Sunday, February 05, 2012

Τυφλότητα




Πετάρισε το μάτι μου, κάποιον θα δω λένε.
Είμαι όμως τυφλός εδώ και χρόνια. Με στράβωσε η στιγμιαία αντανάκλαση του χιονιού ή το αστροπελέκι που έκαψε ένα έλατο.
Έχω ξεχάσει την αιτία και τίποτα ορατό δεν έχει πια βαρύτητα.
Μόνο η απτή αλήθεια των σωμάτων.





Η φωτογραφία δεν θυμάμαι από που είναι, θυμάμαι μόνο αυτό και τον Άνεμο που κυλάει.

Wednesday, February 01, 2012

Μόνο χιόνι

Ήτανε δύο τη νύχτα, σε ένα παράθυρο στη Δρυάδων, ένα πρόσωπο σκοτεινό. Έξω χιονίζει. Τα παντζούρια είναι ανοιχτά, το σπίτι ισόγειο, η κουρτίνα τραβηγμένη, το φως από μέσα λιγοστό. Μονολογεί.

Μόνο ευγενικά αντίο,
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο,
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο.

Κοντοστέκομαι. Τον κοιτάω.
Δεν μου ρίχνει ματιά, επαναλαμβάνει στο ριπίτ σαν υπνωτισμένος, σε τόνο κατατονικό, την ίδια φράση.
Την ίδια φράση, σαν κασετόφωνο. Ηχογραφημένος.
Δεν υπάρχουν αντίο ρε, δεν υπάρχουν ευγενικά αντίο, δεν υπάρχει τίποτα ΜΟΝΟ, χωρίς κάτι άλλο, μόνο το χιόνι, μόνο το χιόνι με μουδιάζει, μου βάφει τα μαλλιά γκρίζα, γέρασα στα πορτοπαράθυρα του κόσμου, να αφουγκράζομαι τους χαμένους χτύπους των αναπήρων, μόνο στο χιόνι, μόνο στ’ αντίο, μόνο τότε που σε έπιασα απ’ τα μαλλιά μωρή παλιοκαριόλα, που θα μου πεις μόνο αντίο, ευγενικά αντίο, κι’ απάντησες με πονάς και ρίχνει χιόνι γαμώ την παναγία σου επιτέλους, με πονάς και δεν το θέλω, άσε με να λήξω σε ένα ευγενικό αντίο, μη με πνίγεις στην απελπισία σου, μη μου φτύνεις την αμηχανία μου στη μούρη, την αδυναμία μου, την ευγένεια μου, μη, μόνο μη.
Έφυγα με γρήγορο βηματισμό πριν το στρώσει και μόλις έφτασα σπίτι έβαλα ένα κονιάκ και πήρα τηλέφωνο μια βίζιτα που ήξερα. Βόρεια. Προορισμός το ισόγειο της οδού Δρυάδων.

Η φωτογραφία από τo À bout de souffle του Jean-Luc Godard

Ακούγοντας ευλαβικά αυτό.

Tuesday, January 31, 2012

Αναζητώντας την Οκτάνα

Δε μου λείπει τίποτα, είπε όρθιος πάνω απ’ το γεμάτο του κρεβάτι.
Ήταν Ιούλιος, ζέστη καυτή, πιο καίουσα η μέρα από τη σάρκα, που σ’ αυτό το σπίτι είχε συνήθως δεύτερο ρόλο.
Δυο σώματα αταίριαστα, η ερωτική μάνα γη και ο αέρας που φυσσά στο σπίτι του Ναρκίσσου.
Με το θλιμμένο βλέμμα του, τσεκούρι στο δόξαπατρί, μαλακίστηκε ανάμεσα στα καθαρά, φτηνά σεντόνια, αθόρυβα κι ύστερα σκούπισε το δάκτυλο της πάνω στη μαξιλαροθήκη.
Μια κάποια αγαλλίαση σωματοποιημένη εν είδει εκδίκησης.

Προσθήκη η φωτογραφία της Sally Mann, Legs.

Με το Μάνο να με γδέρνει


Friday, January 27, 2012

Χαρτάκι

Στην τσέπη του σακακκιού μου, βρήκα ένα μικρό χαρτί λευκό, κενό,
τίποτα γραμμένο πάνω,ούτε τηλέφωνο, ούτε όνομα.
Ίσως να αποτέλεσε, το άγραφο κομμάτι μιας υπόσχεσης,
ή έκανα κομμάτια μια ολόκληρη σελίδα από σκέτη αμηχανία
και κράτησα το ψήγμα της στιγμής.
Βλέπεις ποτέ δεν θα μάθουμε τις αληθινές προθέσεις μας
εκ των υστέρων.

Thursday, January 19, 2012

Ηδονοβλεψίας

Στην Πολιτεία, άκρη στη γωνιά αριστερά, εκεί στην ποίηση, τη βλέπω. Από την θέση αυτή υποψιάζομαι ότι ή Καρούζο διαβάζει ή Εμπειρίκο. ‎

''μέσα υπάρχει το όχι,
έξω κοχλάζει το ναι''

Πλησιάζω. Κρατάει ένα τόμο του Μεγάλου Ανατολικού. Είναι ελαφρά αναψοκοκκινισμένη και εντελώς αφοσιωμένη στην ανάγνωση. Απομακρύνομαι σε ασφαλές σημείο. Διακρίνω μια ελαφρά διαστολή στα μάτια και κύρτωση του σώματος προς τα μπρος.
Σκέφτομαι θα διαβάζει τώρα για τεράστιους πούτσους και ατελείωτα γαμήσια. Από την όψη της στοιχηματίζω, είναι ζωόφιλη, θα παραβλέψει τις διπλοβάρδιες του μολοσσού. Ερωτισμός καυλοπυρεσσώντων κορών. Με κουράζει αυτή η επανάληψη των επιφωνημάτων και των αναλυτικών περιγραφών. Μόνο στον πρώτο τόμο, διαβάζω και ξαναδιαβάζω τη σκηνή της επιβίβασης. Αριστούργημα.
Λίγο ακόμα και θα ντραπεί ή θα βαρεθεί να φύγει.
Έχω καυλώσει ήδη. Κι’ όμως. Θα ξεφυλλίσει λίγο ακόμα ποίηση, εκεί και παραπέρα. Αγγίζει τον Οδυσσέα στα αγγλικά, μόλις 2,5 Ευρώ, τον αφήνει και με τα αρχικά βιβλία παραμάσχαλα θα πάει προς το ταμείο.
Αναρωτιέμαι τι σκέφτεται, αν είναι τόσο ξαναμμένη όσο εγώ. Σε ρόλο ηδονοβλεψία, θα μπορούσα εκεί στις σκάλες να της ψιθυρίσω από πίσω, σε νιώθω.
Δεν θα κάνω τίποτα, θα βγω αργότερα απ’ την είσοδο με ήρεμο βηματισμό και θα πάω για ένα πιτόγυρο δίπλα. Ξενέρωτος πια.

Φωτογραφία Jan Saudek
Aκούγοντας τη Δαγκωματιά


Tuesday, January 10, 2012

Πλεύση





Πλέουμε καταμήκος της Τήνου. Φαλακρά βουνά και ούτε ίχνος πράσινο στη μέση του χειμώνα. Θυμήθηκα τον Πύργο και τις ασβεστωμένες αυλές. Το γλυκό του κουταλιού κάτω απ' τον πλάτανο. Τη ζωή μου που σκορπάω πάνω στις ξέρες. Τα γυαλισμένα σκαρπίνια του πάππου μου. Δεν ξέρω γιατί. Τα καλοσιδερωμένα άσπρα του πουκάμισα και την βόλτα που τον πήγα με ταξί, να ξεσκάσει, αφού είχε πεθάνει χρόνια πριν, στ' όνειρο μου. Η μνήμη είναι περίεργος εξωλκέας.




Φωτογραφία Ansel Adams

Θαλπωρή




Καθίσαμε γύρω απ' το στρωμένο τραπέζι. Το γιουβέτσι σου ζεστό, μυρίζει σπίτι. Όχι δεν ήρθα εγώ να σας ρουφήξω τη θαλπωρή. Ποτέ δεν ήμουν κλέφτης συναισθημάτων. Μόνο να γείρω μετά το φαγητό στην κάμαρα. Ν'ακούω τις χαρούμενες φωνές σας. Μήπως με πάρει ο ύπνος. Πάνω στη δική σας αγάπη. Δίπλα στο ένα μόνο δάκρυ που μούσκεψε το μαξιλάρι μου.




Πίνακας Jackson Pollock, No 8.

Μικρή Παράσταση



Ζούμε τις ζωές μας σαν μοιραίοι. Μικρά ανθρωπάκια, αδύναμα ν' αγγίξουμε την αλήθεια. Να τη χαϊδέψουμε στο πρόσωπο. Χτίζουμε τοίχους, βάζουμε μάνταλα. Ύστερα σκηνοθετούμε λάθη, αδιέξοδα, συγκρούσεις, χωρισμούς. Έτσι κυλάει αδρεναλίνη στο αίμα. Η επίπλαστη απελπισία φοριέται όπως το εποχικό ρούχο. Έπειτα η παγερή σιωπή. Στο τέλος, πέφτουμε άδεια σακκιά, κατάχαμα. Κι' η αυλαία γελάει μαζί μας.



Φωτογραφία Δ. Μαυρίδου

Tuesday, December 27, 2011

Σιωπηλός πεζόδρομος

Βροχή

Βρέχει ασταμάτητα. Σχεδόν δυο μερόνυχτα. Μουλιάσανε τα παπούτσια μου, για πρώτη φορά μετά το δημοτικό. Δεν βρίσκω κομμάτι του δρόμου να πατήσω δίχως ρυάκι. Δεν κυκλοφορεί σχεδόν κανείς, μόνο ελάχιστες σιωπηλές ομπρέλες. Συντροφιά ο ήχος της βροχής στην πλακόστρωση.
Δεξιά μου η Ακρόπολη βουβή, αριστερά το σπίτι του Άκη ντροπιασμένο, τα δέντρα αγέρωχα μου γνέφουν σχεδόν ειρωνικά. Ειρωνικά στο αιώνιο τους μεγαλείο.
Νομίζω φοβάμαι τους ρυθμικούς ήχους, θυμίζουν κινέζικο βασανιστήριο, ταπ, ταπ, ταπ. Προτιμώ τη μπόρα. Κι’ η μπόρα έρχεται.

Φύλλα

Πάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, ξεψυχάει με χειμέριο ρόγχο, κίτρινη, όλη η μουριά. Μεγάλα φύλλα, σαβανώνουν το τζάμι. Μερικά θα μείνουν κολλημένα εκεί πάνω, θα ταξιδέψουν όλη την παραλιακή, θα πάνε στην αταίριαστη θάλασσα. Το σπίτι στη θάλασσα είναι η ελαφρότητα της ζωής και η σοβαρότητα της χωμάτινης νότιας τρικυμίας. Το σπίτι στον πεζόδρομο των φύλλων, είναι η ιστορική συνέχεια, η ανατριχίλα των συλλογικών ενθυμημάτων.

Αδράνεια

Οδηγώ μηχανικά. Φτάνω εκεί, σχεδόν ξεχνώντας πως. Ο τρόμος στους δρόμους με τα δέντρα είναι το αφηρημένο νου. Θα πατήσεις φρένο έγκαιρα ή θα χάσεις την τελευταία ευκαιρία; Έχεις καλά βροχολάστιχα ή η τσιγκουνιά σου φοράει τα γυαλισμένα; Θυμάσαι, ξεχνάς; Θα γίνεις φονιάς ή ιδανικός αυτόχειρας;
Παράτα το ρημάδι στην άκρη. Περπάτα καλύτερα, μη το σκέφτεσαι. Η αδράνεια αγαπά τη χορογραφία των απλών κινήσεων, τις ίδιες τροχιές, το σιγανό βηματισμό. Κι ύστερα όσοι νομίζουν ότι πεζοπορώντας λύνει κανείς πολύπλοκα ζητήματα μέσα στο κεφάλι του, κάνουν μεγάλο λάθος. Ούτε χαμένοι έρωτες, ούτε κλεμμένα φιλιά, ούτε μαθηματικές εξισώσεις, ούτε πεταμένες ευκαιρίες. Μουλιάζεις.
Χαζεύεις τις πλάκες που σου τρώνε τις κρεπ σόλες, τις τσίχλες που δεν ξύστηκαν ποτέ, τα διακριτικά φώτα, τα πεσμένα φύλλα. Και η διαδρομή έχει γυρίσει ανάποδα.


Η φωτογραφία "Boulevard du Temple" στο Παρίσι, τραβήχτηκε το 1838 από τον Louis Daguerre 

Μην ανησυχήσετε, η λυρικότητα είναι προϊόν βροχής και ημερών, σύντομα στο γνωστό κυνικό ύφος θα μιλήσω για σεξ και τέχνη, ή την τέχνη του σεξ, ανάλογα.

Friday, December 09, 2011

Επανάληψη

Ήταν η πέμπτη φορά που μου είπες τα ίδια. Ανεπίδεκτος μαθήσεως. Και ούτε η γροθιά στο γυάλινο τραπέζι, ούτε το κεφάλι που χτυπούσα ρυθμικά στον τοίχο, σε ξύπνησε. Μίλησες σχεδόν μηχανικά. Πρόσεξε, υπάρχουν καρφιά σε κάποια σημεία. Σκέφτηκα το καρφί ανάποδα μέσα στον εγκέφαλο μου, σαν πιθανότητα. Τι κρίμα.Τα λόγια, παραμορφωτικός καθρέφτης. Τόσο άδικο. Αναμεταξύ μας φοβάμαι, πια, δεν θα βρεις ούτε δημοκρατία, ούτε αλληλεγγύη. Ούτε πιθανώς αυτήν την αισθητική ποιότητα που περιγράφει λοξούς ανθρώπους. Η λόξα είναι μονομερώς αποδεκτή. Φεύγω. Θα σ' αναζητήσω αύριο στη γειτονιά που μένεις. Η ανάγκη βλέπεις. Η αδυναμία να τραβήξω μια κόκκινη γραμμή.

Φωτογραφία Josef Koudelka