Thursday, August 26, 2010

Στοιχήματα πάνω σε τσόχα


Εκείνη.

Είχε ίσως τα ωραιότερα πόδια στον κόσμο.
Έτσι της έλεγα, που πάει να πει τα ωραιότερα πόδια που είχα δει εγώ. Το είπα όμως πιο αβανταδόρικα, έτσι όπως έπρεπε να ειπωθεί. Καταλαβαίνετε.
Πόδια που σε καύλωναν όταν τα σταύρωνε γυμνά, τα καλοκαίρια, που πριν λίγο τα είχε αγγίξει ο ήλιος, αυτός ο εφαψίας του κορμιού, αλλάζοντας τους ελαφρά χρώμα και υφή. Απαλή αφή.
Τέλοσπάντων, τι σπουδαία σημασία μπορεί να έχει ένα ζευγάρι πόδια; Κι’ όμως τα σταυρωμένα πόδια της, ήταν εικόνα που αληθινά υπήρξε, για μια στιγμή τουλάχιστον. Το βλέμμα την υφάρπαξε σαν λάφυρο, στην κατοχή του για πάντα, ολόδικη του. Αιώνιο στοπ-καρέ. Στοπ.

Είχε ίσως τον χειρότερο χαρακτήρα στον κόσμο.
Έτσι της είχα πει τουλάχιστον. Έτσι νόμιζα, έτσι με βόλευε. Ο χειρότερος συνδυασμός στοιχείων. Η μάχη του καλού με το κακό μέσα στο ίδιο σώμα. Το σώμα που πατούσε στα ωραία πόδια.
Απολίτιστο δείγμα ανθρώπου, πρωτόγονο, ασεβές, που το κατέτρεχε μια συνεχής τριβή ανάμεσα στα πιο άγρια και ποταπά ένστικτα και την απόλυτη προσφορά. Καθόλου ζυγισμένα, καθόλου ραφιναρισμένα χαρακτηριστικά. Ένα ανακατεμένο χάος. Δύσκολη περίπτωση. Και για πολλούς, χαμένος κόπος.

Κρίμα τα ωραία πόδια (και τα μακριά γυαλιστερά μαλλιά, αλλά αυτά είναι εφήμερα, σε μια νύχτα μπορεί να πέσουν ή να ασπρίσουν από τη θλίψη και η γυαλάδα τους θαμπώνει ειν’ αλήθεια με τα χρόνια, τα πόδια όμως, σχεδόν αιώνια).
Να παραδεχτώ την κάποια γοητεία της; ναι θα το κάνω. Άλλωστε είμαι άνθρωπος που του αρέσουν οι γρίφοι για δύσκολους λύτες. Κατάτι μαζοχισμός θα λεγόταν, αν ήμουν τέλειος ή σχετικά καλός, που δεν είμαι. Είμαι ένας εγωιστής του κερατά. Αγνώμων και για πάρτη μου, αλλά σήμερα δε μιλάμε για μένα. Και δεν είναι απίθανο να είναι και εκείνη πολύ καλύτερη της περιγραφής μου, αλλά σήμερα δεν είναι εδώ για να μιλήσει. Το καλό που της θέλω, ας σιωπήσει για πάντα.

Εκείνη ναι, είπαμε είχε το ενδιαφέρον της. Και ω, τι πόδια. Κι’ η φύση της προσφοράς, δεν ήταν άσχημη ιδιότητα. Κάποτε μου είχε πει, είμαι ικανή να κόψω κομματάκια από τη σάρκα μου και να στην ταΐσω στο στόμα, αν χρειαστεί, ή αν μου το ζητήσεις. Την πίστεψα. Μια λάμψη στα μάτια της, κάτι ανάμεσα σε παράφρονα και άφρονα, σε άγιο και σατανά, με έπεισε ότι το εννοούσε.


Στοιχήματα

Αυτή η γοητεία που ασκούσε καμιά φορά σε ανθρώπους επαρκώς ακατάλληλους, που κατά βάθος έλεγαν πως δεν τους έκανε, ήταν που θα την έβαζε στη σημερινή της θέση.
Σε στιγμές διαύγειας σκεφτόμουν πως τέτοιες γυναίκες ψάχνουν έναν εξισορροπιστή, ναι αυτός είναι ο ορισμός του ιδανικού άντρα. Να ζυγίσει τα αζύγιστα, να τρίψει την άγρια επιφάνεια, να αφήσει το φως να βγει από τα βάθη. Γνωστά αυτά, τι να λέμε τώρα.
Ατίθασα θηλυκά και πράσιν’ άλογα. Στην τελική θα μπορούσε να πάρει ένα μάθημα από τους ακατάλληλους. Για όλους υπάρχει ένας τρόπος αν δεν τους αγαπήσεις, να τους τσακίσεις, ή και τα δύο.

Την κοιτάμε που στέκεται ακίνητη δίπλα σε ένα βράχο. Από κάτω κενό, άγρια θεόρατα κύματα, αιμοβόρα θάλασσα...Η φιγούρα της τέμνει το τοπίο κάθετα, το φουστάνι της το σηκώνει ο άνεμος οριζόντια, ορθή γωνία με τα θεσπέσια πόδια.
Τα έχει δώσει όλα ή έτσι νομίζει. Τι σημασία έχει; Η ζωή είναι καθρέφτης της αντίληψης ή της ιδεοληψίας. Η προσφορά είναι μέγεθος σχετικό, χαρίζεις τον κόσμο όλο εκτός από μια πέτρα. Ε, αυτή η γαμημένη πέτρα είναι η λυδία λίθος.

Τώρα ότι ήταν να κάνει το έκανε, και το κακό και το καλό, ότι είχε να σκεφτεί, το σκέφτηκε με μανία, τόσο που πόνεσε το μυαλό της. Ότι έπρεπε να σεβαστεί, το έφτυσε.
Έχει ουρλίαξει, έχει ξεσκίσει τις σάρκες της, έχει λύσει τα μαλλιά της, παραπατάει στα μελανιασμένα όμορφα πόδια της.

Εμείς απλώσαμε την τσόχα και παίζουμε στοιχήματα.
Θα πέσει, δεν θα πέσει.
Ο θάνατος έχει μεγάλη απόδοση.
Ομορφότερο σαν τέλος.
Ηλίθια γενναίο.
Δεν πάει να γαμηθεί έτσι που φέρθηκε.
Τη βλέπεις πως είναι, παραμιλάει σαν τρελή, μπορεί και να τρελάθηκε.
Σίγουρα θα πέσει.
Μάρτυρας δεν είναι ο όσιος, είναι αυτός που θα δει τελικά, ο μόνος, την αλήθεια.
Η φιγούρα της τέμνει κάθετα τον ορίζοντα.
Και μεις πιο κει ψιθυρίζουμε, βάλε τώρα που γυρίζει, ή όλα ή τίποτα, νάτη κουνήθηκε προς το γκρεμό.
Στοπ καρέ. Στοπ.

ΥΣ.Στον κινηματογράφο, όταν κάποιος πεθαίνει, ηχεί αμέσως μια ελεγειακή μουσική, αλλά στις ζωές μας, όταν πεθαίνει κάποιος που γνωρίσαμε, καμιά μουσική δεν ακούγεται.

Wednesday, August 18, 2010

Tierra del fuego


Στέκομαι απέναντι στη φωτιά. Φωτιά τεράστια, που καταπίνει κορμούς ολάκερους, καταμεσής ενός τοπίου γυμνού, αντί για Φάρος, στη άκρη της Γης του Πυρρός, πάνω στο Ακρωτήρι Χορν. Περιμένω καιρό τώρα, μπορεί και μήνες, το πλοίο που θα περάσει κάνοντας τον περίπλου της γης. Δε θυμάμαι καλά πότε ήρθα, αλλά δεν έχει την παραμικρή σημασία. Χαζεύω τη φωτιά που καίει αμείωτη, ανατροφοδοτούμενη, αέναη. Η ησυχία σπάει από το τρίξιμο των ξύλων, ή τα αραιά κρωξίματα πουλιών.

Οι πάγοι έλιωσαν και λίγο χορτάρι πασχίζει να σημάνει την παρουσία του. Σκληρή γη και άδεια. Δε με νοιάζει να περιμένω λίγο ακόμα, εκεί μπροστά στη θάλασσα. Μακριά της ακτής, άσπρα, παγωμένα βουνά την ταξιδεύουν, εν δυνάμει επικίνδυνα εμπόδια πλεύσης. Με ηρεμεί αυτός ο τόπος, με κάνει να πιστεύω πως ίσως δεν υπήρξα ποτέ, πως αν το πλοίο δεν περάσει, θα είναι γιατί δεν ήταν η πορεία του χαραγμένη όπως εγώ πίστευα, ή θα περάσει μια άλλη εποχή του χρόνου και δεν το υπολόγισα σωστά όταν ξεκίνησα τις μαθηματικές μου πράξεις, εκεί στην Τετουάν.

Ψάχνω το πρόσωπο που είχα, προτού να δημιουργηθεί ο κόσμος (1). Όχι μπροστά σε καθρέφτη, αλλά στην αεικίνητη αέρια μάζα γύρω από τη φωτιά που βρήκα. Το πρόσωπο που είχα τότε που ερωτοτροπούσα με το θάνατο, γιατί μου άρεσε να λέγομαι γενναίος, αλλά κρυβόμουν από τη ζωή σαν κλέφτης (2).

Αν έρθουν οι αρχές και με ρωτήσουν τι και πως, δεν θα ‘χω απαντήσεις να τους δώσω. Τη βρήκα αναμμένη για καλό σκοπό, είμαι ευγνώμων για την τύχη αυτή και δε γνωρίζω τίποτα άλλο πέρα από αυτό που βλέπω. Περαστικός χωρίς χαρτιά, δίχως αποσκευές, μάλλον χωρίς ακριβές σχέδιο, αναμένω το πλοίο μου. Ύποπτο κι’ αν ακούγεται, είναι η αλήθεια, χωρίς προορισμό και όπου με πάει. Ελπίζω εκείνοι που θα 'ρθουν, τουλάχιστον να φτάσουν κάπου, να σταματήσουν κάποτε, σηματοδοτώντας ένα τέλος.

Άνθρωπος δίχως ταυτότητα. Δεν θα με πιστέψουν σε οποία γλώσσα και να τους το πω. Δεν έχω εξηγήσεις, απλά κάθομαι σ΄αυτή την παραλία μαζί με τις σκόρπιες σκέψεις μου. Αναλογίζομαι ότι εδώ στην άκρη του κόσμου, η αγαμία είναι παράδεισος και η σιωπή ασπίδα (3).

Κάποτε ήθελα να γίνω Αναγνώστης, Σύμβουλος και Ερμηνευτής Ονείρων (4)
, επάγγελμα που μου ταίριαζε καλά, αλλά ήταν μια τρέλα νεανική που πέρασε και έληξε, καθώς κατά τη διάρκεια της μελέτης των σχετιζόμενων γραφών, αναλογίστηκα εύλογα και τραγικά ότι δεν θα μπορούσα για πολύ να ανταγωνιστώ τη απλή ζωή. Οι μόνες ερμηνείες που έδωσα ήταν στα δικά μου όνειρα, που ποτέ δεν έπαψαν να αποτελούν συμβολικά ενθυμήματα της νεανικής μου φλόγας και γαλήνιες κρυψώνες, εκεί όπου τα διαφορετικά σενάρια ζωής μπορούσαν να βαφτιστούν αλήθειες.

Η τεράστια, αδηφάγα φλόγα με μαγνητίζει ολοκληρωτικά πια. Άλλωστε, ο καιρός που καρφωμένος την κοιτάζω και βυθίζομαι στις σκέψεις, είναι πολύς. Δεν έχω πια μάτια για τη θάλασσα, που τόσο την αγάπησα. Περίεργο.
Η εκδοχή να βρέθηκα στο σωστό σημείο εξασθενεί μέσα μου, αλλά η γαλήνη της Γης του Πυρρός αναιρεί κάθε πικρία. Ίσως το πλοίο να μην έρθει.

Η ήττα με ικανοποιεί, γιατί επήλθε, γιατί συνδέεται άρρηκτα με όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν, που συνέβησαν, που θα συμβούν, γιατί το να μέμφεσαι ή το να θρηνείς ένα και μόνο πραγματικό γεγονός είναι σαν να βλασφημείς το σύμπαν (5).
Εδώ στο τέλος του κόσμου μου, μπροστά στη μεγάλη φωτιά, δεν υπάρχει χώρος για αμαρτία, ούτε σαν σκέψη. Αν ήμουν γενναίος θα ριχνόμουν μέσα της, σα μια μορφή θυσίας και εξαγνισμού στον ιερό της ρόλο ως φανού πορείας, να σιγοκαίω, αιώνια ψυχή, παραδομένη. Όμως με αυτό το τέλος θα αναιρούσα την ζωή μου για μια ακόμη φορά.

Με δεδομένη την πιθανοτητα να υπήρξα πράγματι, θα παραμείνω καρφωμένος για λίγο ακόμα, μέχρι η ανείπωτη αυτή λαγνεία της λατρείας της, μαζί με την ιερατική υποβολή που ο τόπος μου ασκούσε από τη στιγμή που τον πρωταντίκρυσα, να σταματήσει την ήδη αδύναμη καρδιά μου. Κάθε λεπτό και ένας χτύπος λιγότερος. Στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο, μνησιπήμων πόνος(6).

Στεκω με την ελπίδα, αυτοί που κάποτε στο μέλλον, το κοντινό ή το απώτερο, βρουν το κουφάρι μου, σπαρμένο τσούρμο κοκάλα μέσα σε ρούχα ξεθωριασμένα κουρέλια, να πουν με βεβαιότητα ήταν ένας αλήτης, ο οποίος, πριν γίνει κανένας με το θάνατο του, θα πρέπει να θυμήθηκε ότι κάποτε υπήρξε βασιλιάς ή υποδύθηκε έναν βασιλιά(7).



1. Yeats . ‘A woman young and old’
2.,3.,4., Τόνι Μόρισον ‘ Γαλάζια Μάτια’
6., Γιώργος Σεφέρης 'Τελευταίος Σταθμός'
5.,7., Χόρχε Λούις Μπόρχες ‘ Το Άλεφ’.

Thursday, August 12, 2010

Η ποιήτρια



Της είπε:
''Πήγαμε σε ένα καλλιτεχνικό καφενείο να μιλήσουμε με το φίλο μου.
Στο τραπέζι ήταν η παρέα του, μια μουσικός και μια ποιήτρια.
Ένιωθα ωραία που η παρέα μας ήταν αυτή που ήταν.''
Τον κοίταξε και σκέφτηκε ότι σίγουρα δεν ήταν τυχαίο αυτό που ξεστόμισε. Κάτι θα ήθελε να πει με αυτή την επισήμανση. Αργότερα τα πράγματα σα να χειροτέρεψαν όταν είδε αγορασμένη μια ποιητική συλλογή πάνω στο βρωμισμένο από τη σκόνη τραπέζι του. Ο κηπουρός της λήθης. Για σκέψου, ο κηπουρός της λήθης.
Εκείνη δεν δήλωνε ούτε ποιήτρια, ούτε μουσικός και φυσικά δεν ήταν. Δεν ήταν καν ζωγράφος ή γνωστή λογοτέχνης.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη σκεφτική, χλωμή και άπνοη. Αναρωτήθηκε τι ήταν, αν ήταν κάτι, αν αυτό το κάτι ήταν σημαντικό, αν ήταν κάτι για ‘κείνον. Ήταν σαν να της περνούσε μια θηλιά στο λαιμό, στα μάτια του δεν ήταν τίποτα, απλά μια αντανάκλαση ενός φαντάσματος.
Πέρασαν μέρες. Περπατώντας στους δρόμους της πόλης. Κάνοντας στάσεις εδώ και εκεί, έτσι, χωρίς ιδιαίτερο πρόγραμμα. Εικόνες, εικόνες, αδιάφορες και out of focus.
Την είδα πριν κάνα δυο νύχτες. Ήταν σ' ένα μπαρ στα Εξάρχεια. Καθόταν στον δερμάτινο καναπέ πάνω από το ποτήρι με τη μπύρα της, δεν ξέρω αν την λυπόμουν ή την ερωτευόμουν σαν τραγική ηρωίδα της παράστασης της. Έγειρε το λαιμό της μια σταλιά προς τα πίσω και μια άγνωστη φωνή της είπε:
''Σήκωσε λίγο τα μαλλιά σου ψηλά, να δείχνεις τον μακρύ λαιμό σου, έτσι όπως θυμίζεις κάτι ανάμεσα σε Γαλλίδα και Γιαπωνέζα.''
Γέλασε προφίλ, ήπιε μια γουλιά ακόμα. Ήταν όμορφη θλιμμένη.
Το μυαλό της ξεκάθαρο από το αλκοόλ και την απύθμενη κολακεία καρφώθηκε στη μνήμη της λέξης ποιήτρια. Την είχε χεσμένη την ποίηση των επιτηδευμένων, ασυνάρτητα στοιχισμένων λέξεων, όμως την ποίηση της ίδιας της φύσης της, αχ ναι, αυτή την βίωνε με ρίγη.
Τέτοια ποιήτρια ήταν, τέτοια ήθελε να ήταν. Να γράφει με το κορμί της ποίηση.
''Θέλω να σε γλείψω ολόκληρη, όχι να σε γαμήσω, μόνο να σε γλείψω.'' συνέχισε η φωνή.
Να τη γαμάνε και να σκέφτεται τι όμορφη που είναι η ζωή. Να τη γαμάνε όσο το θέλει, όσο την επιθυμούν, όσο η ποίηση ανάμεσα τους είναι σαν παρουσία. Όσο νοτίζουν τα σεντόνια, όσο θολώνουν τα τζάμια. Όπως το καλοκαίρι, όπως στους δρόμους της πόλης, στα ξένα σπίτια, στα ξενοδοχεία.
Κι η μουσική απ’ το υγρό μουνί της, θα ντύνει με μουσική την ποίηση της ζωής της. Έτσι ακριβώς.

Monday, August 02, 2010

'Εψαξα να σε βρω



Έψαξα να σε βρω, Ρομπέρτο, έψαξα να σε βρω, σε πρόδωσα, έκλαψα, έκλαψα, ώσπου έγινα ένα μικρούλικο νησάκι στη μέση της θάλασσας και τα τελευταία κύματα έχουν αρχίσει να με πνίγουν. Πόνεσα, τόσο πολύ, που θα μπορούσε ο πόνος μου να γεμίσει τα βάραθρα της γης και να ξεχειλίσει ηφαίστεια. Θέλω να μείνω μαζί σου Ρομπέρτο, θέλω να παρακολουθώ κάθε χτύπο απ’ την καρδιά σου, κάθε ανάσα απ’ το στήθος σου, με το αυτί κολλημένο πάνω σου θ’ ακούω τον θόρυβο των μηχανισμών στο σώμα σου όπως προσέχει ένας μηχανικός τη μηχανή του. Θα φυλάξω όλα σου τα μυστικά, θα είμαι το κιβώτιο με τα μυστικά σου, θα είμαι η σάκα που θα τακτοποιείς τα μυστήρια σου. Θ’ αγρυπνώ δίπλα στα όπλα σου, θα τα προστατεύω απ΄τη σκουριά. Θα είσαι ο πράκτορας μου και το μυστικό μου κι εγώ, στα ταξίδια σου, θα είμαι οι αποσκευές σου, ο αχθοφόρος σου κι η αγάπη σου.
Roberto Zucco (1988)

Εσύ.
Για σένα που τα λόγια αυτά, δεν είναι λόγια ξένα. Έκλαψα, έκλαψα και ύστερα δε σε πρόδωσα. Πνιγόμουν απ΄ τα τελευταία κύματα. Δεν ήξερα πια άκρη να διαλέξω να πιαστώ και ξέρεις πως είναι ο πνιγμός. Θυμάσαι τότε που μου σφίγγες το λαιμό και λιποθύμησα; Χάθηκα μεσ’ τους σπασμούς μου, έσβησα. Πνιγόμουν και ήδη είχα αναχωρήσει. Μικρό και σκοτεινό ταξίδι.
Πόνεσα πολύ.
Αν με άφηνες θα κολλούσα το αυτί μου επάνω σου, όπως κολλούσα τα μάτια μου όταν κοιμόσουν. Φοβόμουν ότι οι εφιάλτες σου, οι χρόνια ριζωμένοι δεν θα έφευγαν ποτέ.
Θα είμαι η σάκα που θα τακτοποιείς τα μυστήρια σου, τα γράμματα σου, τα βιβλία, τις κομμένες σελίδες, τις φωτογραφίες. Ότι σου αρέσει να μοιράζεσαι, ότι τα μάτια σου τραβάει, ότι σε κάνει να γελάς σ’ αυτή τη βρώμικη πόλη.
Η μυστική κρυψώνα σου, που θα γυρνάς τα βράδια. Εκεί που έτρεχες να μυρίσεις λίγη ησυχία. Εκεί που άπλωνες το χέρι να πάρεις απλόχερα ότι σου έλειπε.
Θα είμαι οι αποσκευές σου, ο αχθοφόρος σου κι η αγάπη σου. Μαζί θα ταξιδέψουμε τον κόσμο. Ξεκινάμε από τα μοναστήρια του Θιβέτ.
Γιατί εκεί; Ίσως θα ήθελες να δεις μαζί μου την μακρινή Ποτάλα, την ιερή πόλη, να σου κρατώ σφικτά το παγωμένο χέρι, όταν κοιτάς τις σκεπασμένες από ομίχλη κορυφογραμμές. Δεν ξέρω μήπως αν φτάσει εκείνη η ώρα, αν κάποτε υπάρξει τέτοια στιγμή, εκεί κοντά στην κορυφή του κόσμου, αν με αξιώσει η τύχη να αναστραφεί η τεθλασμένη μας πορεία, αν κάποιο θαύμα συμβεί από εκείνα που κανείς με στοιχειώδη λογική δεν θα περίμενε ποτέ, αν τότε το αντέξω και δεν βουτήξω στο κενό. Δεν ξέρω.

Και Εσύ.
Τι θέλεις, τι ζητάς από μένα; Το βλέπεις, δεν έχω περιθώρια, στενεύει ο χρόνος μου.
Να σε κρατήσω από το χέρι;
Νομίζεις είναι απλό;
Στο τραπέζι της προσφοράς πρέπει ν’ απλώσεις κάτι αξίας, κάτι να δώσεις. Δεν έχεις καταλάβει ότι εγώ μπορώ να σε σώσω απ΄τη ζωή σου. Μπορώ να γίνω ο αχθοφόρος και η αγάπη σου. Δεν βλέπω όμως τη δίψα στη μάτια σου ή το διαυγές εκείνο βλέμμα που λέει αλήθεια. Για το ταξίδι διαλέγεις πάντα τον πιο δυνατό, αυτόν που ξέρει να αφηγείται ιστορίες. Η άκρη της γης είναι αιώνες δρόμο και η σιωπή είναι φρικτή. Πίστεψες ποτέ ότι ήταν τυχαία η συνάντηση αυτή;
Θα ήθελα να είμαι ξερόκλαδο που φοβούνται μη το σπάσουν, μα μέσα μου φωλιάζει η δύναμη. Μπορώ να σε εμπνεύσω και να σε σύρω εν ανάγκη μέχρι το τέλος. Υποψιάζομαι ότι δεν είσαι άνθρωπος που πείθεται να ακολουθεί ή να χαράσσει μια λογική πορεία στο χάρτη. Και εγώ, που δε γελάστηκα ποτέ και παίζω στα δάκτυλα μου τους άτλαντες του κόσμου, βλέπω ξεκάθαρα με τα μικρά μου μάτια πως για κανένα ταξίδι δεν έχεις ψυχή. Ίσως για τίποτα δεν κάνεις, έτσι που ράθυμα με ειρωνεία στο βλέμμα με κοιτάς για να με κρίνεις.
Δεν θέλω αγαπητικό, δεν θέλω σύζυγο. Ένας αγαπητικός είναι όπως ο ήλιος, όσο ζεσταίνει, τόσο απλώνει γύρω μας την έρημο. Δεν θέλω να ‘μαι σαν ένα τροφαντό δεντράκι στη μέση μιας ερήμου με βότσαλα. Ποιος νομίζεις ότι είσαι μυξιάρη, και φαντάζεσαι ότι μπορείς να προκαλείς τη φύση; Δε σε ρωτάω τι σ’ αρέσει, δε σε ρωτάω τι ανάγκη νιώθεις. Ακόμα και οι πέτρες ζευγαρώνουν, δεν θα το αποφύγεις εσύ. Ακόμα και αν δεν νιώθεις την ανάγκη, βγες έτσι κι αλλιώς, γιατί θα φας χαστούκι.
Στεκεσ’ εκεί και καπνίζεις σαν καμιά πουτάνα που την ανακρίνουν. Ποιος σου’ χει μάθει να καπνίζεις ολομόναχος; Ένας άντρας μπορεί να καπνίζει μες τα θαμνά, πίνοντας μπύρα και χουφτώνοντας κορίτσια, κάποιος όμως που καπνίζει ολομόναχος ειν’ ανώμαλος.

Tabataba (1986)