2011
Χτύπησε η πόρτα. Μπήκε, πέταξε τη ζακέτα στον καναπέ. Το σπίτι μου ήταν ζεστό. Πάντα είναι. Φιλόξενο. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο, έβαλε παγάκια σε ποτήρι κοντό. Το μπουκάλι με το ουίσκι τελειωμένο, μπιμπελό στο ράφι. Ήπιε τζιν. Δεν ήθελε τόνικ. Δεν είχα ούτως ή άλλως. Έκατσε, σταύρωσε τα πόδια, λίγο ανοιχτά, έβλεπα την κυλόττα της, σχεδόν, με ψιλοέπιασε κάτι, μια μικρή ένταση, χαμηλά, αργότερα θα καύλωνα κι' άλλο, γι’αυτό είναι οι φίλοι, γιατί όχι,
μίλησε.
Είπε θα έρθει δώδεκα ακριβώς. Τα μεσάνυχτα. Ήταν του Αγίου Δημητρίου. Γιόρταζε ο πατέρας του είπε. Όλη τη βδομάδα στο σεμινάριο φλερτάραμε χοντρά. Δεν είχα όρεξη γενικά, είχα τις κακές μου, δεν μου πολυάρεσε, σκληρή φάτσα, μου φάνηκε και κάφρος στην αρχή, αλλά είχε ένα χοντροκομμένο χιούμορ που το γούσταρα. Παρακάτω, αυτά που έλεγε άρχισαν να με φτιάχνουν. Ύστερα με πήγε σε αυτή την παρακμιακή καφετέρια στην Καλλιθέα, δίπλα σε πουτάνες και αλογομούρηδες να πιούμε μια μπύρα. Τους σχολιάζαμε και γελάγαμε. Ενδιάμεσα είχε βάλει το χέρι του κάτω από τη μπλούζα μου, μου είχε κατεβάσει το σουτιέν, μου χάιδευε τις ρώγες, με κοίταγε στα μάτια και χαιρόταν, που είχαν κοκκινίσει τ’ αυτιά μου απ’ τη ντροπή. Μας κοίταγαν οι γύρω, πουτάνες, σκυλομούρηδες, αλογομούρηδες ανεξαιρέτως και διαδοχικά. Ζήλεψα το γρέζι της μορφής τους, τις πράσινες λαμέ μπλούζες, τα μυτερά σκαρπίνια.
Πάρε μπισκότα και κακάο είπε στο τηλέφωνο, αν δεν κάτσει η φάση να φτιάξουμε γλυκό ψυγείου. Το βούτυρο το ξέχασε, εγώ πάλι όχι, είχα δει πρόσφατα το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι. Μιλήσαμε ούτε δέκα λεπτά, δώδεκα και δέκα πετάχτηκαν το εσώρουχα στο πάτωμα, άρχισε ο αγώνας, σώμα με σώμα, μιλάγαμε, γαμιόμασταν, τον ατελείωτο, ποιος θα τελειώσει τελευταίος, τι σόι άνθρωποι ήμασταν, μας πως βρεθήκαμε εμείς οι δυο, περνάει ο χρόνος πάνω στο βρεγμένο σεντόνι, άνοιξαν οι κάνουλες της σάρκας, με νιώθω και δε με αναγνωρίζω, δυο τέρατα πάνω σε άσπρο φόντο, με έφτυσε στα μούτρα, με είπε πουτανή και καργιόλα, τον είπα γαμιά, τρεις παρά δεν αντέχω άλλο, νίκησες, πάνω στον σπασμό μου, παραδίδω τα όπλα μου, εσύ είσαι ο βασιλιάς μου. Ο βασιλιάς δεν έχυσε εκείνο το βράδυ, αποκοιμήθηκε τον ύπνο του εργάτη της αρχαϊκής έλξης, που δεν έχει εξηγήσεις και λόγιες εκφράσεις, δεν έχει αύριο και μεθαύριο, έχει μια γεύση τρικυμίας στα χείλη, μια ονειραυγή προοπτικής, μια αιώνια κατραπακιά κατακούτελα.
2004
Χτύπησε η πόρτα. Μπήκε, πέταξε το παλτό της στον καναπέ. Το σπίτι μου ήταν ζεστό. Φιλόξενο. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο, έβαλε παγάκια σε ποτήρι κοντό. Το μπουκάλι με το ουίσκι μισοτελειωμένο, έριξε τρία δάκτυλα. Έκατσε, σταύρωσε τα πόδια, λίγο ανοιχτά, έβλεπα την κυλόττα της, σχεδόν, με ψιλοέπιασε κάτι, αργότερα θα καύλωνα κι' άλλο, γι’αυτό είναι οι φίλοι, γιατί όχι άλλωστε,
είπε.
είπε.
Μιλάγαμε για τον Επιστάτη του Πίντερ. Μου είπε ότι η παράσταση ήταν φόλα. Ύστερα έσερνα σιγά σιγά τη συζήτηση στον έρωτα, όχι στο έρωτα δηλαδή, στο πήδημα. Ήθελα μια αγκαλιά αυτό το βράδυ, πως θα την κέρδιζα αλλιώς. Δε με ένοιαζε ο τρόπος, ούτε το τίμημα, θα έπαιρνα κάθε ρίσκο. Στο σεξ, εκεί καταλήγουν όλα είπε. Είχε ένα χιούμορ εκλεπτυσμένο. Δεν χρησιμοποιούσε λέξεις όπως γκόμενα, πούτσος, γαμήσι. Το νόημα πλήρες, όμως οι λέξεις προσεγμένες. Συζητάγαμε για πράγματα που μας ενδιέφεραν και τους δύο. Άρχισα να νιώθω μια έξαψη. Η συζήτηση κάπως πήγε στον Αγγελόπουλο, όχι στο Μανώλη, στο Θόδωρο. Άρχισε να κανιβαλίζει το είδωλό του, τη νέα ταινία που έχει θέμα την κρίση, κοροϊδεύαμε τους ρυθμούς του, την απουσία πάθους, πως θα ήταν το σκληρό σεξ σε μια σκηνή με μονοπλάνο. Ίχνη σπέρματος πάνω στη σκελέα του πολεμιστή, που περπατάει αργά στην αχνοφέγγουσα ομίχλη μπροστά από το κανόνι της Ύδρας. Ένας άντρας είναι ικανός να ξεπουλήσει στα λόγια ακόμα και τη μάνα του για να σε ρίξει. Απορώ πως δεν μου είπε ότι η Αριστερά είναι τελειωμένη υπόθεση. Θα είχε καταλάβει ότι δεν πίστευα εύκολα στα οράματα. Ίσως δεν μιλήσαμε για πολιτική. Λογικό. Δώσαμε ραντεβού στο Λώρα. Ή νύχτα ήταν παγωμένη. Δε θυμάμαι να με γοήτευσε στην αρχή, μου φάνηκε κάπως της λεπτομέρειας, είχε όμως μια αμηχανία αβάστακτα γλυκιά, μια ανασφάλεια οικεία, ήθελα να τον ακούω να μου μιλάει, να τον πειράζω. Έπινα τα ποτά και γέλαγα, είχα μια σκοτεινιά και μια λάμψη στα μάτια, έλεγε αυτός, αντάμα σκοτάδι και φως, σαν ηρωίδα ταινίας. Τι θα έλεγε. Έκανε να με πιάσει από τη μέση, ξέφυγα, ύστερα μου άγγιξε το γυμνό γόνατο πάνω απ’ τη μπότα. Φιληθήκαμε, δέκα ποτά μετά στο κρεβάτι του, γεμάτος άγχος, έξω απ' τα νερά μου και'γω, τρεμουλιαστά τα σώματα σαν χορδές, επαναλαμβανόμενα λόγια τρυφερά, σχεδόν ενοχλητική η επανάληψη τους. Όλα τελείωσαν γρήγορα, πιάστηκα σαν να μην υπήρχε αύριο στην αγκαλιά του σαν μικρό παιδί, εκείνη τη στιγμή ήταν για μένα ο κόσμος όλος και μάνα και πατέρας και ελπίδα, έπρεπε να ζήσω, να πάρω λίγη αγάπη, όλα ήταν σωστά κι’ ας ήταν τόσο λάθος, δάκρυσα και άγρυπνη με βρήκε το ξημέρωμα.
Είναι πιθανό να μπέρδεψα τις χρονολογίες, το ίδιο κι’ εκείνη, τι σημασία έχει, τι σημασία έχει όταν είσαι νοερά εκεί, εκείνη θ' αγκαλιάζει την αγάπη κι εγώ είμαι εκεί να την ακούω, πάντα.
Φωτογραφία Sally Mann






