Καμιά φορά όταν κοιτάω βαθιά μέσα στα μάτια σου,
ορκίζομαι ότι μπορώ να δω τη ψυχή σου!Άντε ρε μαλάκα, σιγά μη δεις και τους εφιάλτες μου.
Με ξεπλένουν ατέλειωτες βροχές των μουσώνων, ορκίζομαι, καμιά φορά...
Καμιά φορά πίνεις πολύ, κάνεις και κανένα μπάφο και βλέπεις αγάλματα να σου κλείνουν το μάτι.
Χόρεψε, χόρεψε, κόλλα τις σόλες σου σε νοθευμένα ποτά, ζάχαρη και κωλόχαρτα κομφετί, κι’ ύστερα στο χαλάκι από χόρτο, το οικολογικό, να τις σκουπίσεις καλά για να ‘ρθεις μέσα.
Μέσα μου, στο άδυτο μου, στο βρωμερό μου το κελί, στο σκοτεινό κρεββάτι μου, εκεί που θ’απιθώσεις το άσπρο σου κορμί να το γαμήσω.
Εκεί επάνω, μιλάω εγώ, βογκάω εγώ, ουρλιάζω εγώ, χτυπάω το στήθος μου σαν πίθηκος.
Ανελέητα με φόβο να μελανιάσω την ανενεργή καρδιά μου, ω, δεν έχω συναισθήματα μετά τη ρεύση, ω η μάνα μου δε μ’ αγάπησε πολύ, ω μου φταίει ο κόσμος κι’
ο ντουνιάς.
Η φωτογραφία του
θεού.