Θέατρο
Την παίρνω τηλέφωνο. Της λέω έλα,
θα σε πάω στο Μαρμαρινό, παίζει και η ξαδέρφη μου. Κατεβαίνει ντυμένη, μάλλον
όχι για θέατρο. Στενή μαύρη φούστα, εφαρμοστή μπλούζα, μυτερές γόβες. Το έχει
μάθει το μάθημα, το κορίτσι. Ο κόσμος στο θέατρο είναι αυτοί ακριβώς που
χλευάζουμε. Και μερικοί ακόμα. Οι άσχετοι. Μένουμε προσηλωμένοι. Χαζεύω τα
πόδια της Τζήμου. Μου σφίγγει το χέρι. Το ξέρω, την ενοχλεί να κοιτάω άλλες
γυναίκες. Ύστερα χαιρετάμε. Θα πάμε στο σπίτι που μας έχουν καλέσει. Ποτά και
πατατάκια και συζήτηση προ μνημονίου. Λίγο αμήχανη η ατμόσφαιρα. Δεν έχουν
ακόμα συνηθίσει που κάθε τόσο τους πάω κι άλλη γκόμενα. Συν τη μόνιμη. Είναι
λίγο σαν απροειδοποίητες εξετάσεις. Προσέχουν τι θα πουν. Εκείνη είναι
κουμπωμένη. Της χτυπάω το χέρι, όταν τσιμπάει πατατάκια από νευρικότητα. Είναι
σαν κλαράκι κι όμως θα της πω, θα γίνει ο κώλος σου, κωλάρα. Τα ξημερώματα θα
μας βρουν ξεκούμπωτους και αγκαλιά στο κρεβάτι της. Είμαι σίγουρος ότι με
αγαπάει κι υποφέρει γι’αυτό, μέσα στην ευτυχία που της αναλογεί.
Σκυλάδικο
Πρέπει να είμαι προσηλωμένη στο
αντικείμενο του πόθου. Πρέπει. Διαφορετικά χάνω τον προσανατολισμό μου. Μου
λέει, βάλε κάτι ξέκωλο, μαύρο ψηλό πέδιλο και θα έρθω να σε πάρω στις έντεκα.
Το μαγαζί έχει μαζέψει τη σάρα και τη μάρα. Καθόμαστε σε κεντρικό τραπέζι και
τα όργανα στριγκλίζουν. Οι φωνές, παράφωνες, προσπαθούν απεγνωσμένα να
τραβήξουν την προσοχή. Το αλκοόλ κυλάει, η μια γουλιά μετά την άλλη, από ανία
και για να αντέξω. Με ενοχλεί το κορδόνι από το στρίγκ. Ύστερα έρχεται η
παραζάλη του καπνού και του θορύβου, το ελαφρύ μεθύσι και το μόνο λαϊκό που
ίσως είχα τραγουδήσει, σε νορμάλ συνθήκες, ενός αποχαιρετισμού ή μιας μικρής
γιορτής. Ή μιας πικρής γιορτής. Με
σπρώχνει πάνω στο τραπέζι. Θολώνουν όλα, το μόνο που βλέπω είναι μάτια να
κοιτάν τα πόδια μου, χαμηλά και από κάτω. Αδηφάγες ματιές, για μια λωρίδα
εσώρουχο. Θέλουν να με γαμήσουν όλοι. Θέλω να με γαμήσουν όλοι. Είμαι δικιά
τους. Εσύ, που έφερες όλο τον πόθο στα πόδια μου, είσαι πια καμένο χαρτί.
Tate Modern
Είμαι κάτω από τον Τάμεση. Μαύρο
παλτό και χαμηλά μποτάκια. Ψιλόβροχο και κρύο. Η μύτη κόκκινη. Όλοι φοράνε ριγέ
μάλλινα κασκόλ. Δεν έχει κίνηση στους δρόμους. Μόνο κάτι στελέχη του κώλου,
καπνίζουν στην εξώπορτα μιας πολυεθνικής. Στην είσοδο το κόκκινο χωνί του Kappoor με
ρουφάει. Σαν τεράστιο μουνί. Που πας ρε μαλάκα αν δεν πας μια Tate; Κι ανατριχιάζω μπροστά στα
εργαλεία του Beuys. Άλλο
ένα γαμημένο μήνυμα από ‘κει που δεν το θέλω. Σιωπή από ‘κει που έχω φύγει. Το
πάνω ψωμί του BLT μου κολλάει στον ουρανίσκο, με θέα το ποτάμι. Με θέα τη
γκριζαδούρα. Θα την αφήσω, δεν πάει άλλο. Ούτε ένα τηλέφωνο η καριόλα να δει αν
προσγειώθηκε το αεροπλάνο. Α γαμήσου. Αγάπη. Αρχίδια. Η επιτυχία να με αγνοείς.
Σε έχω απατήσει ήδη στα πλάνα μου, χωρίς να το θέλω. Ενστικτωδώς. Περπατάω
περνώντας τη Millenium Bridge.
Οι ώρες έχουν γίνει βαριές από την υγρασία. Καμιά μοναξιά δεν είναι πιο
διαμπερής.
Η φωτογραφία από το Turbine Hall του Anish Kapoor, στην Tate Modern
Η φωτογραφία από το Turbine Hall του Anish Kapoor, στην Tate Modern
