Tuesday, January 31, 2012

Αναζητώντας την Οκτάνα

Δε μου λείπει τίποτα, είπε όρθιος πάνω απ’ το γεμάτο του κρεβάτι.
Ήταν Ιούλιος, ζέστη καυτή, πιο καίουσα η μέρα από τη σάρκα, που σ’ αυτό το σπίτι είχε συνήθως δεύτερο ρόλο.
Δυο σώματα αταίριαστα, η ερωτική μάνα γη και ο αέρας που φυσσά στο σπίτι του Ναρκίσσου.
Με το θλιμμένο βλέμμα του, τσεκούρι στο δόξαπατρί, μαλακίστηκε ανάμεσα στα καθαρά, φτηνά σεντόνια, αθόρυβα κι ύστερα σκούπισε το δάκτυλο της πάνω στη μαξιλαροθήκη.
Μια κάποια αγαλλίαση σωματοποιημένη εν είδει εκδίκησης.

Προσθήκη η φωτογραφία της Sally Mann, Legs.

Με το Μάνο να με γδέρνει


Friday, January 27, 2012

Χαρτάκι

Στην τσέπη του σακακκιού μου, βρήκα ένα μικρό χαρτί λευκό, κενό,
τίποτα γραμμένο πάνω,ούτε τηλέφωνο, ούτε όνομα.
Ίσως να αποτέλεσε, το άγραφο κομμάτι μιας υπόσχεσης,
ή έκανα κομμάτια μια ολόκληρη σελίδα από σκέτη αμηχανία
και κράτησα το ψήγμα της στιγμής.
Βλέπεις ποτέ δεν θα μάθουμε τις αληθινές προθέσεις μας
εκ των υστέρων.

Thursday, January 19, 2012

Ηδονοβλεψίας

Στην Πολιτεία, άκρη στη γωνιά αριστερά, εκεί στην ποίηση, τη βλέπω. Από την θέση αυτή υποψιάζομαι ότι ή Καρούζο διαβάζει ή Εμπειρίκο. ‎

''μέσα υπάρχει το όχι,
έξω κοχλάζει το ναι''

Πλησιάζω. Κρατάει ένα τόμο του Μεγάλου Ανατολικού. Είναι ελαφρά αναψοκοκκινισμένη και εντελώς αφοσιωμένη στην ανάγνωση. Απομακρύνομαι σε ασφαλές σημείο. Διακρίνω μια ελαφρά διαστολή στα μάτια και κύρτωση του σώματος προς τα μπρος.
Σκέφτομαι θα διαβάζει τώρα για τεράστιους πούτσους και ατελείωτα γαμήσια. Από την όψη της στοιχηματίζω, είναι ζωόφιλη, θα παραβλέψει τις διπλοβάρδιες του μολοσσού. Ερωτισμός καυλοπυρεσσώντων κορών. Με κουράζει αυτή η επανάληψη των επιφωνημάτων και των αναλυτικών περιγραφών. Μόνο στον πρώτο τόμο, διαβάζω και ξαναδιαβάζω τη σκηνή της επιβίβασης. Αριστούργημα.
Λίγο ακόμα και θα ντραπεί ή θα βαρεθεί να φύγει.
Έχω καυλώσει ήδη. Κι’ όμως. Θα ξεφυλλίσει λίγο ακόμα ποίηση, εκεί και παραπέρα. Αγγίζει τον Οδυσσέα στα αγγλικά, μόλις 2,5 Ευρώ, τον αφήνει και με τα αρχικά βιβλία παραμάσχαλα θα πάει προς το ταμείο.
Αναρωτιέμαι τι σκέφτεται, αν είναι τόσο ξαναμμένη όσο εγώ. Σε ρόλο ηδονοβλεψία, θα μπορούσα εκεί στις σκάλες να της ψιθυρίσω από πίσω, σε νιώθω.
Δεν θα κάνω τίποτα, θα βγω αργότερα απ’ την είσοδο με ήρεμο βηματισμό και θα πάω για ένα πιτόγυρο δίπλα. Ξενέρωτος πια.

Φωτογραφία Jan Saudek
Aκούγοντας τη Δαγκωματιά


Tuesday, January 10, 2012

Πλεύση





Πλέουμε καταμήκος της Τήνου. Φαλακρά βουνά και ούτε ίχνος πράσινο στη μέση του χειμώνα. Θυμήθηκα τον Πύργο και τις ασβεστωμένες αυλές. Το γλυκό του κουταλιού κάτω απ' τον πλάτανο. Τη ζωή μου που σκορπάω πάνω στις ξέρες. Τα γυαλισμένα σκαρπίνια του πάππου μου. Δεν ξέρω γιατί. Τα καλοσιδερωμένα άσπρα του πουκάμισα και την βόλτα που τον πήγα με ταξί, να ξεσκάσει, αφού είχε πεθάνει χρόνια πριν, στ' όνειρο μου. Η μνήμη είναι περίεργος εξωλκέας.




Φωτογραφία Ansel Adams

Θαλπωρή




Καθίσαμε γύρω απ' το στρωμένο τραπέζι. Το γιουβέτσι σου ζεστό, μυρίζει σπίτι. Όχι δεν ήρθα εγώ να σας ρουφήξω τη θαλπωρή. Ποτέ δεν ήμουν κλέφτης συναισθημάτων. Μόνο να γείρω μετά το φαγητό στην κάμαρα. Ν'ακούω τις χαρούμενες φωνές σας. Μήπως με πάρει ο ύπνος. Πάνω στη δική σας αγάπη. Δίπλα στο ένα μόνο δάκρυ που μούσκεψε το μαξιλάρι μου.




Πίνακας Jackson Pollock, No 8.

Μικρή Παράσταση



Ζούμε τις ζωές μας σαν μοιραίοι. Μικρά ανθρωπάκια, αδύναμα ν' αγγίξουμε την αλήθεια. Να τη χαϊδέψουμε στο πρόσωπο. Χτίζουμε τοίχους, βάζουμε μάνταλα. Ύστερα σκηνοθετούμε λάθη, αδιέξοδα, συγκρούσεις, χωρισμούς. Έτσι κυλάει αδρεναλίνη στο αίμα. Η επίπλαστη απελπισία φοριέται όπως το εποχικό ρούχο. Έπειτα η παγερή σιωπή. Στο τέλος, πέφτουμε άδεια σακκιά, κατάχαμα. Κι' η αυλαία γελάει μαζί μας.



Φωτογραφία Δ. Μαυρίδου

Tuesday, December 27, 2011

Σιωπηλός πεζόδρομος

Βροχή

Βρέχει ασταμάτητα. Σχεδόν δυο μερόνυχτα. Μουλιάσανε τα παπούτσια μου, για πρώτη φορά μετά το δημοτικό. Δεν βρίσκω κομμάτι του δρόμου να πατήσω δίχως ρυάκι. Δεν κυκλοφορεί σχεδόν κανείς, μόνο ελάχιστες σιωπηλές ομπρέλες. Συντροφιά ο ήχος της βροχής στην πλακόστρωση.
Δεξιά μου η Ακρόπολη βουβή, αριστερά το σπίτι του Άκη ντροπιασμένο, τα δέντρα αγέρωχα μου γνέφουν σχεδόν ειρωνικά. Ειρωνικά στο αιώνιο τους μεγαλείο.
Νομίζω φοβάμαι τους ρυθμικούς ήχους, θυμίζουν κινέζικο βασανιστήριο, ταπ, ταπ, ταπ. Προτιμώ τη μπόρα. Κι’ η μπόρα έρχεται.

Φύλλα

Πάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, ξεψυχάει με χειμέριο ρόγχο, κίτρινη, όλη η μουριά. Μεγάλα φύλλα, σαβανώνουν το τζάμι. Μερικά θα μείνουν κολλημένα εκεί πάνω, θα ταξιδέψουν όλη την παραλιακή, θα πάνε στην αταίριαστη θάλασσα. Το σπίτι στη θάλασσα είναι η ελαφρότητα της ζωής και η σοβαρότητα της χωμάτινης νότιας τρικυμίας. Το σπίτι στον πεζόδρομο των φύλλων, είναι η ιστορική συνέχεια, η ανατριχίλα των συλλογικών ενθυμημάτων.

Αδράνεια

Οδηγώ μηχανικά. Φτάνω εκεί, σχεδόν ξεχνώντας πως. Ο τρόμος στους δρόμους με τα δέντρα είναι το αφηρημένο νου. Θα πατήσεις φρένο έγκαιρα ή θα χάσεις την τελευταία ευκαιρία; Έχεις καλά βροχολάστιχα ή η τσιγκουνιά σου φοράει τα γυαλισμένα; Θυμάσαι, ξεχνάς; Θα γίνεις φονιάς ή ιδανικός αυτόχειρας;
Παράτα το ρημάδι στην άκρη. Περπάτα καλύτερα, μη το σκέφτεσαι. Η αδράνεια αγαπά τη χορογραφία των απλών κινήσεων, τις ίδιες τροχιές, το σιγανό βηματισμό. Κι ύστερα όσοι νομίζουν ότι πεζοπορώντας λύνει κανείς πολύπλοκα ζητήματα μέσα στο κεφάλι του, κάνουν μεγάλο λάθος. Ούτε χαμένοι έρωτες, ούτε κλεμμένα φιλιά, ούτε μαθηματικές εξισώσεις, ούτε πεταμένες ευκαιρίες. Μουλιάζεις.
Χαζεύεις τις πλάκες που σου τρώνε τις κρεπ σόλες, τις τσίχλες που δεν ξύστηκαν ποτέ, τα διακριτικά φώτα, τα πεσμένα φύλλα. Και η διαδρομή έχει γυρίσει ανάποδα.


Η φωτογραφία "Boulevard du Temple" στο Παρίσι, τραβήχτηκε το 1838 από τον Louis Daguerre 

Μην ανησυχήσετε, η λυρικότητα είναι προϊόν βροχής και ημερών, σύντομα στο γνωστό κυνικό ύφος θα μιλήσω για σεξ και τέχνη, ή την τέχνη του σεξ, ανάλογα.

Friday, December 09, 2011

Επανάληψη

Ήταν η πέμπτη φορά που μου είπες τα ίδια. Ανεπίδεκτος μαθήσεως. Και ούτε η γροθιά στο γυάλινο τραπέζι, ούτε το κεφάλι που χτυπούσα ρυθμικά στον τοίχο, σε ξύπνησε. Μίλησες σχεδόν μηχανικά. Πρόσεξε, υπάρχουν καρφιά σε κάποια σημεία. Σκέφτηκα το καρφί ανάποδα μέσα στον εγκέφαλο μου, σαν πιθανότητα. Τι κρίμα.Τα λόγια, παραμορφωτικός καθρέφτης. Τόσο άδικο. Αναμεταξύ μας φοβάμαι, πια, δεν θα βρεις ούτε δημοκρατία, ούτε αλληλεγγύη. Ούτε πιθανώς αυτήν την αισθητική ποιότητα που περιγράφει λοξούς ανθρώπους. Η λόξα είναι μονομερώς αποδεκτή. Φεύγω. Θα σ' αναζητήσω αύριο στη γειτονιά που μένεις. Η ανάγκη βλέπεις. Η αδυναμία να τραβήξω μια κόκκινη γραμμή.

Φωτογραφία Josef Koudelka

Friday, December 02, 2011

Αναπηρίες

Βλέπω μπροστά μου ένα λευκό τοίχο. Το πέρασμα της ημέρας αλλάζει τις σκιές που κουνιούνται πάνω του σαν στάχυα. Κοιτάω αν είμαι δεμένος στο κρεβάτι και όχι, είμαι λυτός, αν και όλα είναι λευκά γύρω μου και άδεια, δεν είμαι σε ίδρυμα. Κοιμάμαι πολύ, όσο μπορώ για να μην καρφώνομαι στον τοίχο. Βλέπω όνειρα, γεμάτα αγάπη. Περίεργο. Η ερωτική επιθυμία μου καίει την ψυχή. Κι’ εκεί μένει. Τα πρόσωπα, μου είναι άγνωστα, ευτυχώς. Δεν θέλω να ξυπνάω. Είναι σίγουρα μια κρίση κατάθλιψης.

Ύστερα από τις πολιτικές βδέλλες, ευδοκίμησαν στην πόλη οι συναισθηματικές. Άνθρωποι με προβλήματα προσωπικότητας, που ο τρόπος της δέσμευσης, η ίδια η ουσία της τους προκαλεί σπασμούς. Ομφαλοσκόποι. Λένε πέντε σ’αγαπώ, θέλω να σε έχω στη ζωή μου, χύδην, έτσι για να πιάσουν γεμάτα και ‘συ κοιτάς μετά τους τοίχους. Τι σημασία έχουν τα τσάμπα λόγια; Μιλάνε για πολιτισμό και διαλεκτική και εσύ κοιτάς και πάλι γουρλώνοντας τα μάτια. Λες δεν μπορεί κάτι κουσούρι έχω. Όχι ρε πούστη, έχω μέσα μου αίμα που καίει, έχω ζωή πέρα από μένα, αν μείνω με απλωμένα χέρια μπορεί να την αγγίξω και θα’ναι αληθινή.

Και ‘σένα που σε πλήγωσαν κάποτε και διάβαζες εμμονικά κάθε βδομάδα και σου άρεσε η οπτική του ''Από τις ψεύτικες υποσχέσεις και τα κατά δήλωση συναισθήματα να τυλίγουν απρεπώς ζωώδη γαμήσια, επιλέγω μεθύσια και γαμήσια σκέτα. Άνευ χαρτοφυλακίου'', μη νομίζεις, δεν άλλαξε κάτι. Ναι από τις ψεύτικες υποσχέσεις και τους ανεύθυνους, πολιτισμένους ανθρώπους, δεν θέλω τίποτα. Όταν ανιδιοτελώς ξεδιπλώνεις τα χαρτιά σου, γυμνός από εγωϊσμό, εξουσία, φιλοδοξία και μικροαστικές δοξασίες, παίζεις τα ρέστα σου. Έτσι πάει.

 Φωτογραφία Κώστας Λιάκος

Thursday, November 24, 2011

Πάροδος

Προχτές η K άρχισε να μου μιλάει για μια παλιά της σχέση.
Κάθε βράδυ γύριζε με τη μηχανή στο πατρικό του σπίτι. Από τη Συγγρού έπρεπε να στρίψει μέσω κάποιας εισόδου, είσοδος Β αν θυμάμαι καλά. Είσοδο που τόσο έξυπνα είχαν κατασκευάσει οι συγκοινωνιολόγοι στη δεξιά μεριά, κανονική σκοτώστρα στροφή. Εκεί στην πάροδο που έκαναν πιάτσα τραβεστί.
Τραβεστί, αυτός ο άλλος κόσμος. Κι’ εκείνος ήταν μια περίεργη περίπτωση, πολύ περίεργη και σκοτεινή συγκεκριμένα, σ’ αυτή τη φάση της ζωής του τουλάχιστον. Κάθε βράδυ σταμάταγε να κάνει λίγο πλάκα, να του φωνάξουν από μακριά τα δίμετρα κορίτσια, έλα λίγο πιο κοντά, αγόρι είσαι σκέτη καύλα. Τ’ άρεσε.
Φαίνεται ότι τα σωματώδη μελαχρινά αγόρια με το επικίνδυνο βλέμμα, για ‘κείνες είναι σκέτη καύλα, ή πες το αλλιώς και μάρκετινγκ του επαγγέλματος.
Ένα βράδυ, γιατί όχι, πήγε στο σπίτι κάποιας. Μάλλον μια τυχαία βραδιά. Η φάση ήταν καλή για αρχή. Αυτά το κορίτσια ποτέ δεν έπαψαν να είναι άντρες, να ξέρουν τι να πουν και τι να κάνουν για να σε ανάψουν, να νιώσεις αυτή την ακραία ηδονή του φτηνού και έξω απ’ τα όρια.
Μπορεί να του άρεσαν οι ωραίοι κώλοι, τα στήθια από σιλικόνη όμως δεν του άρεσαν καθόλου.  Είναι σαν μπαλάκια του στρες, δεν νιώθεις τους αδένες τους κάτω απ’ το δέρμα, έλεγε. Μεγάλη καύλα αυτοί οι αδένες. Μεγάλο σχολείο τα κωλάδικα.
Κι ύστερα κάποια στιγμή ενώ περνούσε η ώρα και θα χόντραινε το πράμα, το βλέμμα του καρφώθηκε στο καλάμι της, μακρύ και άχαρο, αντρικό, τέτοιο που να φωνάζει παράταιρο πάνω στο σώμα μιας ξανθιάς με μεγάλα βυζιά.
Αν δεν είχε καρφωθεί το βλέμμα μου εκεί, ίσως και να τον είχα γαμήσει τον παλιόπουστα.
Μου τα είπε τότε, τότε που τραβιότανε μαζί μου, στο κρεβάτι. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Είναι βλέμματα που καθορίζουν τις ιστορίες, μικρές στιγμές για να κάνεις μπρος ή πίσω. Αλλά και πάλι, μια στιγμή δε λέει και πολλά. Μια φράση όμως μπορεί να σου τριβελίζει το μυαλό για μια αιωνιότητα.

Φωτογραφία Jan Saudek, Yearning1, 1986