Sunday, June 27, 2010

Σημάδι


Στο κενό
που
μένει σταθερά άδειο
αφόρητα ασυμπλήρωτο
μηδέν μέσα μου
θα βάλω
χειρουργικά
μπαλονάκι
Κι ύστερα
η τομή
θα κλείσει
μ' αντιβίωση
Τα ράμματα
θα βγουν
αργότερα
τραβώντας τα
Εκεί
για πάντα
σημάδι
χειλοειδής ουλή
να μη ξεχάσω.

Tuesday, June 22, 2010

Υπόσχεση


Η υπόσχεση αποτέλεσε από δημιουργίας για τον άνθρωπο, ένα εξόχως θελκτικό state of mind.
Δεν γνωρίζω γιατί ως είδος είμαστε τέτοιοι πίτουρες,
φτύνουμε δηλαδή την προσφορά και το ανίδρωτο αποτέλεσμα, ασχέτου ποιότητας και μας ηδονίζει το πιθανό, το υποθετικό, το νεύμα στην άλλη άκρη της αποβάθρας. Μάλλον είμαστε ελαττωματικά μοντέλα ή τελικά τα πάντα συνδέονται με αυτή την καταραμένη διαδικασία της φυσικής επιλογής, το εγωιστικό γονίδιο και τις θεωρίες που δικαιολογούν την απαστράπτουσα υπόσταση του, μέσα στην ερεβώδη άχλη της σύντομης ύπαρξης μας.Ο θάνατος είναι αυτός που καθορίζει το όλον, επομένως και τη βαρύτητα της υπόσχεσης.

Πίνακας του Γ. Ρόρρη.

Tuesday, June 15, 2010

Τοίχος


Τρέχω στο σκοτάδι,
άξαφνα μπρος τοίχος. Σταματάω κλάσματα δευτερολέπτου πριν σπάσω τα μούτρα μου. Γυρίζω πίσω μου, δεύτερος τοίχος κινείται καταπάνω μου, αργά, απελπιστικά αποφασισμένος να με συνθλίψει. Δεν ξέρω τι να κάνω, βιώνω το συναίσθημα του απόλυτου επιθανάτιου εγκλωβισμού. Σχεδόν δεν αναπνέω.
Ξυπνάω με ταχυκαρδία, μούσκεμα στον ιδρώτα. Οι τοίχοι δεν υπάρχουν πια, το συναίσθημα παραμένει. Πίνω ένα ποτήρι κρύο νερό, το πιο πολύ κυλάει πάνω στη μούρη μου, έπειτα στη φανέλα μου, γλείφει το σώμα μου μέχρι που παύει να κινείται. Παγώνω. Κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι τη θάλασσα, γαλάζια, ακύμαντη, συνεχή, σε μέρα διαυγή και με ήλιο. Ανασαίνω το αεράκι της, μυρίζει φυκιάδα. Ανασαίνω ξανά και οι σφυγμοί μου πέφτουν στο κανονικό.

Monday, June 07, 2010

Ανάποδα


Στο πάρκινγκ του μετρό. Όλα γαλήνια. Όλα φλουό. Μηχανές, λαμαρίνες, τσιμέντα και σωλήνες. (Βλέπω μόνο άψυχα υλικά, λόγο θες για να τα νοιώσεις).
Ζέστη αφύσικη, ίσως με λίγο διοξείδιο, ίχνη, χαμηλή συγκέντρωση. Καληνύχτα.
Την αγκαλιάζω απότομα. Όχι σφικτά. Χαλαρά. Ανάμεσα μας η τσάντα που κρατάει στην αγκαλιά της.
Πάει κι’αυτό.

Λίγο πιο πίσω στο χρόνο.
Είμαστε σινεμά. Η ταινία είναι μεγάλη μαλακία. Η χειρότερη που έχω δει εδώ και χρόνια. Βαριανασαίνω.

Ακόμα πιο πίσω.
Αν αργήσεις, της λέω, θα με βρεις μέσα, πρέπει να την δω απ’ την αρχή, κατάλαβες;
(Δεν μας χέζεις ρε μαλάκα, σκέφτεται, θα μπω μετά αν αργήσω, σιγά τ’ αυγά.)

Λίγες ώρες πιο πριν
Θα πάω σινεμά, θες να έρθεις;
Ναι, θα έρθω.

Λίγα χρόνια πριν.
Είμαι μπερδεμένος, σκέφτομαι διάφορα. Ξέρεις έχει συμβεί αυτό κι’ αυτό...
Την περιχύνω με τζιν και τόνικ, έχω πιει ήδη δύο. Φοράει μαύρα, δεν λερώνεται. Μα πως τα κάνω αυτά, είμαι εντελώς αδέξιος ώρες, ώρες. Ζαλάδα.
Να σε πάω στ’ αυτοκίνητο σου, με το δικό μου, αυτό το σημαδεμένο αμάξι, που με έχει πάει κατά καιρούς στη μία και στην άλλη.
Δεν ξέρω αν είναι η σοβαρή συζήτηση, ή το ποτό ή τα μαύρα ρούχα και το αυστηρό σου βλέμμα, όλα έχουν ανάποδο αποτέλεσμα, δεν σε αγγίζω για να σε καληνυχτίσω (κι' άντε τώρα να γλυτώσεις, απ' το κούφιο που έχουν τα φιλιά, όταν δεν μπορείς να δώσεις). Δεν σε αγγίζω τότε, με την ελπίδα κάποτε, όταν το έχεις ανάγκη, νηφάλιος, να σ’ αγκαλιάσω, να το μπορέσω, κάποτε άλλοτε.

Μη με κοιτάς.
Μη με κοιτάς έτσι.
Είμαι ένα αγρίμι. Κι’ εσύ τι είσαι; δεν ξέρω καν.
Δεν θα προσευχηθώ. Η προσευχή είναι μεταφορά της ευθύνης σε κάποιον άλλο.
Δίνει μια ελπίδα.
Άσε με μόνο.
Άσε με.
Ακούμπησε στον ώμο μου να σε παρηγορήσω.


Κάποιες Φράσεις είναι από το Βίοι (ζωές) Αγίων του
Μιχαήλ Μαρμαρινού

Tuesday, June 01, 2010

Στο τσίγκινο κουτάκι του τσαγιού



Στο τσίγκινο κουτάκι του τσαγιού ‘The Kousmichoff’, αγορασμένο σε μια στιγμιαία έκρηξη εκλεκτισμού, έξω από το Λούβρο, είχε κρύψει δέκα γραμμάρια μαύρο. Όταν έφυγε, της έμειναν από εκείνον, αυτά και ένα μπουκάλι Bailey’s καβάτζα.
Καιρό μετά, απ’ έξω το μπουκάλι σκονίστηκε, μέσα το ποτό ξίνισε, έκοψε, σε μικρές γαλατένιες ηπείρους, σε σχήματα αλλόκοτα κρούστας, σχεδόν οιωνούς, από κατασκευής πολύ γλυκό, αλλά με ημερομηνία λήξης.
Το μαύρο το κάπνισε όλο και μάλιστα σε ένα βράδυ, το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, μέχρι που της κόπηκαν τα πόδια. Εκείνη τη νύχτα που υπολόγισε ότι δεν θα γύριζε ποτέ πίσω.
Σκέφτοταν υψηλόφωνα. Σχεδόν σε παράνοια.
‘Τώρα που θα σβήσω το τελευταίο μου τσιγάρο θα χαθώ, θα πάψω, δεν θα υπάρξω πια. Αν ήταν να ξεχάσω για πάντα, ήθελα τα στριφτά μου από δω και πέρα βαριά, κι’αυτό το μούδιασμα να παραμείνει μόνιμο. Μόνιμο σαν αναπηρία.’
Φρούδες ελπίδες, απέλπιδες.