Sunday, February 12, 2012

Ανοικτά

Ζήταγες μέρες ορθάνοικτες. Διαβατά μονοπάτια στις παρυφές μιας Ιστορίας πρασινισμένης από το γλείψιμο ανεξάντλητων βροχών. Τζάκια ξεμάντρωτα να ξεπηδά η φλόγα. Ξεκλείδωτα μπουντρούμια εξορίστων. Μουνιά υγρά, ξεφυλλισμένα τριαντάφυλλα, στραμμένα ξεδιάντροπα στον ουρανό. Τις πύλες της κολάσεως χωρίς λουκέτα. Την πόλη άπαρτη. Τους τοίχους με χαραγματιές πολλών χιλιοστών.
Λες και σου κλήρωσε μια τέτοια ανοιχτωσιά. Λες και σου άξιζε. Σα να σου τάξανε τα ξέφωτα δικά σου,
για να πεις κωλοπαιδίστικα στο παρά τρίχα, ευχαριστώ δε θα πάρω.


Φωτογραφία Henri Cartier Bresson


Πάντα γυρίζω σ' αυτή τη μαντινάδα,

Σαν είναι ο τράγος δυνατός
δεν τονε στένει η μάντρα,
ο άντρας κάνει τη γενιά
κι όχι η γενιά τον άντρα

Monday, February 06, 2012

Έρημος

Είμαι εκεί, ανάμεσα στη νοητή γραμμή που υποδεικνύει την αρχή της και στο δρόμο. Μπροστά στην ατέλειωτη έρημο, την χωρίς νερό και χωρίς ελπίδα. Στέκομαι ακίνητος και ήσυχος. Δεν έχω ξαναδεί τίποτα τόσο μεγάλο και τόσο δυνατό στη ζωή μου. Η σκόνη μου πνίγει την ανάσα. Ότι περάσει αυτή τη στιγμή, θα μείνει εδώ, θα χαθεί για πάντα.
Καμία εικόνα δεν θα είναι ποτέ πια ίδια με το τοπίο τούτο. Τόσο άνυδρο που νοιώθω το δέρμα μου να σφίγγει σαν φολίδες καρφωμένες γύρω από τη σάρκα μου, τόσο ζεστό που νομίζω ότι η ανάσα μου θα γίνει πνιγερή κραυγή αγωνίας. Ανώφελο, δεν υπάρχει κανείς για να ακούσει αυτά που έχω να εξιστορήσω. Αυτά που μίλαγα στα κύματα, πίσω στις δικές μας θάλασσες. Τώρα μπορώ να τ’ αφήσω να πετάξουν μέσα στην έρημο.
Κατάφατσα στον κίνδυνο ένοιωθα πάντα ζωντανός. Aντιμέτωπος με τους ανθρώπους, βασιλιάς. Ανέβηκα εκεί που θέλησα σιγά και φτάνοντας στην κορυφή του βουνού, που έγραφε πάνω τ’ όνομα μου, στάθηκα λίγο παράμερα να δω τη θέα. Τη θέα που ίδρωσα για να κερδίσω. Τότε κατάλαβα ότι γι’ αυτό δεν θα με συγχωρούσαν ποτέ.
Το αλάθητο ένστικτο μου με είχε κρατήσει ζωντανό. Είχα κερδίσει τη ζωή μου, αλλά μέσα μου βασίλευε απέραντη σιωπή. Ήμουν σκληρός με τους άλλους, μα πάνω απ’ όλα με τον εαυτό μου. Στα μυαλά τους δεν μπορούσε να χωρέσει αυτή η δύναμη και στο δικό μου δεν είχε θέση τίποτα λιγότερο.
Ο συνεκτικός κρίκος, είχε με κάποιους, χαθεί αμετάκλητα.. Για ευκολία χώρισα το πριν από το μετά και έτσι με διχοτομημένη τη ζωή μου κινήθηκα. Η επιλογή όμως είναι μονοσήμαντη και δεν έχει πισωγύρισμα. Ο άνθρωπος που έπεται του πρότερου εαυτού, παύει να θυμάται το παρελθόν ως δικό του και το καταχωνιάζει, σαν βαριά παρακαταθήκη που κουβαλάει μόνος, στα όνειρα του τις ταραγμένες νύχτες.
Έτσι συνήθιζα να προσπερνώ τα σημάδια καινούργιας ευτυχίας, καθώς η ιστορία είχε προκαθορίσει την πορεία μου. Ο χρόνος κυλούσε και σκιώδη τυχαία γεγονότα, έφεραν στο φως παλιές αγωνίες. Είχα ανάγκη τη χαμένη συνεχεία για να ξετυλίξω το μπερδεμένο μου κουβάρι απ’ την αρχή και να σκεφτώ για μια ακόμα φορά, τι ήταν αυτό που διάλεξα την κρίσιμη εκείνη ώρα.
Σκέφτηκα ότι εδώ στην άκρη του δικού μου κόσμου, εδώ μπροστά στην ατάραχη και αδυσώπητη έρημο, ίσως φωνάζοντας στα γόνατα σκυμμένος τις κραυγές μου, να έπαιρνα μια απάντηση απ΄τη σιωπή. Όχι κάτι το εύληπτο, ένα ψιθύρισμα ίσως της άμμου, έναν απόηχο της φωνής της ερήμου που να κρύβει μέσα στη μουσικότητα του ένα πιθανό χρησμό. Τέντωσα το κεφάλι μου προς την μεριά της και νόμισα ότι λέξεις ξεκάθαρες ακούστηκαν, ξέπνοες, σαν ομιλία παραδομένου από την κούραση ανθρώπου.

‘Χαμένες συνέχειες,

είναι χαμένες ζωές

και εδώ στην απέναντι σε σένα όχθη,

που με τόση αλαζονεία την έρημο κοιτάς, προσκύνησε και δες,

η χαμένη αρχετυπική αλληλουχία είναι αυτό που αναζητάς ακόμα και ανάμεσα στους αμμόλοφους.

Αυτούς του δικούς σου αλλήλους δεν θα τους βρεις,

γιατί οι ψυχές τους δεν περιδιαβαίνουν σε τόσο σκληρά μέρη,

παρά μόνο κατάλαβε ότι τις κουβαλάς μέσα σου.’



Φωτογραφία Ansel Adams : Road, Nevada Desert
Γραμμένο κάποτε για το Μαρόκο, διαβάζοντας πολύ Μπόρχες.


Sunday, February 05, 2012

Τυφλότητα




Πετάρισε το μάτι μου, κάποιον θα δω λένε.
Είμαι όμως τυφλός εδώ και χρόνια. Με στράβωσε η στιγμιαία αντανάκλαση του χιονιού ή το αστροπελέκι που έκαψε ένα έλατο.
Έχω ξεχάσει την αιτία και τίποτα ορατό δεν έχει πια βαρύτητα.
Μόνο η απτή αλήθεια των σωμάτων.





Η φωτογραφία δεν θυμάμαι από που είναι, θυμάμαι μόνο αυτό και τον Άνεμο που κυλάει.

Wednesday, February 01, 2012

Μόνο χιόνι

Ήτανε δύο τη νύχτα, σε ένα παράθυρο στη Δρυάδων, ένα πρόσωπο σκοτεινό. Έξω χιονίζει. Τα παντζούρια είναι ανοιχτά, το σπίτι ισόγειο, η κουρτίνα τραβηγμένη, το φως από μέσα λιγοστό. Μονολογεί.

Μόνο ευγενικά αντίο,
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο,
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο
μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο, μόνο ευγενικά αντίο.

Κοντοστέκομαι. Τον κοιτάω.
Δεν μου ρίχνει ματιά, επαναλαμβάνει στο ριπίτ σαν υπνωτισμένος, σε τόνο κατατονικό, την ίδια φράση.
Την ίδια φράση, σαν κασετόφωνο. Ηχογραφημένος.
Δεν υπάρχουν αντίο ρε, δεν υπάρχουν ευγενικά αντίο, δεν υπάρχει τίποτα ΜΟΝΟ, χωρίς κάτι άλλο, μόνο το χιόνι, μόνο το χιόνι με μουδιάζει, μου βάφει τα μαλλιά γκρίζα, γέρασα στα πορτοπαράθυρα του κόσμου, να αφουγκράζομαι τους χαμένους χτύπους των αναπήρων, μόνο στο χιόνι, μόνο στ’ αντίο, μόνο τότε που σε έπιασα απ’ τα μαλλιά μωρή παλιοκαριόλα, που θα μου πεις μόνο αντίο, ευγενικά αντίο, κι’ απάντησες με πονάς και ρίχνει χιόνι γαμώ την παναγία σου επιτέλους, με πονάς και δεν το θέλω, άσε με να λήξω σε ένα ευγενικό αντίο, μη με πνίγεις στην απελπισία σου, μη μου φτύνεις την αμηχανία μου στη μούρη, την αδυναμία μου, την ευγένεια μου, μη, μόνο μη.
Έφυγα με γρήγορο βηματισμό πριν το στρώσει και μόλις έφτασα σπίτι έβαλα ένα κονιάκ και πήρα τηλέφωνο μια βίζιτα που ήξερα. Βόρεια. Προορισμός το ισόγειο της οδού Δρυάδων.

Η φωτογραφία από τo À bout de souffle του Jean-Luc Godard

Ακούγοντας ευλαβικά αυτό.

Tuesday, January 31, 2012

Αναζητώντας την Οκτάνα

Δε μου λείπει τίποτα, είπε όρθιος πάνω απ’ το γεμάτο του κρεβάτι.
Ήταν Ιούλιος, ζέστη καυτή, πιο καίουσα η μέρα από τη σάρκα, που σ’ αυτό το σπίτι είχε συνήθως δεύτερο ρόλο.
Δυο σώματα αταίριαστα, η ερωτική μάνα γη και ο αέρας που φυσσά στο σπίτι του Ναρκίσσου.
Με το θλιμμένο βλέμμα του, τσεκούρι στο δόξαπατρί, μαλακίστηκε ανάμεσα στα καθαρά, φτηνά σεντόνια, αθόρυβα κι ύστερα σκούπισε το δάκτυλο της πάνω στη μαξιλαροθήκη.
Μια κάποια αγαλλίαση σωματοποιημένη εν είδει εκδίκησης.

Προσθήκη η φωτογραφία της Sally Mann, Legs.

Με το Μάνο να με γδέρνει


Friday, January 27, 2012

Χαρτάκι

Στην τσέπη του σακακκιού μου, βρήκα ένα μικρό χαρτί λευκό, κενό,
τίποτα γραμμένο πάνω,ούτε τηλέφωνο, ούτε όνομα.
Ίσως να αποτέλεσε, το άγραφο κομμάτι μιας υπόσχεσης,
ή έκανα κομμάτια μια ολόκληρη σελίδα από σκέτη αμηχανία
και κράτησα το ψήγμα της στιγμής.
Βλέπεις ποτέ δεν θα μάθουμε τις αληθινές προθέσεις μας
εκ των υστέρων.

Thursday, January 19, 2012

Ηδονοβλεψίας

Στην Πολιτεία, άκρη στη γωνιά αριστερά, εκεί στην ποίηση, τη βλέπω. Από την θέση αυτή υποψιάζομαι ότι ή Καρούζο διαβάζει ή Εμπειρίκο. ‎

''μέσα υπάρχει το όχι,
έξω κοχλάζει το ναι''

Πλησιάζω. Κρατάει ένα τόμο του Μεγάλου Ανατολικού. Είναι ελαφρά αναψοκοκκινισμένη και εντελώς αφοσιωμένη στην ανάγνωση. Απομακρύνομαι σε ασφαλές σημείο. Διακρίνω μια ελαφρά διαστολή στα μάτια και κύρτωση του σώματος προς τα μπρος.
Σκέφτομαι θα διαβάζει τώρα για τεράστιους πούτσους και ατελείωτα γαμήσια. Από την όψη της στοιχηματίζω, είναι ζωόφιλη, θα παραβλέψει τις διπλοβάρδιες του μολοσσού. Ερωτισμός καυλοπυρεσσώντων κορών. Με κουράζει αυτή η επανάληψη των επιφωνημάτων και των αναλυτικών περιγραφών. Μόνο στον πρώτο τόμο, διαβάζω και ξαναδιαβάζω τη σκηνή της επιβίβασης. Αριστούργημα.
Λίγο ακόμα και θα ντραπεί ή θα βαρεθεί να φύγει.
Έχω καυλώσει ήδη. Κι’ όμως. Θα ξεφυλλίσει λίγο ακόμα ποίηση, εκεί και παραπέρα. Αγγίζει τον Οδυσσέα στα αγγλικά, μόλις 2,5 Ευρώ, τον αφήνει και με τα αρχικά βιβλία παραμάσχαλα θα πάει προς το ταμείο.
Αναρωτιέμαι τι σκέφτεται, αν είναι τόσο ξαναμμένη όσο εγώ. Σε ρόλο ηδονοβλεψία, θα μπορούσα εκεί στις σκάλες να της ψιθυρίσω από πίσω, σε νιώθω.
Δεν θα κάνω τίποτα, θα βγω αργότερα απ’ την είσοδο με ήρεμο βηματισμό και θα πάω για ένα πιτόγυρο δίπλα. Ξενέρωτος πια.

Φωτογραφία Jan Saudek
Aκούγοντας τη Δαγκωματιά


Tuesday, January 10, 2012

Πλεύση





Πλέουμε καταμήκος της Τήνου. Φαλακρά βουνά και ούτε ίχνος πράσινο στη μέση του χειμώνα. Θυμήθηκα τον Πύργο και τις ασβεστωμένες αυλές. Το γλυκό του κουταλιού κάτω απ' τον πλάτανο. Τη ζωή μου που σκορπάω πάνω στις ξέρες. Τα γυαλισμένα σκαρπίνια του πάππου μου. Δεν ξέρω γιατί. Τα καλοσιδερωμένα άσπρα του πουκάμισα και την βόλτα που τον πήγα με ταξί, να ξεσκάσει, αφού είχε πεθάνει χρόνια πριν, στ' όνειρο μου. Η μνήμη είναι περίεργος εξωλκέας.




Φωτογραφία Ansel Adams

Θαλπωρή




Καθίσαμε γύρω απ' το στρωμένο τραπέζι. Το γιουβέτσι σου ζεστό, μυρίζει σπίτι. Όχι δεν ήρθα εγώ να σας ρουφήξω τη θαλπωρή. Ποτέ δεν ήμουν κλέφτης συναισθημάτων. Μόνο να γείρω μετά το φαγητό στην κάμαρα. Ν'ακούω τις χαρούμενες φωνές σας. Μήπως με πάρει ο ύπνος. Πάνω στη δική σας αγάπη. Δίπλα στο ένα μόνο δάκρυ που μούσκεψε το μαξιλάρι μου.




Πίνακας Jackson Pollock, No 8.

Μικρή Παράσταση



Ζούμε τις ζωές μας σαν μοιραίοι. Μικρά ανθρωπάκια, αδύναμα ν' αγγίξουμε την αλήθεια. Να τη χαϊδέψουμε στο πρόσωπο. Χτίζουμε τοίχους, βάζουμε μάνταλα. Ύστερα σκηνοθετούμε λάθη, αδιέξοδα, συγκρούσεις, χωρισμούς. Έτσι κυλάει αδρεναλίνη στο αίμα. Η επίπλαστη απελπισία φοριέται όπως το εποχικό ρούχο. Έπειτα η παγερή σιωπή. Στο τέλος, πέφτουμε άδεια σακκιά, κατάχαμα. Κι' η αυλαία γελάει μαζί μας.



Φωτογραφία Δ. Μαυρίδου