
Ζεστό μεσημέρι του Νοέμβρη. Πλατεία Κοτζιά. Περπατώ. Γυρίζω το βλέμμα στο σιντριβάνι. Μια κοπέλα γερμένη ανάσκελα με τα μαλλιά της στο νερό, σχεδόν ακίνητη. Λίγο ακόμα και θα βυθίσει το κεφάλι της μέσα. Κοντοστέκομαι. Αργά, εξαιρετικά αργά σηκώνει το λαιμό της. Ακουμπάει το κεφάλι της με τα χέρια της ελάχιστα και ξανά μέσα, τόσο αργόσυρτα που η κίνηση από μακριά είναι σχεδόν ακινησία.
Σαν παιδικό εκκρεμές, από αυτά που τα κινεί το βρέξιμο της μύτης. Εκείνη βρέχει τα μαλλιά της. Καίγεται ή έτσι νομίζει. Καίει την ζωή της και τη δροσίζει στα βρωμερά νερά, ανάμεσα στα περιστέρια, ανάμεσα στον κόσμο που απορεί και την χαζεύει. Ποιος ξέρει που νομίζει ότι βρίσκεται, σε ποια όαση αφήνει τις ανάσες της, κοφτές, ξέπνοες, άρρωστες σχεδόν τελειωμένες. Δίπλα της ένα σακίδιο, ένας καφές κρύος, δεν θυμάμαι καλά.
Για μένα θα μπορούσε να είναι ένα στιγμιότυπο της πόλης, μια αφορμή για ένα σχόλιο. Θα μπορούσα να αδιαφορώ ή να ξεβγάλω στο μυαλό μου την εικαστική ίσως ποίηση αυτής της εικόνας. Έστω μιας ποίησης μελαγχολικής και απαισιόδοξης. Όχι. Όχι. Πονάει η ψυχή μου για το κορίτσι που καίγεται. Πονάω που δεν είναι κοντά η μάνα της να τη δροσίσει λίγο στην αγκαλιά της. Να την πάρει από το νερό, από το δρόμο, από το τέλος που στέκει εκεί πιο κάτω, αργά ή γρήγορα. Η εικόνα της με στοιχειώνει. Όπως με στοιχειώνουν οι εικόνες όλων των ρημαγμένων και των άστεγων που διασταυρωθήκαμε στις πόλεις του κόσμου.
4 comments:
Χμμ.. μερικοί άνθρωποι δεν είχαν ποτέ μια μάνα σαν αυτή που περιγράφεις. Και το λάθος τους είναι ότι έκαναν αίτηση, να υιοθετηθούν από τους λάθος εθελοντές...
Πιο πολύ με πονάνε οι άνθρωποι που περνούν και προσπερνούν. Όπως έκανες εσύ, όπως κάνω κι εγώ κάθε μέρα γιατί... δε θέλω καν να γράψω γιατί. Αυτό πονάει ακόμα περισσότερο.
ειλικρινά δεν ξέρω και δεν μπορώ να προβλέψω που βαδίζουμε, σε τι θα προσπερνάμε αύριο, που θα βρεθεί ένα χέρι για κάποιον που δεν το είχε ή το έχασε από λάθος...
μου άρεσε αυτό το κείμενο
Post a Comment