Tuesday, February 26, 2013

Στον κήπο

Κάποιοι μεγάλοι δρόμοι, παραπέμπουν σε έρημη πόλη. Παρατημένη σε παρακμή. Πειραιώς, Ιερά Οδός, Αθηνών, Πέτρου Ράλλη. Εργοστάσια κλειστά, απέλυσαν τον κόσμο τους. Εργοτάξια παρατημένα στη μέση. Παλιά κτήρια που δεν ανακατασκευάστηκαν ποτέ και χάσκουν στο χρόνο και τον καιρό, διαλύονται, εδώ και δεκαετίες. Στους παράδρομους παρεμπόριο μετάλλων. Ζει κόσμος και κοσμάκης από τα σκουπίδια των άλλων. Ζουν, σχήμα λόγου. Παράλληλα αργοπέθαιναν, όταν καιγόντουσαν τα καλώδια στον Ελαιώνα, για να βγει ο χαλκός. Ένα τοξικό νέφος από την Εθνική μέχρι τον Ταύρο. Τίποτα δεν ελέγχεται, τίποτα δεν συνοδεύεται από χαρτιά νόμιμα. Κι’ όμως αγοράζεται και πωλείται. Μέρος του, εξάγεται λένε και κατόπιν επανεισάγεται βαφτισμένο. Τσάμπα χρήμα. Δωρεάν, αφορολόγητο.

Κλείνεις τα μάτια, ενώ η σκόνη σηκώνεται στον αέρα και κάθεται πάνω στα ρούχα σου. Σκυλιά αδέσποτα φυλάνε τις μάντρες και κυνηγάνε τα μηχανάκια. Οι Πακιστανοί και οι Ρομά, σουλατσάρουν περά δώθε και πιο κει οι κάτοικοι κουνάνε ειρωνικά το κεφάλι. Ειδικά, όταν πετροβολιούνται μεταξύ τους στην Πέτρου Ράλλη. Δεν τους θέλουν. Κρεμάνε ελληνικές σημαίες στα μπαλκόνια, σα θυμιατά. Τώρα με το μουσουλμανικό τζαμί, θα τους τρώμε στη μάπα όλη μέρα. Να το φτιάξουν στην Εκάλη, τι δουλειά έχει στη Σπύρου Πάτση; λένε.

Ο Θόδωρας από τη Δραπετσώνα, εμπειρογνώμονας ενός δικηγορικού γραφείου, είπε, ξερά, ξέρουν καλά τι κάνουν, θέλουν να διαλυθεί το σύμπαν. Το μόνο που βλέπω είναι πλιατσικολόγημα και λουκέτα. Μέρος μαύρου χρήματος που κυκλοφορεί, ξεπλένεται από τις εξαγορές ακινήτων των φαληρισμένων εταιρειών. Αγορεύει, μέσα σε ένα παρατημένο εργοστάσιο, που πτώχευσε κάποια χρόνια πριν και λεηλατήθηκε από αγνώστους. Κομμένα καλώδια, αποκολλημένα κουφώματα αλουμινίου, πεταμένα βαρέλια με χρώματα και διαλύτες. Καταγράφει τρεις, μεγάλες, μονωμένες, μαύρες δεξαμενές κι ένα φορτηγό παρατημένο, με την επωνυμία της επιχείρησης. Σε αυτό το υπόστεγο, δεν ζουν, ούτε ποντίκια. Απέναντι είναι ένα μεγάλο φανοποιείο Mercedes.

Στα γραφεία των συνεργείων καθαρισμού, φημολογείται ότι ζει ένας άστεγος. Λένε ότι κινείται στους διαδρόμους και στην ταράτσα. Το κτήριο έχει και κυλικείο. Δεν τον έχω δει με τα μάτια μου. Είναι λίγες οι φορές που βρέθηκα εκεί. Δεν έχει κάνει κρύο ακόμα, μόνο ατέλειωτη βροχή. Μερικές μέρες είναι σαν άνοιξη, καμία σχέση με πέρσι το χειμώνα. Κάποια στιγμή πιστεύω θα νικήσει η περιέργεια μου. Ένα μεσημέρι θα ψάξω τα κλιμακοστάσια, την ταράτσα, το βρωμερό μηχανοστάσιο. Θα αναζητήσω έστω ένα σημάδι της ύπαρξής του. Τέτοιος άνθρωπος είμαι.

Κατά καιρούς στο ζωολογικό κήπο του Λονδίνου, υπάρχει μια ταμπέλα που λέει ότι το ζώο κρύβεται, για τον άλφα ή βήτα λόγο. Χειμέρια νάρκη, αναπαραγωγή, κάτι το προφανές και λογικό. Στεγάζεται στα ενδότερα. Κάνεις δεν τόλμησε να το ψάξει, κανείς δεν μπήκε στον κόπο να αναρωτηθεί αν υπάρχει στ’ αλήθεια. Η κενή του θέση, μια θλιμμένη παρένθεση, η υπόσχεση ενός θαυμάσιου αγριμιού, που ποτέ δεν είδες. Οι κανόνες του πάρκου βλέπεις.

Εδώ δεν υπάρχουν περιφραγμένοι χώροι, είμαστε ελεύθεροι. Ελεύθεροι να έρθουμε και να φύγουμε. Ή δεν είμαστε; Μας ρουφάει η αποσύνθεση του τοπίου, τα μικρά κομμάτια που ξεκολλάνε, αργά από το όλο. Κι είναι βαριά η σκέψη, να δεις, άξαφνα, μεσ’ το σκοτάδι, δυο μάτια να σε κοιτάνε ευθεία. Σε αυτόν τον κήπο με τα ζώα, δεν έχει λυρισμό.

Η φωτογραφία από το site του metamatic:taf

Friday, February 08, 2013

Μαύρα πουλιά



Ένα διαβολεμένο σκνιπάκι με κυνηγάει. Θέλει απεγνωσμένα ν’ αυτοκτονήσει στο μοχίτο μου. Ντάξει, όχι και πολύ, το γιαπί, το πιλοφόρι, το μυστρί, διάθεση. Σε μια απελπισμένη προσπάθεια να πιω όλη την κάβα μου, τυχαία γεμάτη εδώ και καιρό με Αβάνα Κλάμπ, θέλησα να μυρίσω λίγο το ξεχασμένο καλοκαίρι. Ξέθαψα μια γλάστρα μέντα και αγόρασα λάιμ Βραζιλίας. Κανονικά θα έπρεπε να φτιάξω ντεμέκ καϊπιρίνια, αλλά δεν ήθελα. Βαράει άσχημα στο κεφάλι. Στη χώρα της φτώχειας, των κώλων και της σάμπα, έχει καρναβάλι τώρα. Κι ο Χριστός με ανοιχτά τα χέρια του, επ’ άπειρον, ατενίζει τα γαμήσια, τους μεθυσμένους και τη θάλασσα από ψηλά.

Πονοκέφαλος

Η Σία είχε βαρεθεί να γαμιέται με διανοούμενους. Ειδικά οι αριστεροί διανοούμενοι της έφερναν πονοκέφαλο. Ειδικά οι μεσήλικες, αριστεροί, διανοούμενοι. Όχι απλό βαρύ πονοκέφαλο, σα μέγγενη, αλλά αδυσώπητο, ύπουλο, απ’ εκείνους που ξεκινούν σα μια απλή αδιαθεσία και τελικά καταλήγουν να σε ρίχνουν οριζόντια στο κρεβάτι. Αν είχε ένα όπλο στο κομοδίνο, ορκιζόταν ότι θα τίναζε τα μυαλά της στον αέρα, ειδικά κάτι Παρασκευές βράδυ που φύσαγε. Η μουσική μνήμη του Γκαϊφύλλια και του Μεράντζα, είχαν αρχίσει να της πριονίζουν το νευρικό σύστημα.
Στο λιμάνι, από μακριά, είδε και το Δημήτρη και το Γιάννη. Λαϊκά παιδιά από τη Νίκαια και τον Κορυδαλλό, που στέκονταν στην πρώτη γραμμή. Έριξε ένα νόμισμα στην άδεια παλάμη της. Γράμματα, Δημήτρης.
Ρε συ Δημήτρη, έλα από το σπίτι το μεσημέρι, να πιούμε κάτι, μου έχει στείλει και χορτόπιτα η μάνα μου από το χωριό. Θέλω ειλικρινά να μου πεις την οπτική σου για τα γεγονότα, που βλέπεις να πηγαίνει το πράγμα;
Αγόρασε ένα 6άρι πακέτο  προφυλακτικά από το περίπτερο και ένα δίλιτρο χύμα κρασί αγιωργίτικο από το μπακάλη της γειτονιάς. Στο περίπτερο εισέπραξε το γεμάτο μίσος βλέμμα μια νοικοκυράς, ίσως και μικρότερής της στην ηλικία. Όσοι δεν γαμιούνται, μισούν τους υπόλοιπους, με μια απερίγραπτη οδύνη, μια ξέχειλη αηδία, μια απύθμενη αδικαιολόγητη καταφρόνια.
Το κουδούνι  χτύπησε στη μία το μεσημέρι. Κατά τις έντεκα το βράδυ άναψε τσιγάρο, στο διάδρομο του υπνοδωματίου ήταν πεταμένος και τσαλακωμένος ο Ριζοσπάστης. Όλη αυτή η θολούρα κι ο πονοκέφαλος, της είχαν πια περάσει.

Στις καριόλες φρένο

Στον Άρη δεν άρεσαν τα ξέκωλα. Του άρεσαν οι μελαχροινές γοητευτικές γυναίκες και οι όμορφα διατυπωμένες θεωρίες για τις σχέσεις. Ξέρεις, αν δεν γαμήσεις πολλές γυναίκες νεαρός και δεν χορτάσεις μουνί, μεγαλώνοντας παρουσιάζεις δείγματα μαλακισμένης συμπεριφοράς. Μάλιστα. Έτσι ακριβώς.
 Όχι ότι δεν είχε πονέσει κι αυτός, αλλά το είχε αποδεχτεί, στο βαθμό που η λησμονιά του προσέφερε πια, μια σχετική ασφάλεια. Μου έλεγε ένα βράδυ στον Κρητικό, δε θυμάσαι το φίλο μας από την Κέρκυρα, που έλεγε ότι δέχεται όσα του δίνει η ζωή, σα δώρο; Ε, ναι και ότι το σεξ είναι κάτι σαν τον σολωμό, πρέπει να τον τρως αραιά για να μη τον βαρεθείς. Του είχα πηδήξει τη γκόμενα που γυρόφερνε, στα γραφεία του κόμματος, ένα βράδυ που ήμουνα τύφλα. Δεν είχα τύψεις, όποιος πρόλαβε τον κύριο οίδε εκείνα τα χρόνια. Κι έπειτα θυμήθηκα μια φίλη, που μου είπε ότι τη ρώτησε ένα βράδυ, να χύσω στο στήθος σου; O μαλάκας. Καθόλου τύψεις δεν είχα.
Ο Άρης ήξερε να συνταιριάζει ωραίες λέξεις, σε ανυπέρβλητα νοήματα. Αυτό αρέσει στις γυναίκες. Αρέσει σε όλους, γενικότερα. Χωρίς φουλάρια και την αριστερίστικη φλωριά των υπολοίπων, είχε ένα τρόπο με τους ανθρώπους. Ευθύ και ζεστό, μάλλον αληθινά φιλικό. Σε ένα περιβάλλον από περήφανα κοκοράκια γεμάτα στόμφο, έκανε μια σχετική εντύπωση. Ύστερα έπινε πολύ και ψιθύριζε τραγούδια. Όλοι αγαπάνε τον άνθρωπο που σιγοτραγουδάει πάνω από το ποτήρι του.
Τον τελευταίο καιρό του είχε κολλήσει η φράση, στις καριόλες φρένο, από μια ταινία που είχαμε δει παλιότερα. Συνέπεσε με το γεγονός ότι είχε αρχίσει να βγαίνει με μια γκόμενα που του άρεσε πολύ και τον ζόριζε ελάχιστα, τόσο όσο να μη χάνει το ενδιαφέρον του. Βόλτες και θέατρα και ταβερνάκια και πέρα δώθε στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ξέρεις τώρα ‘συ.
Ήταν στη φάση που περίμενε να του δώσει τα κλειδιά του σπιτιού της. Έπειτα μπορεί να σκεφτόταν ένα ταξίδι στην Ανατολή και το καλοκαίρι, δεν θα αργούσε πολύ ακόμα. Αχνά, του πέρναγε από το μυαλό ότι είχε βρει κάπου να σταθεί. Να πάρει μια ανάσα. Τις νύχτες ακουμπούσε την ιδρωμένη πλάτη του στο στήθος της, νιώθοντας μια σχετική ασφάλεια.

Είναι ώρα τώρα, που έχω πιει τα πάντα. Με τα χέρια ορθάνοιχτα, στέκομαι πάνω στο πεζούλι του μπαλκονιού μου, καταχείμωνο, σαν το Χριστό. Το ποτήρι σπασμένο χάμω χάσκει, με τα παγάκια διασκορπισμένα τριγύρω. Κοιτάω στο βάθος της νύχτας, τα φώτα στον ορίζοντα, τη θάλασσα, τους κώλους από μνήμης, πέντε ιδεολογικές γραμμές και τα βάσανα της γενιάς μου. Θεωρίες, θεωρίες, θεωρίες κι απόπατος. Το σκοτάδι είναι πηχτό και οι γάτες ουρλιάζουν να ζευγαρώσουν. Οι φίλοι μου, είναι μαύρα πουλιά. Ζαλίζομαι, θα πέσω, θα πέσω πάνω στα βρεγμένα γυαλιά της εποχής.