
Μετά από τη διαβολοβδομάδα των σκουπιδιών και τον φόβο ότι κολλημένα κάτω από τη σόλα μου, θα μπουν σπίτι μου, απρόσκλητα, λόγια αποχωρισμού σε τσαλακωμένα γράμματα, σπέρμα και αίμα πικραμένων άγνωστων ανθρώπων (το πικραμένων, φαντασιακή αδεία) ή το σάλιο που φτύσαν την εικόνα τους πρώιμα εορταστικά ένα πρωί στον καθρέφτη (είτε θετικά φτου σου αγόρι μου, είτε φτου σου ξεφτίλα), ξεραμένο πάνω σε παλιόχαρτα, αναρωτιέμαι αν αγαπώ ακόμα αυτή την πόλη.
Ή καλύτερα αν οι λόγοι που την αγαπώ παραμένουν ίδιοι, ξεφτισμένοι σίγουρα, ή αν ακόμα είμαστε και οι δυο πληγωμένοι σαν σκεφτικοί ονειροπόλοι που σκοντάφτουν στα ίδια τους τα λάθη.
Ο ένας περικλείει τον άλλον. Μέσα της με σφίγγει μέχρι πνιγμού και μένω να τριγυρίζω όσο λιγότερο μπορώ στη μέγκενη της.
Δεν έχω τίποτα πια να ζηλέψω από τα τοπία της φθοράς, που δεν είναι πια αισθαντική αλλά απέλπιδα, ή του ιλουστρασιόν που στον ήλιο αντανακλά το παράταιρο, το εμβόλιμο, το ψεύτικο.
Από την Ευριπίδου ως τη Βουκουρεστίου ένα τεράστιο σουρεαλιστικό τοπίο καθημερινών ανατροπών. Μοναδικό, δε λέω.
Χυμένα κορμιά στα πεζοδρόμια με καρφωμένες σύριγγες εκεί, μετανάστες, νταραβέρια, λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα κυρίες που δοκιμάζουν μαντήλια Hermes, θα πιουν καφέ στο Zonar’s, θα στραβοπατήσουν τα ακριβά τους παπούτσια πάνω στο διπλωμένο σεντόνι του παράνομου αλλοδαπού που πουλάει φτηνά, την ίδια ακριβώς τσάντα που κρατάνε σφικτά στην αγκαλιά τους.
Αυτό θα συμβεί σε ένα πλακόστρωτο, που κόστισε πιο πολύ και από αυτό του Covent Garden, κι’ όμως κατασκευαστικά είναι χειρότερο, έξω από ένα μνημειώδους αρχιτεκτονικής κατάστημα, που τις πουλάει κανονικά.
Την τρίμετρη πόρτα του φυλάει ευλαβικά ένας κουστουμαρισμένος, ημεδαπός, άκαμπτος πορτιέρης, τσολιάς στον ναο του μονογράμματος. Τον λυπάμαι για την ανία του. Παράνοια.
Η φωτογραφία είναι από εδώ.

