Wednesday, July 13, 2011

Κομμάτια η στιγμή


Χτυπάει το τηλέφωνο. Τη βλέπω πως το κοιτάει με τρόμο. Σιχαίνομαι τον τρόμο στα μάτια της. Βρίσκεται σε ένα νόστιμο καφέ στο Παρίσι και πίνει. Πάντα όταν κάτι πάει στραβά πνίγει την αναμονή σε αλκοόλ. Το πρωί περπατούσε στη Mονμάρτη σα χαμένη, άψυχη. Τι κρίμα. Βλέμμα από τη Sacré-Cœur ως το πουθενά.

Εκείνος τηλεφωνεί από τα σύνορα με την Ισπανία, κάπου κοντά στην Tarragona. Είναι πάνω στη μηχανή. Φυσάει οκτώ μποφόρ, κλαδιά και ριπές ανέμου παίζουν ρώσικη ρουλέτα με την πάρτη του. Έρχεται απ’ το Μαρόκο. Μακρύ ταξίδι. 

Ήταν με την άλλη. Πριν ξεκινήσει, παράτησε τη μία για την άλλη. Η άλλη είναι η παλιά. Όχι ότι έχει σημασία, ψυχανάλυση εδώ δεν κάνουμε. Η άλλη είναι η όμορφη, αλλά της λείπει πνεύμα και πάθος. Η μία είναι μόλις ένα και εβδομήντα κοντή, έτσι τη λέει και επικίνδυνη, πρέπει να της βρει κάποιο ψεγάδι, τι άλλο να της προσάψει. Δεν είναι κλασικά όμορφη, απ’ αυτές που όταν τις χαζεύεις στο δρόμο αναρωτιέσαι την προέλευση του κόσμου, έχει όμως μια παρουσία που σαρώνει στο πέρασμα της, έναν αέρα κινηματογραφικό. Έχει κάτι, το κάτι άλλο. 

Μη δίνετε σημασία στα παραπάνω, μπορούν να παραλλαχθούν για πολλές γυναίκες, για πολλά τρίγωνα, για όποια γωνιά φωλιάζει το δεν ξέρω τι έχω, δεν ξέρω τι θέλω, είμαστε όλοι σάκοι του μποξ που αντέχουν να καταπίνουν τις γροθιές στο υπογάστριο, χωρίς θάνατο.

Σα να ακούω τη φωνή του μέσα από το ακουστικό. Έλα σήμερα στη Νότια Γαλλία να με βρεις, όπου βολεύει, Aix, Nice, Cannes, ή όπου γλείφει η εθνική τις ακτές της Μεσογείου.

Τρέχει στο σταθμό Gare de Lyon, χωρίς δεύτερες σκέψεις, βγάζει εισιτήριο για τη Νίκαια, όμως πρέπει να κατέβει νωρίτερα, δεν προλαβαίνουν να βρεθούν αν το καθυστερήσουν κι’ άλλο. Στο Saint-Raphaël, εκεί. Αργότερα θα το μετανιώσει, δεν είδε τίποτα σημαντικό πέρα από τις στέγες της Μασσαλίας και αγρούς σπαρμένους με λουλούδια στην Προβηγκία. Είναι άνοιξη. Αργότερα φυσικά θα μετανιώσει για πολλά πράγματα. Σκληρό ταξίδι με το TGV, ίσως προς το γκρεμό. ''Αέρας, βροχή και ένα πρόβλημα στο πίσω λάστιχο λίγο έλειψαν να με ρίξουν σε μια χαράδρα, κι' εσύ καρφωμένη στη σκέψη μου.'' Ασφυξία. Χωρίς να ξέρει γαλλικά προσπαθεί να μάθει για το νότο. Μιλάει με ένα Bon Vivant άψογα ντυμένο, φοράει κουστούμι μπεζ κι ένα μεταξωτό φουλάρι, πίνει τον καφέ του στην πρώτη θέση. Θα της πει για τον προορισμό της, το χωριουδάκι των καλλιτεχνών και του Πικάσο. Αυτός θα κατέβει Μονακό, που αλλού. Οι μεγάλοι άντρες με χάρη και ωραίο λέγειν την ηρεμούν. Όταν η γλώσσα στέκεται πια ανάμεσα τους σα φράχτης χαιρετά ευγενικά και φεύγει. Τι να του πει άλλο, δεν μπορεί, ντρέπεται που άνοιξε συζήτηση χωρίς να ξέρει έστω τα βασικά. Θα την πέρασε για περίεργη, όχι ασυνήθιστο. Στοίχημα.

Το ξενοδοχείο είναι δίπλα στην προκυμαία. Σκούρος γρανίτης στρωμένος τους ξύνει τις σόλες. Θα κάνουν έρωτα πριν το φαγητό και μετά το φαγητό. Εκείνος συνήθως γαμάει. Όμως όταν είναι συναισθηματικά ταραγμένος, όταν είναι ευάλωτος, κάνει έρωτα. Τι σημασία έχουν όλα αυτά πια; Στο τραπέζι μια παράξενη σιωπή, άρρωστη, οι λέξεις πιο βαριές από ποτέ, τι να συζητήσουν άλλωστε. Θα της πει ότι του έλλειψε, ότι το όραμα της του βασάνιζε τον ύπνο και το ξύπνιο, ότι έπρεπε να τη δει. Εκείνη τρέμει από τον πόνο, καμιά φορά τα σωστά λόγια στο λάθος χρόνο είναι σκληρότερα από μαχαιριές στην πλάτη.

Στο κρεβάτι κολλάει πάνω του, κάνει πως κοιμάται με το δάκτυλο του στο στόμα, του μετράει τους κουρασμένους σφυγμούς. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μίγμα έρωτα, πάθους και προδοσίας να πήζει το αίμα, ε  το έζησε τη νύχτα αυτή, μεταξύ θάλασσας και γαλλικής εξοχής. Χαράματα κάθεται πάνω στο εξαντλημένο σώμα του, να πάρει ξανά ότι νόμιζε για χαμένο. Το σώμα ξυπνά απέναντι στο σπαραγμό, στον καθαρό πόθο, γιατί το σώμα πάντα γνωρίζει την αλήθεια, αυτή που όλοι προσπερνούν.

Θα χωρίσουν στη διασταύρωση. Εκείνος προς Σιέννα, εκείνη προς Παρίσι.
Γυρίζει απότομα και τον κοιτάει στα μάτια.
-Θέλω τα 50 ευρώ για το δωμάτιο, μη το ξεχάσεις.
Σιωπή.
Κομμάτια η στιγμή.
Τον βλέπει να φεύγει βιαστικά. Βάζει στην τσέπη το χαρτονόμισμα και το τσιγάρο στο στόμα.
Ένα τραίνο την περιμένει στο σταθμό.

Φωτογραφία Henri Cartier Bresson, Ile de la Cité, Paris, 1952.





9 comments:

Σκληρο-Πυρηνικός Φυσικός said...

Βαθύ, άμεσο, ειλικρινές, ποιητικό...
Εξαιρετικό.
Θα ήθελα πολύ να μάθω αν είναι βασισμένο σε βίωμα, ή αν απλά είναι μυθοπλασία.
Όπως και να 'χει, ήταν αριστουργηματικό.

Narabuko said...

soundtrack: diamonds and rust - Joan Baez

Anonymous said...

αν η απουσία γεννάει τέτοια, να λείπετε συχνά

ΚΚΜοίρης

vague said...

Χα, έξοχο γκρέμισμα τα λεφτά.
Έξοχο και το κείμενο, ως συνήθως. :)

autre said...

ποιός κερδίζει;

Anonymous said...

Το σώμα ξυπνά απέναντι στο σπαραγμό, στον καθαρό πόθο, γιατί το σώμα πάντα γνωρίζει την αλήθεια, αυτή που όλοι προσπερνούν.................//
a p. by

Anonymous said...

Γράψε καλύτερα για την Κολοπετινίτσα, το Κοπανάκι Τριφυλίας και τη Βόνιτσα. Πού έμαθες την Αιξ τη Νίκαια και τις Κάννες ρε βλαχαδερό;

Anonymous said...

Ναι είναι αληθινή η ιστορία.
Ναι στο σάουντρακ.
Να λείπω.
Νομίζω όλοι χαμένοι είναι.
Α p.by δεν ξυπνά;
Ανώνυμε γνωριζόμαστε από κάπου, μάλλον δε με ξέρεις για να με λες βλαχαδερό, οπότε δε σε συνερίζομαι. Επίσης μη κρίνεις εξ ιδίων τα αλλότρια, δηλαδή είναι αμαρτία να βρίζεις από μικρότητα. Δεν είπα ότι πήγα εγώ κάπου ε. Και φυσικά Κολοπετινίτσα, Κοπανάκι Τριφυλίας και Βόνιτσα δεν έχω πάει ποτέ, ούτε κανείς που ξέρω, οπότε δε θα γράψω και ποτέ γι' αυτά, δε σου χαλάω τους προορισμούς σου.

gasireu

Theorema said...

Το διάβασα με μανία.
Μ' έστειλες πάλι κάπου πολύ μακριά, απερίγραπτε gasireu...