Tuesday, September 18, 2012

Πίσω



Περπατάω. Μεγάλες πορείες  πάνω σε πλακόστρωτα. Ταπ, ταπ, ταπ. Καμιά φορά πατάω πάνω σε κουνημένες πλάκες και το νερό βρέχει τα παπούτσια μου. Γαμώτο. Φοράω ακριβά παπούτσια. Με ακριβά παπούτσια θα τους πατήσω. Στο λαιμό. Εκεί.

Κάθε διαδρομή με φέρνει πάνω στο Μιχαήλ Μαρμαρινό. Τη μία περπατάει, την άλλη πίνει καφέ και γράφει σε ένα σημειωματάριο. Βλέπει την πόλη, ίσως να φοράμε τα ίδια γυαλιά. Συχνά ακούμε τις ίδιες μουσικές. Το καταλαβαίνω στο θέατρο. Τικ, τακ, τικ, τακ Μιχαήλ, ο χρόνος κυλά, η πόλη περνάει μπροστά μας. Οι μετανάστες και οι άγιοι σταυρώνονται στο όνομα της ανθρωπιάς, της ανθρωπιάς που μας αποδίδει η λογική τους. Και είχαν δίκιο, δεν υπάρχει πια ανθρωπιά. Και είχες δίκιο. Πρέπει να πιστεύεις βαθιά στην ύπαρξη του άλλου για να τον συναντήσεις.

Είπε το εγώ είναι άνθρωποι και άνθρωποι. Ποιος είμαι; Ποιος είμαι; Είμαι τ’ όνομα μου; Είμαι ένα αρχίδι και μισό; Ή ίσως είμαι το σύμπαν διαστελλόμενο; Είμαι ο χρόνος που περνάει όταν ακουμπάς μια διαδρομή, τοίχο, τοίχο. Είμαι το χέρι που γράφει μια νοητή γραμμή και στο τέλος κονομάει μια υποψία γδαρσίματος, μια ελαφριά κόκκινη ταινία, προσωρινό σημάδεμα, που συνοδεύει τη μέρα και τη νύχτα και την επόμενη, ώσπου να σβήσει. Είναι ένας λαβύρινθος το εγώ.

Το νεαρό ζευγάρι από δίπλα στο καφενείο, συζητάει για μια παρτούζα. Άτομα οχτώ. Τέσσερα ζευγάρια. Πολυκοσμία. Κι ύστερα ποιος είναι τόσο κακόγουστος, ώστε να κάνει παρτούζα με ζευγάρια, εκτός από τα ίδια τα ζευγάρια. Τα γνώριμα μεταξύ τους. Παρτουζοζεύγαρα

Χαμένες βεβαιότητες. Να που καταντήσαμε. Τρέχω στο ταμείο του Ιντεάλ. Αγοράζω ένα εισιτήριο. Τα ίδια, γνώριμα, μεγάλα μάτια. Ίδια, εδώ και χίλια χρόνια. Χώνομαι μέσα. Αύριο θα πάω να διαβάσω οπισθόφυλλα στην Πολιτεία. Γνώριμα πρόσωπα. Χίλια χρόνια τώρα. Μικρό ιερό. Σε αφήνουν να προσευχηθείς σε ότι θεό πιστεύεις, ανενόχλητα, σε μια γωνία. Σε ησυχία. 

Υγρασία και ζέστη σέρνεται στην πόλη. Τα τηλέφωνα έμειναν λιγάκι αμήχανα. Ξεστήσαμε. Πάνε τα υποχρεωτικά κοινόβια της παραλίας. Το φθινόπωρο τα κατάπιε. Μαζί κατάπιε αμάσητο και τον ερωτισμό που νότισε. 

-Ρε συ μαλάκα, γιατί σε απολύσανε;
-Είπαν ότι πίεσα πολύ ένα τεχνίτη για κάτι δεδομένα.
-Πλάκα μου κάνεις ε;



Αποσπάσματα από το έργο Βίοι (Ζωές) Αγίων
 
Φωτογραφία Sally Mann


Wednesday, September 12, 2012

Έπεσε νύχτα



Κάθισε γυμνός, κατάχαμα, στην άμμο. Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από το λόφο και ένας ελαφρύς αέρας ανέμιζε κάτι παρατημένες ψάθες. Η παραλία είχε μείνει ήσυχη, χωρίς λόγια, ασπρόμαυρη, παλιό ντοκιμαντέρ.

Απέναντι και πίσω από το λόφο ήταν η σπηλιά. Στην είσοδο της, ένας μεγάλος λευκός βράχος. Ανεβασμένος πάνω, χτες, της άγγιζε τα μαλλιά. Κουρεύτηκες; Είναι οι άκρες σου, φρεσκοκομμένες. Γέλασε. Της έβαλε το δάκτυλο στο στόμα. Το έγλειψε. Έπειτα έσκυψε μπροστά του. Δεν ήταν βολικά, αλλά έσκυψε.  Γαλάζια θάλασσα. Ίσα που την ήξερε. Ζεστά από τον ήλιο σώματα, υγρά στόματα, κοφτές ανάσες. Ένα περίεργο βουητό.

Έπεσε η νύχτα. Δεν είχε φεγγάρι. Σκοτάδι πίσσα. Ξάπλωσε κοιτώντας τα αστέρια. Ο χρόνος είναι, η σημασία που δίνουμε στα πράγματα. Σε όσα συμβαίνουν αυτοστιγμής. Σήμερα νιώθει νέος. Μπροστά απέραντη ελευθερία. Το αύριο αδιάφορο. Το παρελθόν ξεθωριασμένη πολαρόιντ. Χαράζει νοητές γραμμές στον ουρανό. Σκορπιός, Μεγάλη Άρκτος. Πολλοί το κάνουν. Δεν είναι τίποτα πρωτότυπο. Ο τύπος, είχε πει, γιατί να μην βλέπω καθαρά τους αστερισμούς, κάθε νύχτα, από το σπίτι μου, γιατί να ζω στην πόλη; Δεν έμεινε πολύ, να δει το φως απ’ την πανσέληνο πάνω στο νερό.

Σκαλώνει η σαγιονάρα του στ’ αγκάθια. Μικρές γραμμές  το γδάρσιμο στην κνήμη. Ένα τσούξιμο, όχι πολύ αίμα. Σαλιώνει τα ακροδάκτυλα και τα περνάει πάνω στην πληγή. Θυμήθηκε εκείνη τη στιγμή, την ταινία, το τραίνο του Darjeeling Ltd. Τα σαλιωμένα δάκτυλα στο μουνί της. Τη μόνη ερωτική σκηνή. Βαθιά ερωτική. Διαφυλετική και στεγνή. Ανάκατα με τη ζωή του. Πριν και μετά. I have to have her. 





Ex-girlfriend: Whatever happens in the end, I don't wanna lose you as my friend.
Jack: I promise, I will never be your friend. No matter what. Ever.

Ex-girlfriend: If we fuck I'm gonna feel like shit tomorrow.
Jack: That's okay with me.

Ex-girlfriend: I love you. I never hurt you on purpose.
Jack: I don't care.



Φωτογραφία Bryan Doty



Friday, September 07, 2012

Παρθένες παραλίες


Οι παρθένες παραλίες των μικρών νησιών, στέκουν ατάραχες στο καλοκαιρινό βασανιστήριο. Γεμάτες σκηνές και κάθε λογής αντικείμενα. Ένα καρπούζι στο νερό, κονσέρβες στη σκιά, τα κατσαρόλια του τρελού στην άμμο, λίγα σκουπίδια, ξύλα και κουρελαρία σενιαρισμένα πρόχειρα, πακτωμένα, κατασκευή που εκτελεί χρέη τέντας εκστρατείας. Υποχρεωτικά σχοινάκια κατάχαμα.
Πονάει ο τόπος, βαριανασαίνει, ρουφάει το κάτουρο, τo στόμα που φτύνει οδοντόκρεμα. Η αλαφροΐσκιωτη χορογράφος, είπε όλο απέχθεια, υγειονομική βόμβα η παραλία. 

Τι καραγκιόζ μπερντές, τι ξαπλώστρα με τη σαιζόν ρεζερβέ. Το ίδιο και χειρότερο σαμάρι στην πλάτη του άγριου τοπίου. Κι η ερημιά στενάζει, στο βάρος του απολίτιστου πολιτισμένου, που έβγαλε τον κώλο έξω, ενδύθηκε το παρεό, δεν ξέχασε την συλλογιστική μικρού χωριού και το φθινόπωρο θα μοστράρει τις εμπειρίες του στα στριμωγμένα μπαρ. 

Η χαμένη σιωπή, το κύμα που σκάει βουβό, η απομόνωση, στέκουν μακριά, στις άκρες ενός χάρτη που δεν έχουν δει ανθρώπινα μάτια. Οι ξεπαρθενιασμένες παραλίες, θα περιμένουν καρτερικά τους χειμωνιάτικους βοριάδες και τη σταθερή παγωμένη βροχή, να ξεκινήσει, να ξεπλύνει στα έγκατα, όλο το καλοκαίρι.


μια  μελωδία  ακουμπά ανάλαφρα στις μέρες που θα έρθουν 

Tuesday, August 07, 2012

Γαλάζιο


Στην Αγγελική

Υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν σαγιονάρες, τσίμα τσίμα  μέγεθος. Το σωστό είναι ένα νούμερο μεγαλύτερες από το κλειστό παπούτσι. Στην πρώτη περίπτωση, το πόδι στέκεται στην άκρη, σχεδόν ακουμπώντας τα βρωμερά καταστρώματα. Βέβαια υπάρχουν πάντα οι Γάλλοι, στον αντίποδα, που ξεδιάντροπα και φανερά ξυπόλυτα, οδεύουν κι αφοδεύουν στις τουαλέτες των πλοίων και μετά τσουπ, μπαίνουν στους υπνόσακους κατάχαμα. Αλλά μιλάμε για άλλη κλάση.
Επανέρχομαι όμως. Η τσουρούτικη σαγιονάρα, η λίγη, είναι σχεδόν μια τραγικότητα. Λίγο πιο πάνω από τους ζαρωμένους κώλους, σε παραλία γυμνιστών. Οι μικροσαγιονάρες πάσχουν από παρόμοιο σύνδρομο με την αριστοκρατική κινέζικη ανατροφή, που έκλεινε μαρτυρικά τα παιδικά πόδια στο μισερό παπούτσι φυλακή.

Τα καράβια είναι εντευκτήρια από περίεργες γκριμάτσες και άκυρες συζητήσεις. Κανείς δεν απαγγέλλει ποίηση ή δεν μιλά για βεβαιότητες. Κανείς δεν συζητά Μακρή ή Βακαλόπουλο, ή έστω τις ταινίες του Τσιώλη, που κολλάνε γάντι. Μπορεί να ακούσεις να λένε, το ψάρι ήταν όνειρο, αυτοί, που περιφέρουν τα παιδιά ως τρόπαια. Που δεν σιγούν ποτέ, που δεν γελούν με την ψυχή τους. Έτσι, γαργαρογέλατα, όπως εμείς στο βραδινό ταξίδι. Χάσκουν όλοι, κοιτάζοντας το κινούμενο πλήθος, ποτάμι άχρωμο, με ανακατεμένα μαλλιά.

Κλείνω καμπίνα. Μ’ αρέσει να κάνουμε έρωτα. Ένα καλό γαμήσι κάνει τη διαδρομή ρευστή, σφραγίζει τη μνήμη, εξοργίζει τη μεσοτοιχία. Βογγάς. Μα δε σε νοιάζει. Χτύπα το χέρι σου ελεύθερα στο στήθος σου και στον τοίχο. Χτύπα και μένα δυνατά, μη με φοβάσαι. Δεν ήξερες ότι γουστάρω ε, ε μάθε το. Το ήρεμο κύμα, κούνια που μας καυλώνει, τυλιγμένους σχεδόν, μέσα στα λευκά βαμβακερά σεντόνια. Τα σαπούνια στρογγυλά και η μπίρα ζεστάθηκε να περιμένει στο πλαστικό, πάνω στο κομοδίνο. Κοιμήσου τώρα, το κλιματιστικό κάνει την καλοκαιρινή κάψα, σύγκρυο χειμωνιάτικο.

Η πορτοκαλί σκηνή ήταν άδεια. Πήρες δανεικό το sleeping bag. Δε μύριζε και άνοιξη, αλλά τι να γίνει. Το χώμα είναι σκληρό έτσι. Το πλάι σου μουδιάζει, όλη η πλάτη μουδιάζει και τα χέρια παραλύουν σαν προεόρτια εμφράγματος. Κάθε εφιάλτης που φύλαγες στο τσεπάκι ξεπηδά. Ξυπνάς και είναι εφτά. Η θάλασσα σχεδόν λάδι. Όλοι κοιμούνται κι ο ήλιος ακόμα δεν έχει περάσει την πλαγιά. Στο παγωμένο νερό ξεπλένεις ότι σε πλήγωσε, ότι χρωστάς και ότι δεν θα πάρεις πίσω. Βουλιάζουν τα ενέχυρα στον πάτο. Το σώμα ανατριχιάζει. Πάνω στην άμμο, ξαπλώνεις ήρεμα. Η γύμνια της επανεκκίνησης. Σιωπή. Ο σκύλος που έτρεχε πιο κει, έρχεται και σου γλείφει το χέρι. Ανατριχιάζουν οι ρώγες και μια ελαφριά καύλα, κινεί τον κόσμο, με τις πρώτες πρωϊνές αχτίδες.
Η βροχή, θ’ αργήσει φέτος.


Φωτογραφία Henri Cartier Bresson

και κάπου στο βάθος amara me





Monday, June 25, 2012

Όταν μόνοι


Εκείνη
Ξυπνούσε πολύ πρωί, αναγκαστικά, ενώ το σιχαινόταν. Στο γραφείο τα πράγματα ακολουθούσαν την περιρρέουσα ύφεση. Αναδουλειά. Τα μάτια της πονάνε από την έλλειψη ύπνου. Συχνά βαριέται να φτιάχνεται, όπως κάποτε συνήθιζε. Διαβάζει βιβλία, ακούει μουσική, αφηγείται ιστορίες. Καμία φορά κατεβαίνει ανεμίζοντας τον πεζόδρομο, για να ξεμουδιάσει, να πάρει αέρα, να αγοράσει αναψυκτικό από το περίπτερο. Το ανοίγει με τα κόκκινα νύχια της και πίνει από το κουτάκι. Έχει μια κακή συνήθεια να γλείφει το καπάκι. Χέστηκε για τα μικρόβια, έχει άλλα να την απασχολούν. Τώρα που είναι μόνη, μπορεί να έχει επιτέλους έντονα κόκκινα νύχια και να φοράει χρυσά πέδιλα. Δεν έχει τη γκρίνια του. Τα μεσημέρια στη λαύρα του καλοκαιριού ή πάει για μπάνιο μετά τη δουλειά, να χαζέψει γκόμενους στην παραλία, ή σπίτι να δροσιστεί. Ενημερώνεται λίγο από το διαδίκτυο και σίγουρα βλέπει, μέρα παρά μέρα, καμία ελαφριά τσόντα, από αυτές τις περιγραφικές. Ξαπλώνει στο τεχνητό αεράκι του a/c, στα καθαρά σεντόνια, υγραίνεται, χαϊδεύεται και χύνει. Το δάκτυλο στο στόμα έχει την υπόξινη γεύση της μοναξιάς. Κι όμως είναι επιλογή της. Ή καλύτερα, τόσα βαρετά ραντεβού, τόσο χασμούρημα, φωνάζουν ότι δεν την ενδιαφέρει το ρομάντζο σε παρόντα χρόνο. Με σχεδόν ηδονική ευχαρίστηση στέλνει πια sms, του τύπου, ξέρεις δεν με ενδιαφέρει να ξαναβγώ. Βέβαια δεν το κρύβει θα ήθελε ένα σκληρό πούτσο, θα ήθελε και συναίσθημα, ένα σκληρό πούτσο με συναίσθημα. Αλλά δεν θα ήταν ασφαλής. Ίσως να βόλευε μια καβάτζα. Έρημο κορμί. Δεν είναι εύκολο όμως. Στη θεωρία όλα είναι απλούστερα, ο ρεαλισμός βουλιάζει τις σανίδες στην ευαισθησία. Κάτι κάνει εντελώς λάθος. Ο ύπνος τα μεσημέρια είναι βαθύς. Οι νύχτες όμως συχνά είναι νοσταλγικές και πικρές.

Εκείνος

Είχε ένα μεγάλο καθρέφτη στο σαλόνι, σκεπασμένο με λευκό σεντόνι, όπως όταν έχεις πένθος ή τελοσπάντων όταν κυκλοφορούν φαντάσματα στο σπίτι, ή άλλα πλάσματα της εκκωφαντικής σου μυθολογίας. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί κολλούσε στον μικρό καθρεφτάκι του μπάνιου, πλένοντας τα δόντια εμμονικά ή βάζοντας κολώνια, χωρίς να ξυρίζεται ποτέ. Αρκούνταν δηλαδή  σε αυτή την ιεροτελεστική μανιέρα του ασώματου ναρκισσισμού. Ο ολόσωμος καθρέφτης είχε φαίνεται την συστατική λειτουργία του ολικού. Το έχω ξαναπεί ξεδιάντροπα, δεν έχω απαντήσεις για όλα τα παράδοξα. Πως άλλωστε;
Αυτό που μου έκανε εντύπωση, ήταν η ανάγκη του στην αποσπασματικότητα. Λίγη δουλειά από ‘δω, ένα εγχείρημα από εκεί, λίγο μοντάζ, λίγη μουσική, λίγη κουλτούρα. Μια γκόμενα κάθε τόσο, ένα κοριτσάκι, μια γυναίκα, μια φίλη. Παρηγόρια σε κάθε πικραμένη με καλοσχηματισμένα πόδια, που τη χώρισε ένας όμορφος, αδέσμευτος, μαλάκας. Παρηγοριά για ρομαντικές ψυχές θύματα. Μετά θύτης ο ίδιος. Αναλυτικές κουβέντες, ελεγείες στο πόσο έξοχα είναι να ζεις από ‘δω κι από κει, μέτοικος, με την ιδεολογία σου παραμάσχαλα, σε ένα κόσμο δήθεν μικρό, δήθεν πιεστικό, δήθεν για τον πούτσο, που εξόφθαλμα όμως θα συνέλθει, όταν οι δικές σου αξίες ή μη αξίες αποκτήσουν παγκόσμια ισχύ. Τριγύρω, ενώ πίστευα ότι η μερικότητα και η ιδιότυπη ελαφρότητα στο συναίσθημα, έφερνε φανατικούς φίλους, είδα να κάνουν ουρά αληθινοί εχθροί. Ήταν κρίμα. Καταβάθος το μόνο που ζήταγε ήταν άνευ όρων αγάπη. 


Φωτογραφία Henri Cartier Bresson


ακούγοντας τον Διάφανο
και μετά Έρημα Κορμιά


Wednesday, June 20, 2012

Να

Ζήσαμε ρηχές μέρες
χωρίς λέξεις
μαυσωλεία ζώντων
τι κι αν βρήκα κρυμμένες λίρες
σε ξέστρωτα, λερά, κρεββάτια
δε μέτρησε
ήθελα πια και εγώ να φύγω
λιποτάκτης
του έμμετρου
της θητείας στο μουνί σου
γερμανικά νούμερα, σκόνη, πατημένες γόπες,
να φύγω τρέχοντας
προς μια γωνιά προσωπική
ανέγγιχτη από συλλογικά οράματα
ασκητικό κελί
χωρίς εξάρσεις
στεγνό από καύλα
ψοφίμι εσωστρέφειας
Τετάρτη και Παρασκευή μόνο νηστεία.


Φωτογραφία Brett Weston.



Monday, May 28, 2012

Χέρια


Απλωμένο χέρι. Γλιστράω προς το πορτοφόλι και έπειτα θα ρίξω ένα κέρμα, ακριβώς στο κέντρο της παλάμης, με σχεδόν μηδενική ταχύτητα. Δεν αγγίζω καθόλου. Σαν ταχυδακτυλουργικό κόλπο. Τολμώ να πω, υπάρχει η αλήθεια της παλάμης, η πεμπτουσία της, ένα αδυσώπητο μάρκετινγκ. Μετράω πόση ειλικρίνεια μπορεί να εμπεριέχεται στην εικόνα, στο υγρό βλέμμα, στην απουσία της φωνής, άλαλη ικεσία. Όχι παρακλητικοί κανόνες και κλάψα. Με πιάνει αλά μπρατσέτα μια γηραιά διερχόμενη κυρία.
Σας πειράζει;
Όχι βέβαια, ευχαρίστηση μου.
Ρυτιδιασμένη όψη, πλισέ, καταπράσινα πανέμορφα μάτια, βαμμένη σχεδόν αποκριάτικα. Ήταν κάποτε χωρίς αμφιβολία καλλονή. Το σύνηθες για μένα, είναι ίσως να μιλήσουμε για τη ζωή της, να μάθω αν έχει περάσει καλά. Έχω αυτή την αγωνία με τις πολύ ωραίες γυναίκες. Καθένας με τα χούγια του.
Αρχίζει να μου λέει για τους μετανάστες, να μην πιστεύω τη ζητιάνα στο σουπερ-μάρκετ γιατί έχει λεφτά, για τους Αλβανούς που έδειραν τους συμμαθητές τους στο σχολείου του εγγονού της. Άρα έχει εγγόνι.
Ήρθε μέχρι και η αστυνομία. Τα παιδιά τα πήγαν στο γιατρό. Αλήθεια. Τι περιμένεις;
Κάνω να τη ρωτήσω κάτι άλλο, για τη γειτονιά ίσως. Έχει χαιρετίσει βιαστικά προς Ακρόπολη. Ότι ήθελε να πει, ειπώθηκε. Το παράπονο της. Η αγωνιά της.  Έστω.
Έχει λιακάδα και κανονικά είναι ωραία. Νοιώθω τα πόδια μου λίγο βαριά, ο ήλιος μου χλωμιάζει τις σκέψεις, θέλω να φύγω απο ‘δω, από αυτό το σώμα που ακουμπάει σε ένα μέλλον αβέβαιο, σε μια ελπίδα, που θα δοκιμαστεί από την ανθρωπιά σε λάθος χρόνο.

Η φωτογραφία του Manuel Alvarez Bravo

Wednesday, May 16, 2012

Γκρίζες ζώνες

1.
Είναι ένας περίεργος άνθρωπος. Κόβει τα νύχια του πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Τα διατηρεί επίμονα κοντοκομμένα. Μυρίζει τα ρούχα του πάντα, είτε τα βάζει στο καλάθι με τα άπλυτα, είτε στα συρτάρια. Φοράει κόκκινο μπουρνούζι με κουκούλα. Τον παίζει σπάνια, ίσως στο μπάνιο του, με κλειστή την πόρτα. Μένει μόνος. Στο τέλος πάντα ελέγχει την ποσότητα. Αυτό δεν ξέρω τι σημαίνει. Δεν του αρέσουν οι οικιακές δουλειές, παρά μόνο όταν έχει παρέα στο σπίτι. Τα μάτια του καμιά φορά είναι κενά, άνευ νοήματος, γεμάτα φόβο. Νομίζω κατηγορεί τους γονείς του για έλλειψη σοβαρότητας, όταν έπρεπε. Φουρτουνιασμένη παιδική ψυχή και τέτοια. Θεωρητικά είναι ένας κοινωνικός άνθρωπος. Γράφει τις προσβολές που του απευθύνουν σε ένα μπλοκ. Μια στήλη οι σκέτες, μια δεύτερη αυτές που απαντήθηκαν εν θερμώ. Πρακτικά σέρνει τη γκρίνια  πενηντάχρονου που καθημερινά κάνει απολογισμό. Η διαλεκτική του ανάλυση είναι μια καραμέλα λεμόνι που πιπιλάει συχνά. Στην ουσία του είναι σεξιστής και φλερτάρει με το παράλογο. Μετρά τις μέρες κάνοντας γραμμές στο σημειωματάριο του, με ένα καλοξυσμένο μολύβι.

2.
Περπατάει τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου αργά. Είναι ψηλός και άχαρος. Μάλλον θα τον έλεγα άσχημο. Μιλά μέσα από τα δόντια του. Δεν εκτιμώ αυτούς που έχουν κακή άρθρωση στο λόγο τους. Ζει σε ένα σύμπαν θεωριών που τον βολεύουν. Λόγου χάρη, ότι η εξωτερική εμφάνιση στους άντρες δεν έχει σημασία. Απατά τη σύντροφό του κατ’ εξακολούθηση. Μου εξηγεί διάφορα για τη συγκίνηση, τη στέρηση της νεανικής ηλικίας στα φοιτητικά δωμάτια της μοναξιάς, την άνευρη μαλακία, την απόρριψη, το καινούργιο που τον τραβά σα μαγνήτης, την ενοχή, τον πόνο. Δε διαβάζει ντε Σαντ. Ήδη με έχει πιάσει μια ελαφριά αηδία. Δεν εκτιμώ αυτούς που δεν έχουν λόγο. Τον παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου να βγαίνει από μια τουαλέτα. Πλένει τα χέρια του εμμονικά, λες και θα χειρουργήσει στη συνέχεια. Σιχαίνομαι τους μικροβιοφοβικούς ανθρώπους. Σχεδόν με σοκάρει. Μου θυμίζει τη θεωρία για την ανοσία των μικρών παιδιών στους καταυλισμούς. Μου θυμίζει τη μάνα μου, που έπιανε την τσίχλα που φτύναμε κάτω στο δρόμο και μας την έχωνε στο στόμα, για να πάψουμε να γκρινιάζουμε ότι μας έπεσε. Συνεχίζει και μου λέει τι εύχεται για τα γεράματα του. Δεν έχει πατήσει τα σαράντα. Δε νομίζω να εκτιμά την αληθινή αγάπη ή το άλλο φύλο. Νιώθω ένα πνίξιμο, όπως αυτό όταν η ακύρωση και ο εγκλωβισμός σου κόβει τα γόνατα.

3.
Ζει σε ένα σπίτι μικρό. Άθλιο. Γύρω διάσπαρτα χαρτόκουτα από πίτσες, σελίδες από άρθρα, βιβλία, σημειώσεις. Σκόνη παντού και κάπνα. Τρία πακέτα τσιγάρα σε σαράντα τετραγωνικά. Οι μόνες μέρες που αλλάζει κάτι, είναι όταν περνάει η μάνα του ή καμιά γκόμενα της προκοπής. Της προσφοράς μάλλον. Το μόνο λαμπερό σημείο είναι η λεκάνη του, αστράφτει από τη χλωρίνη. Κατά τ’ άλλα ούτε το πλυντήριο του δεν ξέρει πως μπαίνει μπρος. Αν τελειώσουν τα καθαρά σεντόνια, δε γαμάει άλλο. Το ψυγείο του είναι άδειο, άντε να έχει λίγη ρακή. Δεν πίνει σχεδόν ποτέ. Δουλεύει πολύ. Στον ελεύθερο του χρόνο αθλείται, παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια στρατηγικής, βλέπει τσόντες και τον παίζει μπροστά στον υπολογιστή του. Δεν έχει σημασία αν έχει σχέση ή όχι. Όταν ήταν παιδί χάρηκε που του αγόρασαν το Stratego και τον άφησαν ήσυχο σε μια γωνία να το παίζει μόνος του. Οι θεωρίες του για τον έρωτα τείνουν να είναι σωστές, άλλωστε ζούμε σε κυνικούς καιρούς, άλλωστε δεν μπορεί να αγαπήσει κάποιον πέρα από τον εαυτό του. Κάποτε είχε πει, η συντροφιά μου είναι πολύτιμη, ενώ όταν γνωρίζει μια καινούργια κοπέλα ισχυρίζεται ότι η νταντά του τον θώπευε μικρό. Δεν έχω καταλάβει γιατί. Στον στιγματισμένο από σταγόνες φραπέ τοίχο της κουζίνας,  κάποτε μια κατσαρίδα έκοβε τις βόλτες της αμέριμνη. Ήταν μια περίοδο που δεν είχε ανανεώσει τις παγίδες που μυρίζουν φυστικοβούτυρο.

 Φωτογραφία της Sally Man από την ενότητα Proud Flesh.

Friday, May 11, 2012

Εξορίες


Ο Μιχάλης δουλεύει στο Σαλίβερο. Χτυπάει την πόρτα της Φαλήρου παιδί, ύστερα εξωτερικές δουλειές και μετά τυπογράφος στο μεγαλύτερο τυπογραφείο της  πόλης. Ένας παρακρατικός γείτονας, μαθαίνει από έναν τρίτο ότι δήθεν είναι κομμουνιστής και τον καταδίδει. Χωρίς πολλά, πολλά, τον συλλαμβάνουν.
Έχει ήδη φυματίωση και έτσι θα μείνει για λίγο στη Μακρόνησο. Επιστρέφει με επιβαρημένη την υγεία του, για να νοσηλευθεί σε σανατόριο. 
Με τον καταδότη του, θα μιλάνε, όταν γεράσουν πια, στη γειτονιά, κανονικά.

Οι γονείς της είχαν σκουπάδικο στο Μοναστηράκι. Πατέρας δεξιός, μάνα αριστερή. Μεταπολεμικά, τη μία βδομάδα το έκαιγαν οι μεν, την επόμενη οι δε. Το έκλεισαν. Σκληρά χρόνια. Η δικτατορία την βρίσκει με μωρό έξι μηνών και στέλεχος της ΕΔΑ. Το βράδυ του πραξικοπήματος  τους μαζεύουν όλους, νύχτα, από τα σπίτια τους.
Κάρτα από τη Γυάρο στη μάνα της. Μάνα, περνάμε όμορφα, τρώμε καλά, το κλίμα είναι ευχάριστο και φιλικό. Τα βράδια κοιμόμαστε ακούγοντας κλασική μουσική.
Τενεκέδες με πέτρες, κατηφορίζουν τον λόφο κάθε νύχτα.


Φωτογραφία  από τη Γυάρο


Friday, May 04, 2012

Κατοχή


Ο Γιάννης Τσάκης δούλευε μηχανικός αυτοκινήτων στην ΕΛΦΙΝΚΟ, όταν η Ελλάδα  μπήκε στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν οδηγός σε φορτηγό που μετέφερε στο μέτωπο φορτία σίτισης. Όταν το ελληνοαλβανικό μέτωπο κατέρρευσε, γύρισε στην Αθήνα με ένα φορτηγό γεμάτο αλεύρι. Τα αδέρφια του άρχισαν να κατεβάζουν τα σακιά στο υπόγειο του σπιτιού της οδού Καλλιρρόης. Εντωμεταξύ, από το ραδιόφωνο καλέστηκαν όλοι οι οδηγοί, να επιστρέψουν τα αυτοκίνητα με το φορτίο τους στο Ρουφ, διαφορετικά θα τους περνούσαν στρατοδικείο. Τα τσουβάλια αλεύρι επιστράφηκαν στο φορτηγό, ενώ ήταν εντελώς ακαταχώρητα. Με αυτά τα τσουβάλια θα είχαν γλυτώσει την πείνα σαν οικογένεια, αυτοί και κάποιοι φίλοι τους, που πέθαναν τελικά, κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ο Τσάκης δεν ήταν ιδιαίτερα γενναίος άνθρωπος, ή μάλλον αγαπούσε πολύ τη ζωή για να ρισκάρει.Ο χειμώνας του 1941 ήταν σκληρός, πολύ κρύο, κανένα καύσιμο και πείνα. Υπήρχε μόνο άφθονο κρασί και χαρούπια. Το αλεύρι τελικά κατέληξε είτε στους μαυραγορίτες, είτε στους Γερμανούς.
Όταν ο στρατός κατοχής διέταξε την επίταξη όλων των μηχανικών αυτοκινήτων, είπε στη μητέρα του:
Μάνα θα πάω όπου με στείλουν, δεν αντέχω την πείνα. Χτες είδα τον Παναγιώτη να τρώει μια προβιά γάτας. Ο Παύλος πέθανε. Την Κυριακή, στην ταβέρνα που μου μήνυσαν να πάω, το κρέας ήταν σκυλί. Δεν το ήξερα, μου το είπαν μετά. Δεν μασιόταν και ρώτησα. Μάνα θα πάω όπου μου πουν.
Μηχανικός στο Ηράκλειο Κρήτης και στη συνέχεια οδηγός φορτηγού με συνοδό στρατιώτη του Γερμανικού στρατού. Ένα βράδυ τον πλησίασε ένας παλιός φίλος. Πατριώτης. Και τον ήξερε καλά.
Γιάννη θέλω μια χάρη. Θέλω να μεταφέρεις στο Τυμπάκι, δυο φίλους, για μια προσωπική τους υπόθεση.
Χαρτιά έχουνε;
Βέβαια.
Ο Γερμανός την επομένη δεν είχε αντίρρηση. Οι δύο επιβάτες δεν μίλαγαν σχεδόν καθόλου. Δυο μέρες μετά, επέστρεψαν μαζί τους . Πέρασαν όλα τα μπλόκα αβλεπί.
Το αεροδρόμιο του Τυμπακίου, κύριο αεροδρόμιο ανεφοδιασμού των στρατευμάτων του Ρόμελ, βομβαρδίστηκε έξι μήνες μετά.Έντρομος έπιασε τον πατριώτη και τον ρώτησε ποιοι ήταν αυτοί που μετέφερε. Ήταν Άγγλοι τοπογράφοι του στρατού. Χαρτογράφησαν το Τυμπάκι και αποτύπωσαν το αεροδρόμιο. Ο Γερμανός δεν ανέφερε κουβέντα στη μονάδα του, καθώς θα τον εκτελούσαν σίγουρα. Έτσι γλίτωσε και ο οδηγός του.
Ο Τσάκης δεν ήταν ιδιαίτερα γενναίος άνθρωπος, κάπνιζε Sante άφιλτρα κασετίνα, αυτά με την κοπέλα, του άρεσε το καλό φαγητό, το κρασί και οι γυναίκες. Ψήφιζε Φιλελεύθερους, μετά το 1951 Ένωση Κέντρου και μεταπολιτευτικά ΠΑΣΟΚ. Συνέχεια έλεγε ωραία ανέκδοτα και ήταν γνωστός χιουμορίστας.
 
Η φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα