Monday, March 12, 2012

Βόρειο Σέλας

Είναι ψηλή, αλλά όχι πολύ. Βοηθάνε και τα τακούνια που φοράει σχεδόν πάντα. Κυκλοφορεί ισόπατη, μόνο όταν είναι χαρούμενη. Σπάνια, σχεδόν δεν θυμάμαι πότε. Κι όταν είχε κουράσει το χιαστό από το φεύγα της. Περπατάει και οδηγεί σε όλη την πόλη. Θα βρεθεί παντού. Δεν της ξεφεύγεις εύκολα. Ξημερώματα και μέρα, κέντρο και απόκεντρο.
Έχει μια μεγάλη τσάντα. Νεότερη δεν είχε καθόλου. Κουβαλάει το μικρό της σύμπαν. Τα εργαλεία της δουλειάς, μου είπε μια φορά, χαμογελώντας . Κάρτες με το κινητό της κάτω από το όνομα Aurora, αν θυμάμαι καλά. Δεν ξέρω γιατί αυτό. Και χαρτάκια μεγάλα, ορθογώνια παραλληλόγραμμα, σαν αυτά που διαφημίζουν ιδιαίτερα μαθήματα, με το τηλέφωνο της ξανά, που γράφουν, Καλά Τσιμπούκια. Νόμιζα ότι κάνει πλάκα μέχρι που την είδα να τα κολλάει σε κάτι μουχλιασμένους τοίχους. Κουβαλάει πάντα και μονωτική ταινία. Και αντισηπτικά μαντήλια. Και κουτιά προφυλακτικά. Και ένα χαπάκι των 48ωρών. Και μια κάρτα διαρκείας για το Καραϊσκάκη, Θύρα 6.
Στο γήπεδο φοράει κόκκινα κολλητά μπλουζάκια με μεγάλα ντεκολτέ. Έχει μεγάλα βυζιά, ωραία. Στο δρόμο τις Κυριακές προκαλεί και απαντάει στις προσκλήσεις. Είναι ένα ερωτικό ναυάγιο η ανάσα της.
Μοιράζει τις κάρτες της στους μπάτσους που φυλάνε τη γωνία Σπύρου Τρικούπη και Ναυαρίνου. Στις πορείες βέβαια φοράει μαύρα και τους πετάει πέτρες. Έτσι για την καύλα. Παίζει και κανένα γρήγορο στις στοές της κάπνας.
Παλιά πήγαινε τα Σάββατα στο Μπουγά. Προ κρίσης. Φούστα παγέτα ίσα να κρύβει τον κώλο και μαύρο φανελάκι. Βαμμένη φουλ. Ποτάμια τα ουίσκια και τα λουλούδια. Άλλες φορές στο Καζίνο ή σε κάτι τριτοτέταρτα σκυλάδικα στον Πύργο. Τίγκα στη φούντα και την κόκα. Είναι αλήθεια ότι στα πόδια της αδειάστηκαν φορτηγά πανέρια που ποδοπατήθηκαν στην ιδρωμένη πίστα. Ένα βράδυ γλύστρησε σε ένα γαρύφαλλο επάνω και έπαθε διάστρεμμα. Ένα άλλο, μια μπουκάλα Absolut από ένα δίσκο που περιφερόταν ψηλά την πέτυχε στο κούτελο, ζαλίστηκε. Μπουζούκι, κιθάρα, τραγούδι, σερβιτόρος, πελάτης, παρκαδόρος, χωρίς διακρίσεις.
Σε τσακίρ κέφια, έκανε ώτο στοπ στη λεωφόρο Νάτο τις νταλίκες. Πήγαινε για βρώμικο στο Πέραμα. Κάπνιζε το τσιγάρο της στην άκρη του λιμανιού προς Δραπετσώνα και παρατηρούσε τα τελωνεία που έλεγχαν πετρέλαιο. Σουλατσάριζε καθημερινές την παλιά Τρούμπα και την Αριστοτέλους. Της αρέσει να χαζεύει τις εισόδους στα μπουρδέλα. Στα κωλάδικα. Ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει. Πως μπαίνει, πως βγαίνει.
Της αρέσει να χαζεύει τις πουτάνες που κάνουν πεζοδρόμιο. Κάποτε πήγε να χωρίσει δυο που πατάγαν χάμω, με τα τακούνια, μια μικρή στη Σόλωνος. Προχώρα μωρή ψόφια πρόλαβε ν' ακούσει και ένα αντρικό χέρι, σαν κουπί, από το πουθενά, την άδειασε και μέτρησε τις πλάκες. Αν σταματήσει κανείς κατά λάθος και πει πόσο πάει κοπελιά, απαντάει. Χτύπαγε καμιά ρακή στη Μιχαήλ Βόδα, να ξεχαστεί, εκεί που πίνανε παλιά οι Πολωνοί. Έπινε καφέ και ψώνιζε αυστηρά από Μενίδι.
Την έχω μαζέψει ξημερώματα από το πάρκινγκ του Πανεπιστήμιου χτυπημένη. Αργά τη νύχτα από τον Ιππόδρομο, σχεδόν γδυτή, με σκισμένο το χείλι. Μια Κυριακή, χωρίς λεφτά καθόλου, ερχόταν με τα πόδια και σπασμένο το τακούνι απ' το Λουτράκι.  Κάτι Χριστούγεννα την έτρεχα με αιμορραγία στο Γεννηματά. Σε ένα ξενοδοχείο της Πλατείας Βάθη στο τσακ την πρόλαβα δεμένη με τη μονωτική και την κυλότα χωμένη στο στόμα, χωρίς ανάσα.
Κοιμάμαι πάντα με ανοιχτό το κινητό. Κοιμάμαι ανήσυχα.
Σχεδόν δεν κοιμάμαι.

κι είσαι μέσα μου ένα τραύμα.


Φωτογραφία Robert Mapplethorpe

Wednesday, March 07, 2012

Στάχτες

Το νεκροταφείο του χωριού μου είναι δίπλα στη θάλασσα. Δεν την ατενίζει εποπτικά όπως συνηθίζεται. Το χειμώνα τα κύματα γλείφουν το μαντρότοιχο. Μεσολαβεί ένας μικρός δρόμος, απ' αυτούς με τη λίγη άσφαλτο, από αυτούς που θα διαλύσει η κρίση. Είναι φτωχά τα μνήματα και απλά, καμία σχέση με αστικά νεκροταφεία. Πέντε κομμάτια μαρμαρόπλακα κι' ενας σταυρός. Συχνά φωτογραφίες και απελπισμένα λόγια γεμάτα πόνο. Λίγα φυτά που φύονται εκεί και κυπαρίσσια. Συχνά εγκατάλειψη.
Θυμάμαι ότι έπλεναν τα κόκκαλα στην παραλία και τα έβαζαν σε όμορφους άσπρους σωρούς σε ένα μικρό δωμάτιο. Νομίζω τα έδερνε ο αέρας και η βροχή. Ποτέ δεν κολυμπούσα προς τα εκεί, δεν ήθελα να χαιρετηθώ με κανέναν που τους ξέφυγε στην πλύση. Ήμουν παιδί.
Εκεί είναι θαμμένος ο παππούς μου. Ψαράς. Τη γλέντησε τη ζωή του.  Ωραίος άντρας. Καλοντυμένος, γυναικάς. Τι θα'ταν; Κανένας δεν του έμοιασε στον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα. Δεν είναι τυχαίο, είχε μια μάνα χαρά θεού. Εμείς πάλι μεγαλώσαμε με τρόπους. Ή έτσι νομίζανε.
Εκεί είναι θαμμένη η γιαγιά μου. Λεπτή σα μίσχος στα νιάτα της, με δυο πανέξυπνα πράσινα μάτια. Εκείνος περπάτησε με τα πόδια από την Αλβανία στα τελειώματα του μετώπου ως την Πελοπόννησο να τη βρεί ξανά. Το πρώτο παιδί, παιδί μεγάλου έρωτα. Μετά γκρίνια μια ζωή. Σκληρή γυναίκα. Ένα παιδικό καλοκαίρι την κλείδωσα στο μπαλκόνι κανένα δίωρο. Μεγάλωσα και κατάλαβα. Της πέθαναν τόσα μωρά στα χέρια. Γεννήθηκε πλούσια με λούσα και έζησε μέσα στη φτώχεια, εργάτρια στην κλωστοϋφαντουργία. Να τον μαζέψει δεν μπορούσε. Τον έψαχνε με τα παιδιά αγκαλιά στις ταβέρνες, να της δώσει λεφτά, όταν το ξεχνούσε. Το μάθαινε από άλλους, που γύρναγε, τι έκανε. Αθώα επαρχία του 50. Τα μάθαινε και από τον ίδιο όταν επέστρεφε. Με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Δεν τσάκισε ποτέ. Έλεγε τα σκληρότερα πράγματα με τη μεγαλύτερη ευκολία και πέθανε με ένα γαλήνιο χαμόγελο. Καμιά φορά τα δηλητήρια που πίνεις σε ποτίζουν. Το ξέρεις και ζεις μ'αυτό.
Εκεί είναι θαμμένη η αδερφή της. Μας έκανε κοκκινιστό με μοσχοκάρυδο, τα μεσημέρια μετά το μπάνιο, στο πατρικό τους. Ήταν χήρα από νέα. Ο άντρας της καθάριζε τζάμια στη Νέα Υόρκη και σκοτώθηκε από πτώση. Έμεινε μόνη μια ζωή, με μια σύνταξη από την Αμερική. Πεθαίνοντας ο παππούς μου, είπε στη νύφη του, θα στα πω όλα εκτός από μια αδικία που έκανα. Εμείς, νέοι, με αίμα να βράζει, αμέσως σκεφτήκαμε το προφανές. Υπάρχει μια φωτογραφία που είναι οι τρεις τους γέροι. Ο καθένας με ένα περίεργο ή συνωμοτικό μειδίαμα. Δεν ξέρω αν πέφτουμε μέσα και ποιος ήξερε τι, κανείς δεν θα μάθει.
Εκεί είναι θαμμένο ένα αγόρι που κάναμε ελάχιστη παρέα. Δεν θυμάμαι τίποτα γι'αυτόν, παρά μόνο ότι τον είχαν καλέσει σε ένα πάρτυ, που ήταν για μεγαλύτερους. Εγώ φύλαγα καραούλι στην οξώπορτα, είχα σκάσει απ' τη ζήλεια μου, χάζευα, θολά, μέσα απ' το χαρτόνι που είχαν βάλει, για να μη βλέπει το χωριό, τα θαύματα. Άκουγα τη μουσική, Upside Down και χτύπαγα τα πόδια μου στο σοκάκι. Σκοτώθηκε με το μηχανάκι του. Έσκασε κάτω. Θα είχε πιει και θα 'χε νταλκαδιάσει. Ήταν νομίζω ηλεκτρολόγος ή θα γινόταν. Θυμάμαι τη μάνα και τις αδερφές του, μια κουστωδία από κοντές στα μαύρα, βαθιά θλιμμένες. Είναι η πρώτη φορά που δάκρυσα για θάνατο.
Εκεί είναι θαμμένη μια κοπέλα. Ήταν η πρώτη φοιτήτρια του χωριού. Δασκάλα. Πέθανε από λευχαιμία στο πρώτο έτος. Σαν σε όνειρο, περνούσε από τα στενά με το ποδήλατο της, όμορφη, αέρινη, με σγουρά μαλλιά και βλέμμα ονειροπόλο. Δεν πρόλαβε καν να πάρει μια ανάσα.
Ποτέ δεν είχα το φόβο του θανάτου. Είναι ένας από τους φόβους που δεν ένιωσα ποτέ. Απ΄τη φτιαξιά μου ήμουν έτσι. Αυτά συμβαίνουν.
Όταν πεθάνω δεν θέλω να με θάψουνε εκεί. Έχει υγρασία και με τον παππού μου μιλάμε που και που στα όνειρα μου. Πάμε και καμιά βόλτα με ταξί για κανένα κρασί. Φοράει πάντα το γκρί κουστούμι.
Δεν θέλω να με θάψουμε και εδώ, δίπλα σε πολιτικούς και κουλτουριάρηδες. Μισώ τη γκρίνια τους, τις ιδέες τους, σκατά στα μνήματα του Πρώτου. Τον Μάνο, δεν έχω ανάγκη, τον κουβαλάω μέσα μου.
Εμένα θέλω να με κάψουνε. Να στρώσουνε τραπέζι με ένα σωρό κόλυβα να παίρνουν με τη φούχτα και δίπλα στις ρακές, τις στάχτες μου. Να παίζει μια ωραία ορχήστρα μόνο τραγούδια με λυγμό. Από αυτά, που όταν τα νιώθεις βλέπεις τη ζωή σου ταινία πίσω απο κουίντες βουρκωμένες. Να τραγουδά γυναίκα, αυστηρά. Και να βουτάνε τα δάκτυλα τους πρώτα στη στάχτη και μετά στο στόμα. Εκείνοι που μ' αγάπησαν στ' αλήθεια. Αυτοί που όταν φύγω θα είναι άδειες οι Κυριακές και οι σχόλες τους. Μόνο αυτοί, κανείς άλλος, κι' εμένα θα είναι η ψυχή μου θάλασσα.

Η φωτογραφία του Manuel Alvarez Bravo και να ξεκινήσουν όλα με τη Μαργαρίτα και τη Βίκυ

Tuesday, March 06, 2012

Παραλιακή


Το αμάξι έμεινε από μπαταρία. Ακίνητο εδώ και ένα μήνα. Έβγαλε τα κροκοδειλάκια από το πορτ μπαγκάζ και είπε:
Όποιος μασά καλώδια, φτύνει ποιήματα,
όποιος μασά ποιήματα, φτύνει καλώδια.
Τρέχει στην παραλιακή προς Σούνιο για να φορτίσει. Βροντάει, αστράφτει, γλίτσα ο δρόμος. Ακούει Apres La Pluie όπως παλιά. Μουνιά, Πολιτική, Προδοσία. Προδοσία, Πολιτική, Μουνιά.
Νυχτερινή αναστροφή στο οδόστρωμα με χειρόφρενο. Έτσι.
Φορτίστηκε, ανάμεσα στα ποτισμένα αρμυρίκια και τα πεύκα. Μάλλον κρατάει η μπαταρία, για λίγο ακόμα.


Ακολουθώντας τις παραλιακές γραμμές τις Karine Laval

Monday, March 05, 2012

Βαρβάκειος


Σηκώνει τα μπατζάκια της όταν φοράει παντελόνι. Με φόρεμα μόνο καλοκαίρι, το χειμώνα δεν τολμάει να βάλει. Έχει αίματα κάτω, πριονίδι και βρώμα. Τα σώματα ιδρωμένα, μέσα στις καταλερωμένες μπλούζες. Ένα μεσημέρι σχεδόν την ακουμπούσαν καθώς περνούσε ανάμεσα. Η μυρωδιά ήταν μια στεγνή ήττα. Κάποιος την πιτσίλισε κιόλας, με το μαχαίρι, άθελά του, ανάμεσα στα σφαχτά. Κρεμασμένα κορμιά, άψυχα, σάμπως δεν είναι έτσι η ζωή μας; Κάθισε στο μαγειρείο. Μόνη. Δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει ανάμεσα σε πατσά και σούπα μοσχάρι. Οι άντρες τρώνε πατσά με μπούκοβο και σκορδοστούμπι. Λίγοι τον προτιμούνε με λεμόνι. Οι άντρες που τρώνε μόνοι. Γι’ αυτούς δεν έβρασε τσουκάλι σπίτι. Η σούπα θέλει αγάπη, υπομονή και χρόνο. Θέλει να τη σερβίρεις αχνιστή και με ωραίο ψωμί. Θέλει την τρυφερότητα να κόβει τα λεμόνια και να ακουμπά κουτάλι στο πλάι. Γιατί να τρώνε μόνοι, ποιος χρόνος δεν τους όρισε μια τόση δα μικρή σωτηρία; Χτυπάνε τα χείλη στα κουτάλια και εκείνη νιώθει μια υγρασία στα σκέλια και μια ανάσα ελευθερίας. Μελαγχολία.


Σε ψάχνω, στις φωτογραφίες της Karine Laval.

Friday, March 02, 2012

Σούτσου


Πεινάνε οι φράσεις για λέξεις. Πως να σου δώσω να καταλάβεις το συναίσθημα. Βραχνή μέρα. Τα παιχνίδια σκορπισμένα πάνω στην άσφαλτο. Στο δρόμο αυτό άλλοτε μετράγαμε ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες. Βουτάγαμε σε θλιβερά ποτήρια. Σήμερα περνάω την ψυχή μου χειρουργείο. Νετάρω τις λασκαρισμένες βίδες, σε ένα μυαλό που δεν μπορεί να ξελαγράρει. Ξεσπάω σε χαρτομάντηλα που μυρίζουν ξεθυμασμένα λουλούδια νεκροταφείου. Έσπασα. Χτες έτριψα το χέρι μου επίτηδες σε ένα μαντρότοιχο πιο κάτω. Έγραψε το αίμα μια θολή γραμμή. Δεν θα τη βγάλει στην πρώτη βροχή. Μαρκάρω την πόλη ανόητα. Κι ο χρόνος είναι βαρύς σαν σίδερο.



ακούγοντας νοερά Miles Davis, Kind of Blue



Φωτογραφία  Green Wall Florence του Scott Schuman