Monday, February 09, 2009

Όμορφη μέρα


Ιούνιος, θα ‘τανε, δεν ήτανε, ζέστη και ένα βοριαδάκι κόντρα δροσερό, να σου στεγνώνει τον ιδρώτα στον ίσκιο. Ήρθες με τ’ αμάξι να πάρεις δυο κούτες από τον Πειραιά, απ’ το ανήλιαγο σπίτι της Λαμπράκη για το Φιξ. Μετακόμιση.
Βαρετό πράγμα η μετακόμιση δε λέω, ας ήταν όμως, σε είδα με μια χαρά καρφωμένη στο ιδρωμένο πρόσωπο, άβαφη, με την γκρι σου φόρμα και το χρωματιστό μακό από το Guggenheim Bilbao, φωτεινή και ξαναμμένη από τη γεμάτη ήλιο μέρα.
Ακόμα και να προσπαθήσω δεν θυμάμαι πολλά, μόνο τη βόλτα στην ακτή Μιαούλη καταμεσήμερο, ερημιά, και συ να τραγουδάς λόγια, λόγια.
Οδηγείς το γαλάζιο σου αμάξι φορτωμένο και γελάς. Ξέρω είναι μια μέρα ανάλαφρη και η διάθεση δεν είναι ειδικά για μένα, είμαστε καλή παρέα, αλλά η διάθεση είναι σήμερα κατάδικη σου. Αυτή η ευφορία σου που βγαίνει μέσα από την ψυχή, γιατί είναι η μέρα όμορφη, είναι Σάββατο, είναι και αρχή του καλοκαιριού.
Μου λες για το Χατζηκυριάκειο που τόσο σου αρέσει και δεν ξέρεις γιατί, για το λιμάνι που τ’ αγαπάς, για τις αποθήκες που ερημώνουν τις αργίες, για τα ρημάδια τα κτίρια στην αγορά που τα κοιτάς και χάνεσαι σε σκέψεις, για τον τοίχο της Ναυτικών Δοκίμων δίπλα στην ταβέρνα που καθόμαστε.
Ύστερα γλείφεις τα δάχτυλά σου και πίνεις και ‘γω κοιτώ τη σκοπιά της πύλης και αναρωτιέμαι φωναχτά τι καταντιλίκι είναι να στέκεις φύλακας μια τέτοια μέρα δίπλα στο μαγεριό. Γελάς.
Όμορφη μέρα.