Tuesday, September 18, 2012

Πίσω



Περπατάω. Μεγάλες πορείες  πάνω σε πλακόστρωτα. Ταπ, ταπ, ταπ. Καμιά φορά πατάω πάνω σε κουνημένες πλάκες και το νερό βρέχει τα παπούτσια μου. Γαμώτο. Φοράω ακριβά παπούτσια. Με ακριβά παπούτσια θα τους πατήσω. Στο λαιμό. Εκεί.

Κάθε διαδρομή με φέρνει πάνω στο Μιχαήλ Μαρμαρινό. Τη μία περπατάει, την άλλη πίνει καφέ και γράφει σε ένα σημειωματάριο. Βλέπει την πόλη, ίσως να φοράμε τα ίδια γυαλιά. Συχνά ακούμε τις ίδιες μουσικές. Το καταλαβαίνω στο θέατρο. Τικ, τακ, τικ, τακ Μιχαήλ, ο χρόνος κυλά, η πόλη περνάει μπροστά μας. Οι μετανάστες και οι άγιοι σταυρώνονται στο όνομα της ανθρωπιάς, της ανθρωπιάς που μας αποδίδει η λογική τους. Και είχαν δίκιο, δεν υπάρχει πια ανθρωπιά. Και είχες δίκιο. Πρέπει να πιστεύεις βαθιά στην ύπαρξη του άλλου για να τον συναντήσεις.

Είπε το εγώ είναι άνθρωποι και άνθρωποι. Ποιος είμαι; Ποιος είμαι; Είμαι τ’ όνομα μου; Είμαι ένα αρχίδι και μισό; Ή ίσως είμαι το σύμπαν διαστελλόμενο; Είμαι ο χρόνος που περνάει όταν ακουμπάς μια διαδρομή, τοίχο, τοίχο. Είμαι το χέρι που γράφει μια νοητή γραμμή και στο τέλος κονομάει μια υποψία γδαρσίματος, μια ελαφριά κόκκινη ταινία, προσωρινό σημάδεμα, που συνοδεύει τη μέρα και τη νύχτα και την επόμενη, ώσπου να σβήσει. Είναι ένας λαβύρινθος το εγώ.

Το νεαρό ζευγάρι από δίπλα στο καφενείο, συζητάει για μια παρτούζα. Άτομα οχτώ. Τέσσερα ζευγάρια. Πολυκοσμία. Κι ύστερα ποιος είναι τόσο κακόγουστος, ώστε να κάνει παρτούζα με ζευγάρια, εκτός από τα ίδια τα ζευγάρια. Τα γνώριμα μεταξύ τους. Παρτουζοζεύγαρα

Χαμένες βεβαιότητες. Να που καταντήσαμε. Τρέχω στο ταμείο του Ιντεάλ. Αγοράζω ένα εισιτήριο. Τα ίδια, γνώριμα, μεγάλα μάτια. Ίδια, εδώ και χίλια χρόνια. Χώνομαι μέσα. Αύριο θα πάω να διαβάσω οπισθόφυλλα στην Πολιτεία. Γνώριμα πρόσωπα. Χίλια χρόνια τώρα. Μικρό ιερό. Σε αφήνουν να προσευχηθείς σε ότι θεό πιστεύεις, ανενόχλητα, σε μια γωνία. Σε ησυχία. 

Υγρασία και ζέστη σέρνεται στην πόλη. Τα τηλέφωνα έμειναν λιγάκι αμήχανα. Ξεστήσαμε. Πάνε τα υποχρεωτικά κοινόβια της παραλίας. Το φθινόπωρο τα κατάπιε. Μαζί κατάπιε αμάσητο και τον ερωτισμό που νότισε. 

-Ρε συ μαλάκα, γιατί σε απολύσανε;
-Είπαν ότι πίεσα πολύ ένα τεχνίτη για κάτι δεδομένα.
-Πλάκα μου κάνεις ε;



Αποσπάσματα από το έργο Βίοι (Ζωές) Αγίων
 
Φωτογραφία Sally Mann