Tuesday, October 30, 2012

Στα σώματα

πηδιόμασταν σε μέρες
ξεκρέμαστες
κι η σημασία των
υπερβολών μας
εξανεμίστηκε από την απουσία νοήματος
ώσπου
η ίδια η απουσία δεν
είχε τίποτα να
υπογραμμίσει πια


η φωτογραφία της Claudia
στο βάθος της μνήμης το Struggle for Pleasure

Monday, October 29, 2012

Θα δεις



Κάτι θα γίνει, θα δεις, είναι η σειρά διηγημάτων του Οικονόμου, σήμερα, ίσως πιο επίκαιρη από ποτέ. Τώρα, που με σιγουριά δεν γίνεται κάτι. Δεκάξι ιστορίες από τα Καμίνια, τη Νίκαια, τη Δραπετσώνα, το λιμάνι. Ίσως όποιος δεν έχει ζήσει εκεί, ή του αρέσουν τα λιμάνια να βρει μια ρετρό χαμένη εξωτικότητα στα τοπία. Μια άλλη πόλη. Μια διαχρονική καθημερινότητα, που αν δεν την τάραζαν τα σημάδια μιας αναγκαστικής νεοτερικότητας, όπως τα ATM και οι τραπεζικές κάρτες ανάληψης, το πασχαλιάτικο αυγό Κίντερ, ο Κουφοντίνας και η Microland, να έπειθε ότι προέρχεται από τα βάθη μιας άλλης δεκαετίας. Ένα κομμάτι ξεχασμένων και σχεδόν άχρονων ανθρώπων, που δεν τους αγγίζει η επιφάνεια της κουλτούρας του κέντρου ή των κυριλέ προαστίων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τους γρατζουνίζει το σήμερα, με τον τρόπο που εγγράφεται αυτό στον καθένα ξεχωριστά.

Οι ήρωες του, βυθίζονται στα υπαρκτά προβλήματα τους, ενώ τους παρακολουθεί μια αφήγηση που στέκεται στις λεπτομέρειες της ζωής και του χώρου. Μια εντυπωσιακή αφήγηση. Φαντάσματα στην πορεία τους, περπατάμε με βήματα αργά τις μέρες, χωρίς την ασφυξία του απρόσμενα τραγικού, με τη βεβαιότητα ότι θα συμβεί αυτό που περιμένεις, το αναμενόμενο τελειωτικό χτύπημα. Τα βασικά πρόσωπα είναι άντρες, εκτός από την Έλλη Δράκου με τον κουμπαρά της και τη Νίκη. Θέλει να μιλήσει για τις κουβέντες στα καφενεία, για την ανεργία, για το φόβο, για το βίτσιο να χαζεύεις ένα σπίτι φραγκάτων, για το λιμάνι, για την εκδίκηση, όταν σου βιάζουν την αδερφή, για το Πέραμα, για τη βιοτεχνία του πάγου. Ο ρεαλισμός κυλάει μέσα από τα στόματα των αντρών που πίνουν, που αδικούνται και αδικούν τον εαυτό τους, που κρίνονται με βάση το χρήμα που μπορούν να έχουν στην τσέπη για να φέρουν στο σπίτι, όταν η τίμια μαγκιά και ο λόγος, δεν αρκεί, ούτε για να κρατήσεις το κεφάλι σου στη θέση του. Η Έλλη και η Νίκη, αναρωτιούνται για τους άντρες γύρω τους, που δεν μπορούν να κατανοήσουν γιατί, κομμάτι, κομμάτι, τους κλέβουν τον κόσμο τους.

Κι έτσι κυλούν οι ιστορίες, χωρίς συνθήματα, χωρίς ευχολόγια και υποσχέσεις, χωρίς σαρκικό έρωτα και πάθη σε πρώτο πλάνο, γύρω από την υπαρξιακή μοναξιά της αφραγκίας. Το σήμερα ένα τόνο πιο διαφορετικό από το χτες, λίγο πιο γκρι. Η θλίψη της αξημέρωτης άσπρης μέρας, πάνω από ένα ποτήρι τσίπουρο. Και κάθε εικόνα μια κινηματογραφική σκηνή, ακριβής, ολοζώντανη, μπροστά στα μάτια σου. Και οι φράσεις πιο βαριές από μολύβι, γιατί αυτό που σε χτυπάει σα μαστίγιο, είναι η ξαφνική συγκίνηση, ο λυρισμός ενός σκληρού τοπίου, μια αναλαμπή που σκίζει την ψυχή κι’ ας λένε, αναίτια, ότι οι αντρικές γραφές δεν θέλουν το λυγμό, σα να χωρίζονται οι άνθρωποι σ’ εκείνους που λυγάνε και σ’ εκείνους που γυρίζουν το κεφάλι απ’ την άλλη στον πόνο.
Ανάμεσα στις σελίδες μου έχει σκαλώσει η άμμος.

Ξημέρωνε Μεγάλη Παρασκευή.
Το παιδί είχε αποκοιμηθεί νηστικό στο τραπέζι της κουζίνας.
Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της μέρας.
Από στιγμή σε στιγμή θ’ άρχιζε να βρέχει.

Κάθισα στο παγκάκι μου. Επιτέλους. Πέρασα την παλάμη μου πάνω στο ξεφλουδισμένο ξύλο. Ήταν ζεστό και με γρατζούνισε. Μύρισα το χέρι μου. Μύριζε αρμύρα και μαζούτ.

Φοβερό πράγμα να ’χεις μια θηλιά στο λαιμό. Ακόμα και για μια ζωγραφιά, για έναν ψεύτικο άνθρωπο, φοβερό πράγμα. Στ’ αλήθεια.

Έπιανε ένα παγάκι από κείνα με την τρύπα στη μέση-κλέφτες τα λέγαμε-και το ’κλεινε στη χούφτα του. Σε δευτερόλεπτα το παγάκι άρχιζε να λιώνει.  Σε δύο λεπτά γινότανε νερό. Σε πέντε είχε εξαφανιστεί.
Φοβερό δεν είναι, με ρώταγε. Να φτιάχνεις κάτι που ξέρεις πως την άλλη κιόλας στιγμή θα χαθεί. Τι απάνθρωπο πράμα.

Έξω γίνεται χαλασμός τώρα. Τα τζάμια τρέμουνε, σφυρίζει ο αέρας απ’ τις χαραμάδες. Τα ρούχα της μάνας μου στροβιλίζονται στο σκοινί σαν αιχμάλωτα φαντάσματα που παλεύουν να ξεφύγουν.

Δεν μπόρεσε να γράψει τίποτα στο χαρτόνι.
Κάποια πράγματα είναι δύσκολο να τα βγάλεις από μέσα σου. Πολύ δύσκολο. Ακατόρθωτο.
Είναι σαν να ζητάς από κάποιον να κλάψει μόνο από το ένα μάτι.

Ήταν Ιούλιος. Ξημέρωνε Σάββατο. Η θάλασσα ανάσαινε με μικρά κοφτά κύματα.

Η φωτογραφία του M.O. Hammond, 1933, Port Arthur.

Sunday, October 21, 2012

Φαντάσματα


Θα σου αφήσω το κλειδί μέσα στη γλάστρα, είχε πει. Πραγματικά, το κλειδί ήταν χωμένο στα χώματα. Θυμήθηκε το γύφτο. Σχοινόχωμα, καστανόχωμα, ο ανθοπώλης. Έτριξε γυρίζοντας στην κλειδαρότρυπα. Μπήκε μέσα, άνοιξε το φως. Ήταν όλα στη θέση τους, σα να είχε τακτοποιήσει λιγάκι πριν. Η ίδια ελαφριά μυρωδιά υγρασίας και κλεισούρας. Ήλιος δεν έμπαινε  να ξεράνει τον αέρα. 
Ακούμπησε απαλά το χέρι στο γραφείο του. Καιρό τώρα αναρωτιόταν αν είχε πάρει καινούργιο υπολογιστή. Τώρα είδε. Ύστερα άνοιξε την πόρτα του μπάνιου. Όλα ήταν στην θέση τους και στο λευκό ντουλάπι, ένα μολύβι ματιών καφέ σκούρο, μια λοσιόν και μια κρέμα. Οι οδοντόβουρτσες επτά. Τις μέτρησε μία, μία. Τι στο καλό, καθένας που περνάει θα αφήνει από μία. Αλλά αυτό είχε δει και όταν είχε πρωτοέρθει σπίτι του. Ήταν μια χειμωνιάτικη μέρα, που είχε περάσει στην κλειστή θερμαινόμενη πισίνα, μέχρι το μεσημέρι.
Θα πάρει μια βαριά ανάσα. Το κουτί με την κρυμμένη αλληλογραφία είναι στη θέση του. Χαϊδεύει τους φακέλους, κάτι δώρα που δεν δόθηκαν ποτέ, τις φωτογραφίες από το παρελθόν, όλα τα μυστικά που έχουν καταχωνιασμένα οι  εργένηδες στα βάθη της ντουλάπας και νομίζουν ότι είναι ασφαλή. Ανοίγει την πόρτα του ψυγείου που κλείνει, δεν κλείνει. Δεν έχει και τίποτα μέσα, όπως και τότε. Τα άπλυτα στην ίδια θέση, μισογεμάτα ή μισοάδεια. Αγκαλιάζει ένα βαμβακερό πουλόβερ. Οι εφημερίδες στοίβα, βαράει μια με το χέρι και τις σκορπάει χάμω. Στην ίδια θέση, όπως πάντα και τα προφυλακτικά. Πιάνει το κουτί, το κοιτάει  λίγο σα χαμένη, μισά με την πρώην, μισά με την επόμενη, κάπου το είχε διαβάσει κι αυτό, το δαγκώνει, να δει αν έχει γεύση χαρτιού ή πικραμένης νοσταλγίας. Μια τελευταία ματιά, ούτε δάκρυ, ούτε χριστοπαναγία, ούτε τσάκισμα στο βήμα. Βγαίνει έξω. Η πόρτα χτυπάει δυνατά. Ξέχασε το κλειδί. Ο αέρας είναι ξηρός και δροσερός. Νύχτωσε και σα να μπήκε το φθινόπωρο. Η γειτονιά μυρίζει κατρουλιό και νεράτζια. Ο ουρανός είναι γεμάτος σύννεφα κι εκείνη δεν θυμάται αν ήταν ποτέ αξιοπρεπής ή πάντα ήταν ένα φάντασμα που έμπαινε στα σπίτια απρόσκλητη. Δεν μπορεί με σιγουριά ν’ αποφασίσει. Είναι ζωντανή ή πεθαμένη; Ξέρει κανείς να απαντήσει τέτοιες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για την ύπαρξη, πέρα ίσως απ’ τα ληξιαρχεία;


Φωτογραφία Linda Troeller

Thursday, October 04, 2012

Υπερωκεάνειο



Στο υπερωκεάνειο διαμέρισμα του, στο εναπομείναν κενό του σαλονιού, στήθηκε η πρόσφατα αγορασμένη, ολοκαίνουργια σκηνή, δύο ατόμων, φτιαγμένη σε εργοστάσιο, ενταύθα. Το λεπτό, αυτοφουσκώμενο, μπλε στρώμα, τοποθετήθηκε στο πάτωμα της. Ο υπνόσακος βγήκε προσεκτικά από τη θήκη του και αφού ανοίχθηκε διάπλατα και διαπαντός, τοποθετήθηκε, αρχικά, πάνω στο υπέρδιπλο κρεβάτι. Στο υπνοδωμάτιο. Το μικρό ταξιδιωτικό μαξιλάρι, το πέταξε απαλά, δίπλα στο προσκεφάλι του. Ο φακός ήταν πια κρεμασμένος στην οροφή του αντίσκηνου. Οι μπαταρίες καινούργιες.

Ακόμα δεν είχε πιάσει κανένα κρύο και στο βαθμό που δρόσιζε, που και που τη νύχτα, μέσα στη γαμημένη φθινοπωρινή υγρασία, που κένταγε άνετα μια δεκαετία στα κόκκαλα, κουλουριαζόταν περιστασιακά, στον υπνόσακο. Ο πωλητής τον είχε ενημερώσει για το χειμερινό μοντέλο, με πολλαπλή αντίσταση στον αέρα και στο κρύο. Δεν το αγόρασε, αλλά το είχε κατά νου. Ανέμενε τον παγερό χειμώνα, να αναδείξει την χρηστικότητα  της εκκεντρικής επιλογής. Τα τηλέφωνα παρέμεναν κλειστά και το κουδούνι απενεργοποιημένο από το κεντρικό καλώδιο. Ένα βιβλίο, αφημένο δήθεν αφηρημένα, μέσα στη σκηνή.

Η ιδιότυπη κατάσταση δεν είχε καμία πολύπλοκη εξήγηση. Οριακά. Μια σχετική απομόνωση. Ένα σπίτι μέσα σε σπίτι, πιο σκοτεινό και μαζεμένο, πιο κρυφό, καταφύγιο, ίσως και ενήλικο παιχνίδι. Η αίσθηση της επιστροφής στα βασικά. Δυο κρεβάτια, κανονικό και καταπάτωμα. Η δυνατότητα να πακετάρει κάποια υπάρχοντα, αφήνοντας ανέπαφο το κέλυφος, σε περίπτωση φυγής.  

Τις νύχτες που κοιμόταν χάμω, διάβαζε δυο, τρεις σελίδες από το βιβλίο του: 
Mια γυναίκα, ψηλαφώντας, τράβηξε για την οικοδομή. Oι διαβάτες την είδαν και τρέξαν να τη σώσουν. Tρέξαν σιγά-σιγά, δυο, τρεις, μ’ αγάπη, με τρυφερή φωνή. Mα σε λίγο ογκώθηκαν... Γίναν πολλοί κι ορμήσανε χοροπηδώντας σαν καλλικάτζαροι, γυμνοί, τριχωτοί, γλοιώδεις – όλο νεύρο. Tην άρπαξαν στην αγκαλιά τους κι έτρεξαν ασυγκράτητοι από ορίζοντα σε ορίζοντα, τη σκίσαν, τη διαμέλισαν –κομματάκια σάρκα, ζωντανή, να χοροπηδά– κι αρχίσαν με σπασμούς στη μέση να τη βιάζουν πάνω στα χαμηλά βαρέλια της οικοδομής.
Aπό ’να κομματάκι σάρκας ματωμένο...
Σαν τέλειωσαν, πέταξαν τα κομμάτια χάμω κι έφυγαν. Tα μάτια μόνο έμειναν σκορπισμένα κάτω στο δρόμο. Zωντανά... Προσπάθησαν να περπατήσουν ανοιγοκλείνοντας τις βλεφαρίδες... Mια δυο σπιθαμές πληγωμένες. Άφηναν πίσω τους μια υγρή κολλώδη γραμμή, γυαλιστερή σαν του σαλίγκαρου.

Έκλεινε το φακό και έβλεπε την οροφή να κουνιέται ελαφρά απ’ το ρεύμα. Τη μουσική τη φανταζόταν, στο βάθος του ανύπαρκτου ορίζοντα. Το κύμα έσκαγε πάνω σε απελπισμένες σκέψεις, αυτές πριν τον ύπνο. Όταν κοιμόταν λόγω υπερβολικής κούρασης στο κρεβάτι του, έσφιγγε το μαξιλάρι. Άλλοτε με μίσος σαν λαιμό ανθρώπινο, άλλοτε τρυφερά, για παρέα. Συχνά, πυκνά, τις δύσκολες νύχτες, κοφτές και ακατάληπτες βρισιές ξέφευγαν από τα χείλια του.



Το υπερωκεάνειο (Ocean Liner) είναι κατηγορία επιβατηγού πλοίου ικανού να διαπλέει ωκεανό.
Στη φωτογραφία το: RMS Mauretania, launched 1906
Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Οι Τυμβωρύχοι, 1964, του Νίκου Νικολαΐδη