Tuesday, August 07, 2012

Γαλάζιο


Στην Αγγελική

Υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν σαγιονάρες, τσίμα τσίμα  μέγεθος. Το σωστό είναι ένα νούμερο μεγαλύτερες από το κλειστό παπούτσι. Στην πρώτη περίπτωση, το πόδι στέκεται στην άκρη, σχεδόν ακουμπώντας τα βρωμερά καταστρώματα. Βέβαια υπάρχουν πάντα οι Γάλλοι, στον αντίποδα, που ξεδιάντροπα και φανερά ξυπόλυτα, οδεύουν κι αφοδεύουν στις τουαλέτες των πλοίων και μετά τσουπ, μπαίνουν στους υπνόσακους κατάχαμα. Αλλά μιλάμε για άλλη κλάση.
Επανέρχομαι όμως. Η τσουρούτικη σαγιονάρα, η λίγη, είναι σχεδόν μια τραγικότητα. Λίγο πιο πάνω από τους ζαρωμένους κώλους, σε παραλία γυμνιστών. Οι μικροσαγιονάρες πάσχουν από παρόμοιο σύνδρομο με την αριστοκρατική κινέζικη ανατροφή, που έκλεινε μαρτυρικά τα παιδικά πόδια στο μισερό παπούτσι φυλακή.

Τα καράβια είναι εντευκτήρια από περίεργες γκριμάτσες και άκυρες συζητήσεις. Κανείς δεν απαγγέλλει ποίηση ή δεν μιλά για βεβαιότητες. Κανείς δεν συζητά Μακρή ή Βακαλόπουλο, ή έστω τις ταινίες του Τσιώλη, που κολλάνε γάντι. Μπορεί να ακούσεις να λένε, το ψάρι ήταν όνειρο, αυτοί, που περιφέρουν τα παιδιά ως τρόπαια. Που δεν σιγούν ποτέ, που δεν γελούν με την ψυχή τους. Έτσι, γαργαρογέλατα, όπως εμείς στο βραδινό ταξίδι. Χάσκουν όλοι, κοιτάζοντας το κινούμενο πλήθος, ποτάμι άχρωμο, με ανακατεμένα μαλλιά.

Κλείνω καμπίνα. Μ’ αρέσει να κάνουμε έρωτα. Ένα καλό γαμήσι κάνει τη διαδρομή ρευστή, σφραγίζει τη μνήμη, εξοργίζει τη μεσοτοιχία. Βογγάς. Μα δε σε νοιάζει. Χτύπα το χέρι σου ελεύθερα στο στήθος σου και στον τοίχο. Χτύπα και μένα δυνατά, μη με φοβάσαι. Δεν ήξερες ότι γουστάρω ε, ε μάθε το. Το ήρεμο κύμα, κούνια που μας καυλώνει, τυλιγμένους σχεδόν, μέσα στα λευκά βαμβακερά σεντόνια. Τα σαπούνια στρογγυλά και η μπίρα ζεστάθηκε να περιμένει στο πλαστικό, πάνω στο κομοδίνο. Κοιμήσου τώρα, το κλιματιστικό κάνει την καλοκαιρινή κάψα, σύγκρυο χειμωνιάτικο.

Η πορτοκαλί σκηνή ήταν άδεια. Πήρες δανεικό το sleeping bag. Δε μύριζε και άνοιξη, αλλά τι να γίνει. Το χώμα είναι σκληρό έτσι. Το πλάι σου μουδιάζει, όλη η πλάτη μουδιάζει και τα χέρια παραλύουν σαν προεόρτια εμφράγματος. Κάθε εφιάλτης που φύλαγες στο τσεπάκι ξεπηδά. Ξυπνάς και είναι εφτά. Η θάλασσα σχεδόν λάδι. Όλοι κοιμούνται κι ο ήλιος ακόμα δεν έχει περάσει την πλαγιά. Στο παγωμένο νερό ξεπλένεις ότι σε πλήγωσε, ότι χρωστάς και ότι δεν θα πάρεις πίσω. Βουλιάζουν τα ενέχυρα στον πάτο. Το σώμα ανατριχιάζει. Πάνω στην άμμο, ξαπλώνεις ήρεμα. Η γύμνια της επανεκκίνησης. Σιωπή. Ο σκύλος που έτρεχε πιο κει, έρχεται και σου γλείφει το χέρι. Ανατριχιάζουν οι ρώγες και μια ελαφριά καύλα, κινεί τον κόσμο, με τις πρώτες πρωϊνές αχτίδες.
Η βροχή, θ’ αργήσει φέτος.


Φωτογραφία Henri Cartier Bresson

και κάπου στο βάθος amara me





5 comments:

Τσαλαπετεινός said...

Πιο πολύ κι από τον καύσωνα, το ποστ
σε κάνει να θυμηθείς ότι είναι καλοκαίρι.

;-)

serendipity said...

Tυχερη Αγγελική ....

:)

a passer by said...

το τραγουδι απλως επιτεινει την ανατριχιλα,ειναι ενα ξεχωριστο ειδος καυλας η καυλα της κατακτησης του κοσμου μονο με μια πρωινη βουτια πριν την ανατολη

silentcrossing said...

άφεριμ! :-)

fieryfairy said...

Η θάλασσα - κολυμβήθρα που μέσα της ξεπλένονται όλα τα χειμωνιάτικα κρίματα.
Η ανάρτηση σου συμπυκνώνει όλο το ελληνικό καλοκαίρι, πολύ μου άρεσε.