Friday, July 05, 2013

Τσίρκο



Στα τραίνα επιβιβάζονται τα μεσημέρια, σχεδόν μόνο κορίτσια. Άντε και συνταξιούχοι. Προσεγμένα κορίτσια, μπανιαρισμένα, με τα στενά τους παντελόνια και  ίσια μακριά μαλλιά. Προχθές καθόμουν απέναντι από εκείνη τη νοστιμούλα, που κάθε φορά που περνούσαμε από εκκλησία και δεν ήταν λίγες, έκανε το σταυρό της τρεις φορές. Απελπισία. Αυτόματα σκέφτηκα, το κορίτσι αυτό άραγε παίρνει καμιά πίπα, σε αφήνει να χύσεις στο στόμα της ή είναι αμαρτία; Για να τα καταπιεί, ούτε λόγος. Αν ήμουν αγενής και πρόστυχος, θα τη ρωτούσα τι γεύση έχει το σπέρμα. Αν είχε ποτέ περιέργεια να μάθει. Αν, αν, αν. Από την άλλη, ίσως πιστεύει ότι είναι αμαρτωλή, τόσο που το συνεχές αυτό καθημερινό τελετουργικό, την εξάγνιζει. Γελάω στην άφεση αμαρτιών της. Μπα, αποκλείεται.

Τα μικρά γυφτάκια είναι πλάσματα υπερκόσμια. Δηλαδή, σταμπάρεις ένα, είναι δεν είναι έξι χρονών, έχει πάει για μπάνιο στη θάλασσα και επιστρέφει με την παρέα του. Μικρά παιδιά και έφηβοι. Σαστίζεις στη θέα. Γυαλί ηλίου, σακίδιο με τα υπάρχοντα του, ύφος πονηρό. Πλησιάζει πολύ μεγαλύτερο του, καστανόξανθο κορίτσι, καρφώνεται στα μπούτια του, μυρίζει τα μαλλιά της, σχολιάζει την ομορφιά και την όποια, δεν ξέρω ακριβώς ποια, καύλα ή εντύπωση του προκαλεί. Το κορίτσι δεν ενοχλείται, έχει την ανέμελη αθωότητα κι αδιαφορία της νεότητας. Χαμογελάει και συνεχίζει να πειράζει το κινητό της. Καλά ξηγιέται. Το πιτσιρίκι παίρνει το λεωφορείο για το σπίτι, χωρίς να ακυρώσει εισιτήριο.

Την ίδια χρονική στιγμή, ένας συνομήλικος του στα βόρεια προάστια, έχει δεχθεί την επίπληξη της μάνας του, γιατί λερώθηκε στην παιδική χαρά. Γιατί δεν μίλησε ευγενικά στον μικρό Ρωμανό-Περσέα της μαντάμ Υακίνθης και γιατί σκόνισε τις ολοκαίνουργιες, κόκκινες εσπαντρίγιες του, κλωτσώντας ένα τενεκεδάκι, που πολύ κακώς βρισκόταν στο πεζοδρόμιο της οδού Φραγκοκλησιάς. Θα μπει ολόκληρο στη μπανιέρα και θα σαπουνιστεί μέχρι θανάτου, ενώ τα πατώματα και η λεκάνη θα καθαριστούν προκαταβολικά με Dettol. Το πρόσωπο της, καθώς βγάζει τα γάντια της καθαριότητας έχει στραβώσει από απόγνωση. Σκέφτεται ότι ακόμα πιο βόρεια, όλα αυτά θα τα έκανε η Φιλιππινέζα κι εκείνη θα έπινε το καφεδάκι της στο Κεφαλάρι. Δόλια μάνα. Μεγαλώνοντας ο μικρός, ίσως γίνει δικηγόρος, Μπορεί να κάνει κι ένα μεταπτυχιακό, αλλά πάντα θα έχει μια εμμονική ψύχωση με τα μικρόβια, ειδικά εκείνα που σέρνονται πάνω στην άμμο, στα πεζοδρόμια, στις χειρολαβές και στα κάγκελα της πόλης. Ποτέ δεν θα αφουγκραστεί τους ανθρώπους, δεν θα κρυφακούσει τις ιστορίες τους, δεν θα συζητήσει τον πόνο τους. Η ματιά του θα είναι εσωστρεφής στα όρια του αυτισμού. Εντωμεταξύ θα κινηθεί πολλές μοναχικές βραδιές αγάμητος στις παρυφές μιας άνοστης νεότητας. Θα αυνανιστεί στην μυρωδιά των λουσμένων μαλλιών των τυχαίων κοριτσιών. Θα νιώθει περήφανος που γεννήθηκε σε ένα ωραίο διαμέρισμα, που διάβασε από παιδί λογοτεχνία και δεν τσαλάκωσε ούτε μια φορά το παντελόνι του. Δεν θα βλέπει πουθενά ούτε το χαμένο νόημα, ούτε τα χαμένα χρόνια.

Όταν την παίρνει τηλέφωνο της μιλάει σαν παιδί. Απ΄όταν γνωρίστηκαν παίρνει τρένα και λεωφορεία για να την συναντήσει. Δεν οδηγεί. Έχει δίπλωμα, αλλά φοβάται. Εγώ πιστεύω ότι προτιμάει το χασομέρι στο δρόμο. Παρατηρεί τον κόσμο, τα όμορφα κορίτσια, τις γυναίκες, τους άνδρες ναυάγια, τον ουρανό. Έχει ένα μικρό μπλοκάκι και κρατάει σημειώσεις. Ακούει τα πάντα. Η ψυχή του είναι πολύχρωμη, σα μεθυσμένο απόγευμα μετά από πορεία. Τα μάτια του σκηνοθετούν την πόλη. Είναι μεγάλος καλλιτέχνης κι ας μην το παραδέχεται, ίσως και να μην το ξέρει ακόμα.
-Δεν τον έπαιξα καθόλου όσες μέρες έχουμε να βρεθούμε. Ξέρεις τι έχει να γίνει.
-Ξέρω, χαζέ.
Γαμιούνται σαν να έρχεται η συντέλεια. Σχεδόν απίστευτο αυτό που συμβαίνει. Δεν περιορίζεται ποτέ σε κάτι ήπιο, ρομαντικό. Κάνε μου λίγο τρυφερό έρωτα, του ζητάει εκείνη, χωρίς να το εννοεί στ’ αλήθεια, έτσι για να δει τι θα πει.
-Εντάξει την επόμενη φορά θα είμαι πολύ γλυκός μαζί σου.
Παλεύουν στα σεντόνια με την τρυφερότητα τους. Οι στάλες του ιδρώτα γλιστρούν στο παρκέ. Ο αέρας είναι βαρύς, χωρίς οξυγόνο.
-Έλα, ας πάμε στο σαλόνι για αλλαγή. 
Φιλιούνται στο διάδρομο. Την παίρνει στα τέσσερα. Από το παράθυρο χαζεύει το ηλιοβασίλεμα. Ο πανάκριβος καναπές λερώνεται από σπέρμα. Δεν τρέχει τίποτα. 
-Ας γαμηθούμε σαν να μην υπάρχει αύριο αγάπη μου. Ας αγαπηθούμε τέρμα, όσο δεν παίρνει. Αν όχι εμείς, ποιοι;

Είμαστε ένα τσίρκο υπάρξεων. Κομπλέ, με διευθυντή, κλόουν, ακροβάτες, τέρατα, μπαλαρίνες, κονφερασιέ. Ο θεατρώνης είναι το μάτι του μεγάλου αδερφού, παρακολουθεί τα πάντα ανέκφραστος, πίσω και μπρος απ’ τις κουίντες. Τρομακτική ύπαρξη. Ο καθένας φορά το κοστούμι του κι εκτελεί άλλο νούμερο. Το μακιγιάζ του είναι επιμελημένο στην εντέλεια, αψεγάδιαστο. Κάποια νούμερα έχουν τεράστια επιτυχία, σε καθιερώνουν σε μεγάλη φίρμα, σε αυθεντική φυσιογνωμία. Άλλα πάνε άπατα και στο τέλος σου σκάει η απόλυση. Φεύγεις συντετριμμένος με το σάκο σου, πιο απόκληρος από ποτέ, πιο πεινασμένος, πιο μόνος, για μια γωνία στην άκρια του κόσμου. Ότι πρόλαβες, πρόλαβες. Τα χρόνια στο τσίρκο τουλάχιστον ήταν γεμάτα ένταση, ίντριγκα, έρωτα, ρεαλισμό, ευτυχία. Ήταν αληθινά. Ήταν ανάμεσα σε ανθρώπους, δεν έχει σημασία που ήταν τόσο διαφορετικοί.

Εκείνο το πρώτο βράδυ μακριά, στην ύπαιθρο, θα κλάψεις με λυγμούς και θα αποκοιμηθείς πάνω σε ένα σωρό ξερά φύλλα.

Φωτογραφία της Diane Arbus