
Στο πάρκινγκ του μετρό. Όλα γαλήνια. Όλα φλουό. Μηχανές, λαμαρίνες, τσιμέντα και σωλήνες. (
Βλέπω μόνο άψυχα υλικά, λόγο θες για να τα νοιώσεις).
Ζέστη αφύσικη, ίσως με λίγο διοξείδιο, ίχνη, χαμηλή συγκέντρωση. Καληνύχτα.
Την αγκαλιάζω απότομα. Όχι σφικτά. Χαλαρά. Ανάμεσα μας η τσάντα που κρατάει στην αγκαλιά της.
Πάει κι’αυτό.
Λίγο πιο πίσω στο χρόνο.
Είμαστε σινεμά. Η ταινία είναι μεγάλη μαλακία. Η χειρότερη που έχω δει εδώ και χρόνια.
Βαριανασαίνω.
Ακόμα πιο πίσω.
Αν αργήσεις, της λέω, θα με βρεις μέσα, πρέπει να την δω απ’ την αρχή, κατάλαβες;
(Δεν μας χέζεις ρε μαλάκα, σκέφτεται, θα μπω μετά αν αργήσω, σιγά τ’ αυγά.)
Λίγες ώρες πιο πριν
Θα πάω σινεμά, θες να έρθεις;
Ναι, θα έρθω.
Λίγα χρόνια πριν.
Είμαι μπερδεμένος, σκέφτομαι διάφορα. Ξέρεις έχει συμβεί αυτό κι’ αυτό...
Την περιχύνω με τζιν και τόνικ, έχω πιει ήδη δύο. Φοράει μαύρα, δεν λερώνεται. Μα πως τα κάνω αυτά, είμαι εντελώς αδέξιος ώρες, ώρες. Ζαλάδα.
Να σε πάω στ’ αυτοκίνητο σου, με το δικό μου, αυτό το σημαδεμένο αμάξι, που με έχει πάει κατά καιρούς στη μία και στην άλλη.
Δεν ξέρω αν είναι η σοβαρή συζήτηση, ή το ποτό ή τα μαύρα ρούχα και το αυστηρό σου βλέμμα, όλα έχουν ανάποδο αποτέλεσμα, δεν σε αγγίζω για να σε καληνυχτίσω
(κι' άντε τώρα να γλυτώσεις, απ' το κούφιο που έχουν τα φιλιά, όταν δεν μπορείς να δώσεις). Δεν σε αγγίζω τότε, με την ελπίδα κάποτε, όταν το έχεις ανάγκη, νηφάλιος, να σ’ αγκαλιάσω, να το μπορέσω, κάποτε άλλοτε.
Μη με κοιτάς.
Μη με κοιτάς έτσι.
Είμαι ένα
αγρίμι. Κι’ εσύ τι είσαι; δεν ξέρω καν.
Δεν θα προσευχηθώ. Η προσευχή είναι μεταφορά της ευθύνης σε κάποιον άλλο.
Δίνει μια ελπίδα.
Άσε με μόνο.
Άσε με.
Ακούμπησε στον ώμο μου να σε παρηγορήσω.
Κάποιες Φράσεις είναι από το Βίοι (ζωές) Αγίων του
Μιχαήλ Μαρμαρινού