Είναι ψηλή, αλλά όχι πολύ. Βοηθάνε και τα τακούνια που φοράει σχεδόν πάντα. Κυκλοφορεί ισόπατη, μόνο όταν είναι χαρούμενη. Σπάνια, σχεδόν δεν θυμάμαι πότε. Κι όταν είχε κουράσει το χιαστό από το φεύγα της. Περπατάει και οδηγεί σε όλη την πόλη. Θα βρεθεί παντού. Δεν της ξεφεύγεις εύκολα. Ξημερώματα και μέρα, κέντρο και απόκεντρο.
Έχει μια μεγάλη τσάντα. Νεότερη δεν είχε καθόλου. Κουβαλάει το μικρό της σύμπαν. Τα εργαλεία της δουλειάς, μου είπε μια φορά, χαμογελώντας . Κάρτες με το κινητό της κάτω από το όνομα Aurora, αν θυμάμαι καλά. Δεν ξέρω γιατί αυτό. Και χαρτάκια μεγάλα, ορθογώνια παραλληλόγραμμα, σαν αυτά που διαφημίζουν ιδιαίτερα μαθήματα, με το τηλέφωνο της ξανά, που γράφουν, Καλά Τσιμπούκια. Νόμιζα ότι κάνει πλάκα μέχρι που την είδα να τα κολλάει σε κάτι μουχλιασμένους τοίχους. Κουβαλάει πάντα και μονωτική ταινία. Και αντισηπτικά μαντήλια. Και κουτιά προφυλακτικά. Και ένα χαπάκι των 48ωρών. Και μια κάρτα διαρκείας για το Καραϊσκάκη, Θύρα 6.
Στο γήπεδο φοράει κόκκινα κολλητά μπλουζάκια με μεγάλα ντεκολτέ. Έχει μεγάλα βυζιά, ωραία. Στο δρόμο τις Κυριακές προκαλεί και απαντάει στις προσκλήσεις. Είναι ένα ερωτικό ναυάγιο η ανάσα της.
Μοιράζει τις κάρτες της στους μπάτσους που φυλάνε τη γωνία Σπύρου Τρικούπη και Ναυαρίνου. Στις πορείες βέβαια φοράει μαύρα και τους πετάει πέτρες. Έτσι για την καύλα. Παίζει και κανένα γρήγορο στις στοές της κάπνας.
Παλιά πήγαινε τα Σάββατα στο Μπουγά. Προ κρίσης. Φούστα παγέτα ίσα να κρύβει τον κώλο και μαύρο φανελάκι. Βαμμένη φουλ. Ποτάμια τα ουίσκια και τα λουλούδια. Άλλες φορές στο Καζίνο ή σε κάτι τριτοτέταρτα σκυλάδικα στον Πύργο. Τίγκα στη φούντα και την κόκα. Είναι αλήθεια ότι στα πόδια της αδειάστηκαν φορτηγά πανέρια που ποδοπατήθηκαν στην ιδρωμένη πίστα. Ένα βράδυ γλύστρησε σε ένα γαρύφαλλο επάνω και έπαθε διάστρεμμα. Ένα άλλο, μια μπουκάλα Absolut από ένα δίσκο που περιφερόταν ψηλά την πέτυχε στο κούτελο, ζαλίστηκε. Μπουζούκι, κιθάρα, τραγούδι, σερβιτόρος, πελάτης, παρκαδόρος, χωρίς διακρίσεις.
Σε τσακίρ κέφια, έκανε ώτο στοπ στη λεωφόρο Νάτο τις νταλίκες. Πήγαινε για βρώμικο στο Πέραμα. Κάπνιζε το τσιγάρο της στην άκρη του λιμανιού προς Δραπετσώνα και παρατηρούσε τα τελωνεία που έλεγχαν πετρέλαιο. Σουλατσάριζε καθημερινές την παλιά Τρούμπα και την Αριστοτέλους. Της αρέσει να χαζεύει τις εισόδους στα μπουρδέλα. Στα κωλάδικα. Ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει. Πως μπαίνει, πως βγαίνει.
Της αρέσει να χαζεύει τις πουτάνες που κάνουν πεζοδρόμιο. Κάποτε πήγε να χωρίσει δυο που πατάγαν χάμω, με τα τακούνια, μια μικρή στη Σόλωνος. Προχώρα μωρή ψόφια πρόλαβε ν' ακούσει και ένα αντρικό χέρι, σαν κουπί, από το πουθενά, την άδειασε και μέτρησε τις πλάκες. Αν σταματήσει κανείς κατά λάθος και πει πόσο πάει κοπελιά, απαντάει. Χτύπαγε καμιά ρακή στη Μιχαήλ Βόδα, να ξεχαστεί, εκεί που πίνανε παλιά οι Πολωνοί. Έπινε καφέ και ψώνιζε αυστηρά από Μενίδι.
Της αρέσει να χαζεύει τις πουτάνες που κάνουν πεζοδρόμιο. Κάποτε πήγε να χωρίσει δυο που πατάγαν χάμω, με τα τακούνια, μια μικρή στη Σόλωνος. Προχώρα μωρή ψόφια πρόλαβε ν' ακούσει και ένα αντρικό χέρι, σαν κουπί, από το πουθενά, την άδειασε και μέτρησε τις πλάκες. Αν σταματήσει κανείς κατά λάθος και πει πόσο πάει κοπελιά, απαντάει. Χτύπαγε καμιά ρακή στη Μιχαήλ Βόδα, να ξεχαστεί, εκεί που πίνανε παλιά οι Πολωνοί. Έπινε καφέ και ψώνιζε αυστηρά από Μενίδι.
Την έχω μαζέψει ξημερώματα από το πάρκινγκ του Πανεπιστήμιου χτυπημένη. Αργά τη νύχτα από τον Ιππόδρομο, σχεδόν γδυτή, με σκισμένο το χείλι. Μια Κυριακή, χωρίς λεφτά καθόλου, ερχόταν με τα πόδια και σπασμένο το τακούνι απ' το Λουτράκι. Κάτι Χριστούγεννα την έτρεχα με αιμορραγία στο Γεννηματά. Σε ένα ξενοδοχείο της Πλατείας Βάθη στο τσακ την πρόλαβα δεμένη με τη μονωτική και την κυλότα χωμένη στο στόμα, χωρίς ανάσα.
Κοιμάμαι πάντα με ανοιχτό το κινητό. Κοιμάμαι ανήσυχα.
Κοιμάμαι πάντα με ανοιχτό το κινητό. Κοιμάμαι ανήσυχα.
Σχεδόν δεν κοιμάμαι.
κι είσαι μέσα μου ένα τραύμα.
Φωτογραφία Robert Mapplethorpe



