Thursday, August 18, 2011

Λιψός

Πεζοπορούσαμε τους λόφους, μονοπάτια σκαμμένα άκρια στα γκρεμνά, από κάτω μόνο λευκή πέτρα, κατσίκια και το Αιγαίο. Η ομορφιά και η μυρωδιά της ρίγανης σε αφήνει ξέπνοο. Μην ανασαίνεις, εδώ γεννιόμαστε ξανά, άπλυτοι απ' την αρμύρα, ξεπλυμένοι από τις ιστορίες κι' απ' τους κανόνες. Σάμπως τους τήρησα ποτέ;
Στην άκρη της παλιάς χωματερής, μετά το μοναστήρι των πέντε μαρτύρων, άπλωσα τα δάκτυλα μου στο γυμνό σου πόδι, τάχα μου να διώξω τ' αραχνάκι. Υπομονή, στο τέρμα της κατηφόρας θα λούσω τα μαλλιά σου δίπλα στη χορταριασμένη πέτρα της πηγής, γνωρίζοντας ότι νεράιδες σου παίρνουν την λαλιά, κόντρα στο θρύλο, ντάλα καταμεσήμερο.


Φωτογραφία Sally Mann. Στην ανηφόρα θυμήθηκα ότι μπορεί να νικήσουμε κάποτε.



Wednesday, August 17, 2011

Μελόι

Την έβλεπε ανάμεσα από τα καλάμια, πότε χωρίς ρούχα, πότε τυλιγμένη στην νωπή πετσέτα.
Τραπέζι με πλαστικό εμπριμέ τραπεζομάντιλο, βασιλικός στη γλάστρα, οι ψάθες στοιχισμένες σε ένα τεράστιο χαλί. Άκουγε ''Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι''. Τόσο προφανές. Έλεγε στο τηλέφωνο ότι περνάει υπέροχα. Ήταν μόνος.
Εκείνη άκουγε τη βαριά του ανάσα τα βράδια σαν παρέα στο σκοτάδι. Όταν ξάπλωνε ξέντυτη πάνω στο φουσκωτό της στρώμα, κατάχαμα σχεδόν, μέσα στη σκόνη, άκουγε τη βαριά του ανάσα. Συντροφιά στο απαλό κορμί που έκαιγε στο αχνό φως του φακού και μερικές φορές παλλόταν σιωπηλά χωρίς παρέα.
Μπορεί και να την φανταζόταν γυμνή μέσα στη σκηνή της, όταν άφηνε το χέρι του να χαϊδέψει τυχαία το βασιλικό.

Φωτογραφία Jan Saudek, The Morning, 1990.

Βράχος

Μας φαντάζομαι γυμνούς πάνω στα βότσαλα
Ο ήλιος ξεκαθαρίζει κάθε δεύτερη σκέψη,
σε αφήνει στεγνό από διλήμματα,
γεμίζει προθέσεις το αφυδατωμένο ζεστό σώμα
Χαζεύω το άσπρο μαγιό στο μαυρισμένο δέρμα σου
Θυμάμαι τα δακρυσμένα μάτια
Πικρή μου σκέψη δεν έχεις θέση εδώ
Είπες πως μέρες τώρα στέγνωσαν οι νύχτες σου από όνειρα
Ήθελα να σταματήσω με τα χείλια μου το δάκρυ
Αχρείαστο
Μπορείς αν έχεις τη δύναμη να με χαστουκίσεις
Θα το αντέξω
Ύστερα ίσως να γαμηθούμε άγρια κάτω απ' το βράχο που σου έδειξα


Φωτογραφία Sally Mann
Περπατώντας στα βότσαλα της Πάτμου, θα ορκιζόμουν ότι ακουγόταν από μακριά I put a spell on you






Friday, July 15, 2011

Σχήμα πρωθύστερο


Χωρίς το πάθος
Είναι ίσως
Λάθος ο δρόμος μου στην πόλη

Μισός λέπια
Βρέχω τη γύμνια μου
Αράζω δίπλα στην κουρασμένη ξερολιθιά

Τα μάτια μου στραβώνει το ολόκληρο φεγγάρι
Λεπτές βελόνες στην ψυχή
Οι Περσείδες του καλοκαιριού

Στάζεις ιδρώτα στους κροτάφους
Άμμος μου τρώει τα σωθικά
Σέρνω τη γλώσσα αχόρταγη στο κοίλωμα μιας πεταλίδας

Φέξε με τα μαλλιά σου το σκοτάδι
Χτύπα μου τα δεμένα χέρια
Δικιά σου η αναπνοή του Αυγούστου

Αγάπη μου


Φωτογραφία Sally Mann, Family Pictures.

Wednesday, July 13, 2011

Κομμάτια η στιγμή


Χτυπάει το τηλέφωνο. Τη βλέπω πως το κοιτάει με τρόμο. Σιχαίνομαι τον τρόμο στα μάτια της. Βρίσκεται σε ένα νόστιμο καφέ στο Παρίσι και πίνει. Πάντα όταν κάτι πάει στραβά πνίγει την αναμονή σε αλκοόλ. Το πρωί περπατούσε στη Mονμάρτη σα χαμένη, άψυχη. Τι κρίμα. Βλέμμα από τη Sacré-Cœur ως το πουθενά.

Εκείνος τηλεφωνεί από τα σύνορα με την Ισπανία, κάπου κοντά στην Tarragona. Είναι πάνω στη μηχανή. Φυσάει οκτώ μποφόρ, κλαδιά και ριπές ανέμου παίζουν ρώσικη ρουλέτα με την πάρτη του. Έρχεται απ’ το Μαρόκο. Μακρύ ταξίδι. 

Ήταν με την άλλη. Πριν ξεκινήσει, παράτησε τη μία για την άλλη. Η άλλη είναι η παλιά. Όχι ότι έχει σημασία, ψυχανάλυση εδώ δεν κάνουμε. Η άλλη είναι η όμορφη, αλλά της λείπει πνεύμα και πάθος. Η μία είναι μόλις ένα και εβδομήντα κοντή, έτσι τη λέει και επικίνδυνη, πρέπει να της βρει κάποιο ψεγάδι, τι άλλο να της προσάψει. Δεν είναι κλασικά όμορφη, απ’ αυτές που όταν τις χαζεύεις στο δρόμο αναρωτιέσαι την προέλευση του κόσμου, έχει όμως μια παρουσία που σαρώνει στο πέρασμα της, έναν αέρα κινηματογραφικό. Έχει κάτι, το κάτι άλλο. 

Μη δίνετε σημασία στα παραπάνω, μπορούν να παραλλαχθούν για πολλές γυναίκες, για πολλά τρίγωνα, για όποια γωνιά φωλιάζει το δεν ξέρω τι έχω, δεν ξέρω τι θέλω, είμαστε όλοι σάκοι του μποξ που αντέχουν να καταπίνουν τις γροθιές στο υπογάστριο, χωρίς θάνατο.

Σα να ακούω τη φωνή του μέσα από το ακουστικό. Έλα σήμερα στη Νότια Γαλλία να με βρεις, όπου βολεύει, Aix, Nice, Cannes, ή όπου γλείφει η εθνική τις ακτές της Μεσογείου.

Τρέχει στο σταθμό Gare de Lyon, χωρίς δεύτερες σκέψεις, βγάζει εισιτήριο για τη Νίκαια, όμως πρέπει να κατέβει νωρίτερα, δεν προλαβαίνουν να βρεθούν αν το καθυστερήσουν κι’ άλλο. Στο Saint-Raphaël, εκεί. Αργότερα θα το μετανιώσει, δεν είδε τίποτα σημαντικό πέρα από τις στέγες της Μασσαλίας και αγρούς σπαρμένους με λουλούδια στην Προβηγκία. Είναι άνοιξη. Αργότερα φυσικά θα μετανιώσει για πολλά πράγματα. Σκληρό ταξίδι με το TGV, ίσως προς το γκρεμό. ''Αέρας, βροχή και ένα πρόβλημα στο πίσω λάστιχο λίγο έλειψαν να με ρίξουν σε μια χαράδρα, κι' εσύ καρφωμένη στη σκέψη μου.'' Ασφυξία. Χωρίς να ξέρει γαλλικά προσπαθεί να μάθει για το νότο. Μιλάει με ένα Bon Vivant άψογα ντυμένο, φοράει κουστούμι μπεζ κι ένα μεταξωτό φουλάρι, πίνει τον καφέ του στην πρώτη θέση. Θα της πει για τον προορισμό της, το χωριουδάκι των καλλιτεχνών και του Πικάσο. Αυτός θα κατέβει Μονακό, που αλλού. Οι μεγάλοι άντρες με χάρη και ωραίο λέγειν την ηρεμούν. Όταν η γλώσσα στέκεται πια ανάμεσα τους σα φράχτης χαιρετά ευγενικά και φεύγει. Τι να του πει άλλο, δεν μπορεί, ντρέπεται που άνοιξε συζήτηση χωρίς να ξέρει έστω τα βασικά. Θα την πέρασε για περίεργη, όχι ασυνήθιστο. Στοίχημα.

Το ξενοδοχείο είναι δίπλα στην προκυμαία. Σκούρος γρανίτης στρωμένος τους ξύνει τις σόλες. Θα κάνουν έρωτα πριν το φαγητό και μετά το φαγητό. Εκείνος συνήθως γαμάει. Όμως όταν είναι συναισθηματικά ταραγμένος, όταν είναι ευάλωτος, κάνει έρωτα. Τι σημασία έχουν όλα αυτά πια; Στο τραπέζι μια παράξενη σιωπή, άρρωστη, οι λέξεις πιο βαριές από ποτέ, τι να συζητήσουν άλλωστε. Θα της πει ότι του έλλειψε, ότι το όραμα της του βασάνιζε τον ύπνο και το ξύπνιο, ότι έπρεπε να τη δει. Εκείνη τρέμει από τον πόνο, καμιά φορά τα σωστά λόγια στο λάθος χρόνο είναι σκληρότερα από μαχαιριές στην πλάτη.

Στο κρεβάτι κολλάει πάνω του, κάνει πως κοιμάται με το δάκτυλο του στο στόμα, του μετράει τους κουρασμένους σφυγμούς. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μίγμα έρωτα, πάθους και προδοσίας να πήζει το αίμα, ε  το έζησε τη νύχτα αυτή, μεταξύ θάλασσας και γαλλικής εξοχής. Χαράματα κάθεται πάνω στο εξαντλημένο σώμα του, να πάρει ξανά ότι νόμιζε για χαμένο. Το σώμα ξυπνά απέναντι στο σπαραγμό, στον καθαρό πόθο, γιατί το σώμα πάντα γνωρίζει την αλήθεια, αυτή που όλοι προσπερνούν.

Θα χωρίσουν στη διασταύρωση. Εκείνος προς Σιέννα, εκείνη προς Παρίσι.
Γυρίζει απότομα και τον κοιτάει στα μάτια.
-Θέλω τα 50 ευρώ για το δωμάτιο, μη το ξεχάσεις.
Σιωπή.
Κομμάτια η στιγμή.
Τον βλέπει να φεύγει βιαστικά. Βάζει στην τσέπη το χαρτονόμισμα και το τσιγάρο στο στόμα.
Ένα τραίνο την περιμένει στο σταθμό.

Φωτογραφία Henri Cartier Bresson, Ile de la Cité, Paris, 1952.





Thursday, June 02, 2011

Πως πάει;


Είδα ζευγάρια να ερωτεύονται και ζευγάρια να χωρίζουν γύρω μου.
Στην πλατεία.
Η παρατήρηση του καλλιτέχνη που στέκεται απέναντί μου, με κάνει να νιώθω άβολα, σα να με στενεύουν τα παπούτσια. Άλλες εποχές ίσως με συνέπαιρνε το γεγονός, σήμερα έχω ένα μούδιασμα στις λυρικότητες, ή μήπως όχι, ίσως και να φταίει η τεθλασμένη μου προσωπική πορεία.
Ήθελε να μου μιλήσει, το κατάλαβα. Ίσως γιατί τον κοίταξα μέσα στο πλήθος, τον ξεχώρισα. Τυχαία. Από σύμπτωση το μεσημέρι είχα δει την τελευταία του ταινία.
Είναι μια ευκαιρία να μιλήσουμε στο διπλανό μας ,είπε, να βγούμε έξω στους δρόμους και στις πλατείες, είπε, να πούμε ότι ερωτευθήκαμε, ότι γυρίσαμε ταινίες με δυσκολία, ότι δεν έχουμε μία, ότι η τέχνη δεν παίρνει φράγκο, ότι είναι ότι σημαντικότερο έχουμε ως χώρα. Εγώ φέτος ερωτεύθηκα και έπαιξα σε τρεις ταινίες. Όπως και δεν έχω μία.
Τον χαζεύω πως ενθουσιάζεται ενώ μιλά γρήγορα. Για δες.
Πως το αυτονόητο ανάμεσα σε σένα και σε μένα φίλε έγινε λαϊκό αίτημα, πως στην κατρακύλα φωνές ουρλιάζουν από δίπλα μαλακίες, ιδεολογικές ασυναρτησίες, άσχετους ισχυρισμούς, απόψεις που στερούνται λογικής, καμιά φορά και ανθρωπιάς;
Θυμάσαι το νούμερο;
Πως πάει;
Πως πάει;
Δύο, τρία, δέκα; To θυμάσαι; Δύο, τρία, δέκα…αρχίδια; Αρχίδια;
Ζευγάρια ερωτεύονται, ζευγάρια χωρίζουν. Έτσι είναι η ζωή. Έχουν ο ένας τον άλλον και στο μαζί και στο χωρισμό, μη σκας, μην ενθουσιάζεσαι, τίποτα δεν πάει στο άπειρο χωρίς κόπο. Τα ντουέτα θα βρουν την πίστα, εσύ όμως που με κοιτάς κατάματα έχεις σημασία, εσύ που δεν σχετίζεσαι άμεσα με το δικό μου όραμα. Κοίτα με στα μάτια και μίλα μου, θα καταλάβω απ’ τα μάτια σου, τώρα μιλάνε τα μάτια. Σε βλέπω, είσαι εντάξει, μεταξύ μας θα βρούμε άκρη, με τους άλλους δεν ξέρω.
Φεύγω από τις πλατείες και γύρω μου δε βλέπω ζευγάρια, βλέπω τους άντρες να πέφτουν, να πέφτουν και δεν πρόλαβα να κάνω ούτε μια ευχή.

Monday, May 23, 2011

Στο βάθος πόθος


Αν σήμερα είναι Μάης, το μόνο που μετράει είναι ο ήλιος που καίει περασμένες σκέψεις.

Τη ρώτησα προχθές τι έκανε όταν ήταν νέα, όταν γυρνούσαμε στους δρόμους άναυλα και μου απάντησε, τίποτα. Δε με ενδιέφερε κάτι, μόνο να βλέπω, να ανασαίνω.
Η ζωή γυρίζει και ο πόθος, αν υποτεθεί ως στερεός και πτητικός, εξαχνώνεται.

O ερευνητής δημοσιογράφος του Citizen Kane, το 1941 μετά το θάνατό του, λέει στον Bernstein :
-Υπάρχει περίπτωση να μιλούσε στην τελευταία του λέξη για μια κοπέλα και να τη θυμήθηκε μετά από πενήντα χρόνια;
-Είστε πολύ νέος. Πολλά μπορεί να θυμηθεί κανείς. Το 1896 ήμουν στο φέρι για το N.Jersey. Το φέρι μου διασταυρώθηκε με ένα άλλο φέρι. Στο φέρι εκείνο για μια στιγμή είδα μια κοπέλα, φορούσε ένα άσπρο φόρεμα και κρατούσε ένα λευκό παρασόλι. Εκείνη δε με είδε, αλλά δεν υπήρξε μήνας μέχρι σήμερα που να μην την έχω σκεφτεί.

Οι χρονοδίνες, ξέρεις, δεν είναι το φόρτε μου. Μου φέρνουν ναυτία και η δραμαμίνη ύπνο. Το μερίδιο μου, το θέλω εδώ και τώρα.

Μάης, περάστε, στο βάθος πόθος.


Η φωτογραφία της Sara Saudkova, Parasol, 2001.

Thursday, May 12, 2011

Πρόκες


Ήταν δώδεκα χρονών. Μαζί γράφαμε φυλλάδια για τα σκουπίδια, τα αδέσποτα, τη θάλασσα και τα μοιράζαμε νύχτα κάτω απ’ τις πόρτες. Μας κατάλαβαν όλοι και θύμωσαν. Ελάχιστη επαρχία του ογδόντα. Δεν δέχονταν υποδείξεις και μαλώματα.
Έπιανε τα μαλλιά της κοτσίδια, φόραγε στράπλες μακό και έκανε ποδήλατο, πέρα δώθε. Ασταμάτητα. Όταν ένας Γιάννης της είπε κάτι προστυχόλογα, του πέταξε το χωνάκι της στη μούρη. Στην άκρη του χωριού, κάθε απόγευμα, χάζευε τα παγόνια. Μια μέρα φρέναρε άτσαλα σε μια κατηφόρα και έφυγε από το δρόμο, ποδήλατο, κορίτσι, πέτρες, έγιναν κουβάρι. Σηκώθηκε, τινάχτηκε, ίσιωσε πρώτα τη φούστα της και έπειτα τις λαμαρίνες.
Κάποιο απόγευμα πάτησε με τη σαγιονάρα της ένα ξύλο με καρφωμένες πρόκες. Σύρθηκε αθόρυβα στο καλύβι ενός ψαρά και τον παρακάλεσε να της ξεκαρφώσει το πόδι. Λίγο ιώδιο και να τη, κουτσαίνοντας, χωρίς να βγάλει άχνα, περπατάει στην παραλία.
Ακόμα έτσι είναι, πατάει πρόκες κι’ ύστερα απ’ τις πρώτες βοήθειες συνεχίζει μόνη. Μικρή παρένθεση, της σβήστηκε αυτό το βαθύ ανθρώπινο χαμόγελο απ’ το πρόσωπο.
Νομίζω γελάει σπάνια.

Έξοδος


Πριν τη λέξη, άλλη λέξη και μιάμιση σιωπή, να πνίγει τις υπόγειες κραυγές. Πριν τη βία, το ανασηκωμένο χέρι και ακόμα πιο πριν το μίσος, προτού τα μάτια γίνουν κόκκινα. Όταν μας χτύπαγε ο ηλεκτρισμός στον αέρα, σκληρότερα και από λάμα μαχαιριού, σήκωσα το κεφάλι, άρθρωσα την πικρότερη αλήθεια, πήρα τα ρίσκα πάνω μου και άνοιξα το βήμα, ξεκάθαρα προς το χείλος της αβύσσου. Η αιώρηση δεν πέρασε ούτε σαν σκέψη απ’ το μυαλό μου.


Η φωτογραφία της Natsumi Hayashi 

Tuesday, May 10, 2011

Στην πισίνα


Γαλάζια νερά στη μέση ενός μεσογειακού κήπου. Δίπλα ρίγανη και δεντρολίβανο. Πιο πέρα βουκαμβίλιες και ελιές.
Βγάζω το κεφάλι μου από το νερό να πάρω ανάσα. Ο σπουργίτης με κοιτάει κατάματα ακίνητος, ύστερα πετάει φοβισμένος.
Άλλη μια βουτιά άπνοη μέχρι την άκρη.
Με περιφρονείς;
Εγώ τι νοιώθω, τι θα ήταν καλύτερο;
Να σε περιφρονήσω πίσω, να σε αγνοήσω;
Λέω για αλλαγή να σ’ αγαπήσω πιο πολύ. Ένα δάκρυ τρέχει στο χλωριωμένο μου πρόσωπο, αρμύρα και χλώριο.
Μια, δυο απλωτές ακόμα. Τι με νοιάζει, τι σημασία έχει αν σ’ αγαπώ στα γαλάζια νερά.


Ο πίνακας της Alyssa Monks