Ήτανε δύο τη νύχτα, σε ένα παράθυρο στη Δρυάδων, ένα πρόσωπο σκοτεινό. Έξω χιονίζει. Τα παντζούρια είναι ανοιχτά, το σπίτι ισόγειο, η κουρτίνα τραβηγμένη, το φως από μέσα λιγοστό. Μονολογεί.
Μόνο ευγενικά αντίο,
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο,
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο.
Κοντοστέκομαι. Τον κοιτάω.
Δεν μου ρίχνει ματιά, επαναλαμβάνει στο ριπίτ σαν υπνωτισμένος, σε τόνο κατατονικό, την ίδια φράση.
Την ίδια φράση, σαν κασετόφωνο. Ηχογραφημένος.
Δεν υπάρχουν αντίο ρε, δεν υπάρχουν ευγενικά αντίο, δεν υπάρχει τίποτα ΜΟΝΟ, χωρίς κάτι άλλο, μόνο το χιόνι, μόνο το χιόνι με μουδιάζει, μου βάφει τα μαλλιά γκρίζα, γέρασα στα πορτοπαράθυρα του κόσμου, να αφουγκράζομαι τους χαμένους χτύπους των αναπήρων, μόνο στο χιόνι, μόνο στ’ αντίο, μόνο τότε που σε έπιασα απ’ τα μαλλιά μωρή παλιοκαριόλα, που θα μου πεις μόνο αντίο, ευγενικά αντίο, κι’ απάντησες με πονάς και ρίχνει χιόνι γαμώ την παναγία σου επιτέλους, με πονάς και δεν το θέλω, άσε με να λήξω σε ένα ευγενικό αντίο, μη με πνίγεις στην απελπισία σου, μη μου φτύνεις την αμηχανία μου στη μούρη, την αδυναμία μου, την ευγένεια μου, μη, μόνο μη.
Έφυγα με γρήγορο βηματισμό πριν το στρώσει και μόλις έφτασα σπίτι έβαλα ένα κονιάκ και πήρα τηλέφωνο μια βίζιτα που ήξερα. Βόρεια. Προορισμός το ισόγειο της οδού Δρυάδων.
Η
φωτογραφία από τo À bout de souffle του Jean-Luc Godard
Ακούγοντας ευλαβικά
αυτό.