
Photo Henri Cartier-Bresson
Δεν είχα δει την εκπομπή των Πρωταγωνιστών που αφορούσε το Δρομοκαίτειο Ίδρυμα όταν πρωτοπαίχτηκε, δηλαδή το χειμώνα. Την είδα ένα κάποιο τυχαίο προηγούμενο Σαββατοκύριακο σε επανάληψη και κάτω από ακατάλληλες συνθήκες, θαυμάσιο καλοκαιρινό σκηνικό περιβάλλον, εντελώς χάλια ψυχολογική διάθεση και εκατομμύρια σενάρια να κεντούν το μυαλό μου.
Έχασα το πρώτο κομμάτι και τους ασθενείς που μίλησαν σ’ αυτό και είδα το δεύτερο μισό. Όσο προχωρούσε η εκπομπή συνειδητοποιούσα κάτι που σκέφτομαι χρόνια, ότι η νοητή γραμμή που χωρίζει τους λογικούς από τους ψυχικά ασθενείς δεν είναι τόσο ευδιάκριτη και χωρίς αμφιβολία δεν θέλει και πολύ να την περάσεις. Μια κακή περίοδος στη ζωή από αυτές που μοιραία συμβαίνουν σε όλους και σαν ένα κλικ έχεις βρεθεί να μην ξεχωρίζεις αυτά που προηγουμένως ήταν αυτονόητα. Τόσο λυπηρό και ανθρώπινο. Οι τραγικές τους φιγούρες, όλες προερχόμενες από σκληρές ζωές, συχνά χωρίς περίσσεμα αγάπης, περιφέρονταν σαν σκιές, σαν ζωντανά φαντάσματα στους κήπους και τα δωμάτια του ιδρύματος. Κάποιοι τυπικά θα μπορούσαν να βγουν, αλλά δεν ήξεραν που να πάνε, έξω δεν τους περίμενε κανείς. Τα βλέμματα βαθιά γεμάτα απόγνωση και απορία. Οι δημοσιογράφοι (τους είδα κάπως μεταφυσικά σαν ομάδα) περνούσαν, στέκονταν, σαν να περνούσαν, σαν να στέκονταν, σαν να βιάζονταν. Σαν να βιάζονταν να φύγουν. Σαν να πέρασε από τη σκέψη τους ότι είναι κολλητικό, είναι κολλητική η δυστυχία, σας συμπαθούμε, μας ενδιαφέρει, αλλά πρέπει να φύγουμε. Όταν φύγουμε, θα είναι απότομα και η πόρτα θα κλείσει πίσω μας ερμητικά. Μην σας νοιάζει, θα την κλείσουμε καλά και θα βεβαιωθούμε ότι όλοι εσείς θα μείνετε μέσα και όλοι εμείς θα βγούμε έξω. Έτσι επιλέξατε, έτσι μας έτυχε. Άντε γεια.