Tuesday, December 29, 2009

Έξω στους δρόμους


Μετά από τη διαβολοβδομάδα των σκουπιδιών και τον φόβο ότι κολλημένα κάτω από τη σόλα μου, θα μπουν σπίτι μου, απρόσκλητα, λόγια αποχωρισμού σε τσαλακωμένα γράμματα, σπέρμα και αίμα πικραμένων άγνωστων ανθρώπων (το πικραμένων, φαντασιακή αδεία) ή το σάλιο που φτύσαν την εικόνα τους πρώιμα εορταστικά ένα πρωί στον καθρέφτη (είτε θετικά φτου σου αγόρι μου, είτε φτου σου ξεφτίλα), ξεραμένο πάνω σε παλιόχαρτα, αναρωτιέμαι αν αγαπώ ακόμα αυτή την πόλη.
Ή καλύτερα αν οι λόγοι που την αγαπώ παραμένουν ίδιοι, ξεφτισμένοι σίγουρα, ή αν ακόμα είμαστε και οι δυο πληγωμένοι σαν σκεφτικοί ονειροπόλοι που σκοντάφτουν στα ίδια τους τα λάθη.
Ο ένας περικλείει τον άλλον. Μέσα της με σφίγγει μέχρι πνιγμού και μένω να τριγυρίζω όσο λιγότερο μπορώ στη μέγκενη της.
Δεν έχω τίποτα πια να ζηλέψω από τα τοπία της φθοράς, που δεν είναι πια αισθαντική αλλά απέλπιδα, ή του ιλουστρασιόν που στον ήλιο αντανακλά το παράταιρο, το εμβόλιμο, το ψεύτικο.
Από την Ευριπίδου ως τη Βουκουρεστίου ένα τεράστιο σουρεαλιστικό τοπίο καθημερινών ανατροπών. Μοναδικό, δε λέω.
Χυμένα κορμιά στα πεζοδρόμια με καρφωμένες σύριγγες εκεί, μετανάστες, νταραβέρια, λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα κυρίες που δοκιμάζουν μαντήλια Hermes, θα πιουν καφέ στο Zonar’s, θα στραβοπατήσουν τα ακριβά τους παπούτσια πάνω στο διπλωμένο σεντόνι του παράνομου αλλοδαπού που πουλάει φτηνά, την ίδια ακριβώς τσάντα που κρατάνε σφικτά στην αγκαλιά τους.
Αυτό θα συμβεί σε ένα πλακόστρωτο, που κόστισε πιο πολύ και από αυτό του Covent Garden, κι’ όμως κατασκευαστικά είναι χειρότερο, έξω από ένα μνημειώδους αρχιτεκτονικής κατάστημα, που τις πουλάει κανονικά.
Την τρίμετρη πόρτα του φυλάει ευλαβικά ένας κουστουμαρισμένος, ημεδαπός, άκαμπτος πορτιέρης, τσολιάς στον ναο του μονογράμματος. Τον λυπάμαι για την ανία του. Παράνοια.

Η φωτογραφία είναι από εδώ.

Monday, December 28, 2009

Στο ένα πόδι


Από το παράθυρο του γραφείου μου, βλέπω στο περβάζι ένα κουτσό περιστέρι. Έχει σπάσει το πόδι του και έτσι γυρισμένο το σέρνει, προκαλώντας μου απέραντη οδύνη,
για το αν υποφέρει ακόμα,
για το πως είναι να κουβαλάς μόνος τόσο πόνο και να επιβιώνεις, να σέρνεσαι κι’υστερα να πετάς, στον κόσμο των φτερών σου, που το κουτσό σου πόδι δεν έχει καμιά μα καμιά σημασία,
εκεί ψηλά που όλα είναι όμορφα και τίποτα πια δεν μπορεί να σε βλάψει.
Λησμονώντας ότι όταν προσγειωθείς θα πρέπει να ισορροπήσεις σε μια τσακισμένη ζωή, σακάτης.
Την πρώτη μέρα ευχήθηκα να μην ξανάρθει, να το ξεχάσω.
Όμως εκείνο έρχεται επίμονα κάθε μέρα, όταν τα άλλα πουλιά το διώχνουν από κει που κουρνιάζουν.
Με αναγκάζει στην παρουσία του,
το ακούω να παλεύει να σταθεί για λίγο, αδύναμα, δύσκολα,
μου θυμίζει ότι παρότι είμαι αρτιμελής ισορροπώ
στην ζωή και ‘γω στο ένα πόδι,
σα σακάτης.

Saturday, December 26, 2009

Αστικές εικόνες


Περπατάω. Προορισμός να τσεκάρω ένα μαγαζί στα Εξάρχεια. Δεν βρέχει και γιατί όχι λοιπόν; Περπατώ. Μέχρι την Καλλιδρομίου, λίγος κόσμος, βρωμιά, παραμερίζω σκουπίδια με το παπούτσι. Απεργούν οι υπάλληλοι καθαριότητας. Χαρτιά λερωμένα, πατημένα, σκορπισμένα εδώ κι’ εκεί, χορεύουν στον άνεμο έναν απαίσιο χορό που θέλεις ν’αποφύγεις, από ένστικτο.
Κι’ ύστερα αναρωτιέμαι, εκεί στο λόφο του Στρέφη, αν, αν τα ξεχασμένα διατηρητέα και οι τοίχοι αντιστήριξής τους θ’ αντέξουν για πάντα ή κάποτε θα πέσουν, ρημαγμένα μεγαλειώδη αστικά σπίτια, αυτά και τα φαντάσματα τους, στα πόδια μας ή στο κεφάλι μας. Μπορεί κιόλας να τα στηρίζει ο βράχος και να λειώσουν εκεί, γενναία στο πέρασμα των εποχών, ως την αιωνιότητα, ώσπου τα υπουργεία πολιτισμού να έχουν βγάλει κάποιες ίσως πιο πρακτικές διατάξεις.
Ύστερα, ένα πιο ντροπαλό αεράκι και ο δρόμος μου γοργός, ΜΑΤ στο κατόπι μου, ούτε που ξέρω το γιατί, κινούνται παρατεταγμένα, εκεί κοντά που δολοφονήθηκε το παιδί, σα να ανησυχώ, ανηφορίζω, ανηφορίζω.
Έχω παραγγελιά, να πάρω πίτες στο Άριστον.
Διδότου, στρίβω προς Σκουφά, έξω από το Φίλιον στέκει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ με ένα φίλο της, περιμένει ταξί. Φοράει μια άνετη παντόφλα θαρρώ ή πέδιλο τουρίστα μέσα στο καταχείμωνο. Κοιταζόμαστε στα μάτια. Εγώ συγκινούμαι. Εγώ, σαν βλάκας την κοιτώ, ω σαν να ήταν, μετά το μονόγραμμα της στην κρατική τηλεόραση, ένα από τα τωρινά μου είδωλα. Μια ποιήτρια που έζησε τη ζωή της, σ’ άλλες εποχές, κι’ όμως έγινε ότι ήθελε, ενάντια σε πρέπει και σε αδυναμίες φυσικές, γαμώ το κέρατό μου.

ΕΞΟΔΟΣ

Στον άγλωσσο τούτο κόσμο
που ήρθα για βουβές σπουδές
είναι οι ασκήσεις μου εκκωφαντικές
ξέρω, δεν ρέει ακόμα
δεν ρέει φυσικά η σιωπή μου.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Μόναχο, Μάης 2000


Ριγώ. Εγώ σε τριάντα χρόνια από τώρα τι θα’μαι μάγκα μου, τι;