Saturday, September 18, 2010

Τα πιάνα γκρεμίστηκαν


Θυμάμαι

Θυμάμαι πόσο περίμενες τους αποκριάτικους χορούς. Ένα αληθινό κοινό για το ταλέντο σου, που φρέσκο, γεμάτο όραμα, είχε αριβάρει από μια χώρα μακρινή. Εκεί, σκληρή δουλειά, αγαμία και στερήσεις. Εδώ, ατέλειωτες ώρες μοναξιάς πάνω απ’ το πιάνο.
Οι καιροί ήταν δύσκολοι, τα κρατικά κονδύλια δεν φρόντιζαν την τέχνη, σκόρπιζαν σε τσέπες ιδιοτελών σφουγγοκωλάριων. Ατιμίες σε μια χώρα που την πνίγει η σκόνη. Επιτέλους, μια ευκαιρία να σε ακούσουν εκείνοι που διαθέτουν όλη τη δύναμη στα χέρια τους. Επιτέλους δικαίωση.

Τα πιάνα

ο πατριάρχης θα κατασκεύαζε το τρένο των οροπεδίων...για να σταματήσει το αίσχος των τρομοκρατημένων μουλαριών στις άκρες των γκρεμών που κουβαλούσαν με δυσκολία πιάνα με ουρά για αποκριάτικους χορούς στις καφεφυτείες, γιατί εκείνος είχε δει την καταστροφή των τριάντα πιάνων με ουρά που κομματιάστηκαν σε μια άβυσσο και για τα οποία είχαν πει και είχαν γράψει πολλά, ως και στο εξωτερικό, παρόλο που μόνο εκείνος μπορούσε να δώσει μια αληθινή μαρτυρία, είχε βγει στο παράθυρο κατά τύχη ακριβώς τη στιγμή που γλίστρησε το τελευταίο μουλάρι και παρέσυρε τα υπόλοιπα στην άβυσσο, έτσι ώστε κανένας άλλος δεν είχε ακούσει το τρομαγμένο ουρλιαχτό από το κοπάδι που γκρεμιζόταν και την ατέλειωτη συγχορδία των πιάνων που έπεφταν μαζί του παίζοντας απο μόνα τους μες στο κενό, καθως γκρεμίζονταν προς το βαθος μιας πατριδας που τότε ήταν όπως όλα πριν απο εκείνον, απέραντη και αβέβαιη, ως το σημείο που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς αν ήταν μέρα ή νύχτα μέσα στο αιώνιο λυκόφως με ομίχλη απο ζεστό ατμό στις βαθιές χαράδρες όπου είχαν κομματιαστεί τα αυστριακής προέλευσης πιάνα...
Το τρομαγμένο ουρλιαχτό απο το κοπάδι που γκρεμιζόταν.
H ατέλειωτη συγχορδία των πιάνων που έπεφταν μαζι, παίζοντας απο μόνα τους, μες στο κενό.

Επίλογος

Θα περιμένεις ακόμα στην καφεφυτεία, τα πιάνα, μαζί σου και η αμήχανη ορχήστρα. Μα δεν λυπάμαι για σένα, που θα σχολάσει πρώιμα αυτή η δουλειά. Θα με κατηγορήσεις για αυτό που μόλις είπα, το ξέρω, αλλά εσύ έχεις καιρό, έχεις το χάρισμα.
Λυπάμαι για τα παιδιά, που ξεβράκωτα περίμεναν τη μεγαλη γιορτή. Τις συγχορδίες από τ’ αυστριακά πιάνα να ντύσουν τη γύμνια της φυτείας του καφέ. Δούλοι στη μοναξιά των υψιπέδων, όπου μόνο σε τέτοιες περιστάσεις ακούγονται εξαίσιες μουσικές. Είχες την ευκαιρία για ένα κοινό αγνό, άμαθο σε τέτοια τύχη, ικανό να ακούσει σε σένα το θεό που κατέβηκε να τους ευλογήσει, απρόσμενα, στη μέση ενός χαμένου κόσμου. Ξετσίπωτη πολυτέλεια και θαύμα μαζί.
Κι’ ύστερα τι μήνυμα να στείλω και πως θα φτάσει έγκαιρα; Έκατσα και έγραψα πάνω σε κάτι κιτρινισμένες σελίδες δυο αράδες.
Ο αποκριάτικος χορός φέτος δεν θα γίνει.
Τα πιάνα γκρεμίστηκαν στο βάθος μια πατρίδας αβέβαιης.
Μην περιμένεις άλλο. Το μέλλον αργεί.
Γύρισε πίσω.

Friday, September 10, 2010

Στο βάθος


1
Η Α κάποτε ήταν αδύνατη. Όταν ήταν νέα. Τώρα δεν είναι φυσικά μεγάλη, τριανταφεύγα θα’ναι, αλλά τι σημασία έχει, το στόμα έχει την τρομακτική ιδιότητα να συγκρατείται μόνο από ορισμένους ανθρώπους. Από άλλους όχι. Δεν. Είναι από μόνο του μια αδηφάγα μηχανή, ανεξέλεγκτη. Λυπούνται και τρώνε, χαίρονται και τρώνε, πίνουν και τρώνε, δεν γαμιούνται και τρώνε, σοκολάτες, ότι να’ ναι. Έτσι είναι αυτά.
Ύστερα προβάλλεται με κάποιο μαγικό τρόπο στο εγώ τους, η προσωπικότητα και το περιεχόμενο, ένα περιεχόμενο φαντασιακά πλήρες. Μονολογούν, εμένα δε με νοιάζει η επακριβής εμφάνιση μου. Είμαι διαβασμένη, θέτω ερωτήματα, παρακολουθώ ροκ συναυλίες, πολύ σινεμά, αγαπώ τον εαυτό μου, ως έχει. Ο καθρέφτης ξεχειλίζει με το είδωλο της, αλλά ως δια μαγείας δεν είναι εκείνη, η ίδια, βλέπει μια εικόνα θολή, αδιευκρίνιστη, έτσι στα γρήγορα το μάτι την προσπερνά και γυρίζει την πλάτη της, χωρίς να σκεφτεί ιδιαίτερα. Ποιος έχει χρόνο για εικόνες άλλωστε σε ένα σύμπαν εικονοκλαστικό; Μόνο για ‘συναισθήματα’, που τι περίεργο, όσο χαλάει η εικόνα τόσο γίνονται πιο στραβά, ανόρεχτα και ιδιότυπα. Λες και η εικόνα, η αποδοχή της εικόνας, είναι το χέρι που σε κρατά στην επιφάνεια των πραγμάτων, σωσίβιο απ’ ένα δήθεν πάτο.

2
Ο Β κάποτε ήταν γεμάτος, γεμάτος και αγύμναστος. Στενές πλάτες, κοιλίτσα. Νόμιζε ότι αυτό ήταν η φανερή του αποτυχία. Θυμάμαι ότι ήταν περίεργος με τα κορίτσια, αλλά σίγουρα δεν έφταιγε το σώμα του. Άλλοι πολύ χειρότεροι σημείωναν μεγάλη επιτυχία. Έτσι γυμνάστηκε, γυμνάστηκε μέχρι αηδίας. Σε χρόνους που τον βάρυνε ιατρική οικογενειακή μιζέρια και θανατικό. Δύσκολη περίοδος. Έβαλε ένα στοίχημα με τη ζωή και το κέρδισε είπε, για δες, κοιλιακοί για τρίλιζα και στα έξτρα μια αποτρίχωση, γιατί αλλιώς πως να προσέξεις το γραμμωμένο σώμα. Ξεκάθαρα Το σώμα.
Η πρώτη κουβέντα όταν συναντούσε κάποιον απ’ τα παλιά, δεν ήταν ίσως κλασικές επιτυχίες που είχε αρκετές, πολιτικές αυταπάτες ή επαγγελματικά όνειρα, ήταν η δήλωση, δεν είμαι όπως με θυμάσαι, έχω γυμναστεί πολύ.

3
Ένα ζεστό απόγευμα στη Ρώμη, άκουσα την πια βαριά ψυχαναλυτική δήλωση για το φαγητό που μέχρι σήμερα μπορώ να μαρτυρήσω αυτήκοα.
‘Αν χάσω βάρος, θα αλλάξω, θα γίνω σαν εσάς, θα συγκρίνομαι πλέον μαζί σας και ύστερα η όποια αποτυχία μου που τώρα είναι ανεκτή λόγω κιλών, θα με οδηγήσει σε απελπισία. Δεν θα υπάρχει καμία, μα καμία δικαιολογία για τη στραβή μου τύχη’. Απελπισία. Κι’ έπειτα τι να πει κανείς, όχι δεν είναι έτσι ή μην αναμασάς φτηνές δικαιολογίες;
Κυκλοφορούσε δυστυχώς και ο Δήμιος του Έρωτα του Γιάλομ, δεν ήταν απίθανο να διαβάσει τη Χοντρή κυρία.
Σκέφτηκε πως είχε ξεφορτωθεί ένα ολόκληρο σώμα: είχε χάσει σαράντα κιλά και στο γραφείο υπήρχε μια συνάδελφος που ζύγιζε τόσο. Και τότε φαντασίωνε πως θα ήταν να έκανε νεκροψία και να κήδευε αυτό το ‘σώμα’ που είχε ξεφορτωθεί. Πάντα λαχταρούσε το σεξ και θύμωνε που η στάση της κοινωνίας προς τους παχύσαρκους την καταδίκαζε σε σεξουαλική ματαίωση. Μόνο τώρα που πλησίαζε ένα σωματικό βάρος που θα επέτρεπε να της γίνουν κάποιες σεξουαλικές προσκλήσεις, μόνο τώρα που τα όνειρα της ήταν γεμάτα με απειλητικά αντρικά πρόσωπα, αναγνώρισε πόσο πολύ φοβόταν το σεξ.

4
Δουλεύουμε σε τόσα επίπεδα την εξέλιξη μας, εικόνα, συναίσθημα, σεξουαλικότητα, λογική, πνεύμα, που η απαρχή πνίγεται σε ένα πηγάδι γεμάτο με πτώματα που αποσυντίθενται. Τα χαμένα μας κιλά, τα κερδισμένα μας σώματα, η νιότη, τα φτηνά πλασαρισμένα πρότυπα, οι φωτογραφίες που αποτύπωσαν το χάλι ή το σφρίγος, τι βλέπουν οι άλλοι, η λαγνεία που σου ανήκει, η λαγνεία που δε θα σου αξιωθεί ποτέ, τι πετάμε, τι πεισματικά κρατάμε με τα νύχια μας.
Ποιος βρίσκεται πίσω από το πρόσωπο σου; Με φρίκη ίσως καταλάβεις απότομα ότι το πρόσωπο σου δεν είσαι εσύ,
το σώμα σου όμως είσαι.