Θυμάμαι
Θυμάμαι πόσο περίμενες τους αποκριάτικους χορούς. Ένα αληθινό κοινό για το ταλέντο σου, που φρέσκο, γεμάτο όραμα, είχε αριβάρει από μια χώρα μακρινή. Εκεί, σκληρή δουλειά, αγαμία και στερήσεις. Εδώ, ατέλειωτες ώρες μοναξιάς πάνω απ’ το πιάνο.
Οι καιροί ήταν δύσκολοι, τα κρατικά κονδύλια δεν φρόντιζαν την τέχνη, σκόρπιζαν σε τσέπες ιδιοτελών σφουγγοκωλάριων. Ατιμίες σε μια χώρα που την πνίγει η σκόνη. Επιτέλους, μια ευκαιρία να σε ακούσουν εκείνοι που διαθέτουν όλη τη δύναμη στα χέρια τους. Επιτέλους δικαίωση.
Τα πιάνα
ο πατριάρχης θα κατασκεύαζε το τρένο των οροπεδίων...για να σταματήσει το αίσχος των τρομοκρατημένων μουλαριών στις άκρες των γκρεμών που κουβαλούσαν με δυσκολία πιάνα με ουρά για αποκριάτικους χορούς στις καφεφυτείες, γιατί εκείνος είχε δει την καταστροφή των τριάντα πιάνων με ουρά που κομματιάστηκαν σε μια άβυσσο και για τα οποία είχαν πει και είχαν γράψει πολλά, ως και στο εξωτερικό, παρόλο που μόνο εκείνος μπορούσε να δώσει μια αληθινή μαρτυρία, είχε βγει στο παράθυρο κατά τύχη ακριβώς τη στιγμή που γλίστρησε το τελευταίο μουλάρι και παρέσυρε τα υπόλοιπα στην άβυσσο, έτσι ώστε κανένας άλλος δεν είχε ακούσει το τρομαγμένο ουρλιαχτό από το κοπάδι που γκρεμιζόταν και την ατέλειωτη συγχορδία των πιάνων που έπεφταν μαζί του παίζοντας απο μόνα τους μες στο κενό, καθως γκρεμίζονταν προς το βαθος μιας πατριδας που τότε ήταν όπως όλα πριν απο εκείνον, απέραντη και αβέβαιη, ως το σημείο που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς αν ήταν μέρα ή νύχτα μέσα στο αιώνιο λυκόφως με ομίχλη απο ζεστό ατμό στις βαθιές χαράδρες όπου είχαν κομματιαστεί τα αυστριακής προέλευσης πιάνα...
Το τρομαγμένο ουρλιαχτό απο το κοπάδι που γκρεμιζόταν.
H ατέλειωτη συγχορδία των πιάνων που έπεφταν μαζι, παίζοντας απο μόνα τους, μες στο κενό.
Επίλογος
Θα περιμένεις ακόμα στην καφεφυτεία, τα πιάνα, μαζί σου και η αμήχανη ορχήστρα. Μα δεν λυπάμαι για σένα, που θα σχολάσει πρώιμα αυτή η δουλειά. Θα με κατηγορήσεις για αυτό που μόλις είπα, το ξέρω, αλλά εσύ έχεις καιρό, έχεις το χάρισμα.
Λυπάμαι για τα παιδιά, που ξεβράκωτα περίμεναν τη μεγαλη γιορτή. Τις συγχορδίες από τ’ αυστριακά πιάνα να ντύσουν τη γύμνια της φυτείας του καφέ. Δούλοι στη μοναξιά των υψιπέδων, όπου μόνο σε τέτοιες περιστάσεις ακούγονται εξαίσιες μουσικές. Είχες την ευκαιρία για ένα κοινό αγνό, άμαθο σε τέτοια τύχη, ικανό να ακούσει σε σένα το θεό που κατέβηκε να τους ευλογήσει, απρόσμενα, στη μέση ενός χαμένου κόσμου. Ξετσίπωτη πολυτέλεια και θαύμα μαζί.
Κι’ ύστερα τι μήνυμα να στείλω και πως θα φτάσει έγκαιρα; Έκατσα και έγραψα πάνω σε κάτι κιτρινισμένες σελίδες δυο αράδες.
Ο αποκριάτικος χορός φέτος δεν θα γίνει.
Τα πιάνα γκρεμίστηκαν στο βάθος μια πατρίδας αβέβαιης.
Μην περιμένεις άλλο. Το μέλλον αργεί.
Γύρισε πίσω.
