μου αυτός ο ψυχαναγκασμός, να είμαι τέλεια, να είναι όλα σωστά, να μην πω πιο λίγα ή πιο πολλά, να, να, περπατάω κάτω από τη σκιά του αύριο, το σήμερα μου πέφτει αλαφρύ, είμαι λιγότερη από τις προσδοκίες μου, είμαι ατελής).
-Έχει κίνηση ρε πούστη μου ακόμα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις κάποιες ώρες. Τις ώρες που μετακινούνται οι αγέλες προς τα μέρη τους. Ζώα.
-Έχει κίνηση, έχεις δίκιο. Είναι να τρελαίνεσαι ώρες ώρες. Είμαστε ζώα. Στο μποτιλιάρισμα λέω πάει, υπομονή, έτσι είναι η πόλη. Μαζί σου σίγουρα δε με νοιάζει. Οι γυναίκες είναι πιο υπομονετικές από τη φύση τους. Εγώ μάλλον δεν είμαι τόσο. Μόνη ρίχνω και τίποτα καντήλια τα πρωινά. Δεν είναι ευτυχία να το κόβεις ποδαράτο; Με τα πόδια είναι ο κόσμος καλύτερος.






