Είμαστε εφορευτική επιτροπή στις εκλογές κάποιου συνδικαλιστικού συλλόγου, μια άνοιξη, κάποια χρόνια πίσω. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος, αγοράκι φρέσκο στο σώμα, αγορεύει ασταμάτητα, με όλο το στόμφο και την αυστηρότητα που του προσέδιδε η ιδιότητα του και μια καριέρα στον δυσκοίλιο αυτό χώρο.
Μας μίλησε για τη σχολή, μας είπε για την επιστημονικότητα της μελέτης της δικογραφίας, τη σοβαρότητα του έργου του, την εμμονή στη λεπτομέρεια. Μια ζωή τυπικότητας, σύνεσης και εγκράτειας. Ιδίως στο φαίνεσθαι.
Ύστερα φυσικά μίλησε για το πόσο είναι δύσκολο να ακούς για τόση βρωμιά και να μένεις ατάραχος, λογικός. Δίκαιος, μπροστά στην εκμετάλλευση, στο βιασμό, την αιμομιξία.
Ασκώ λειτούργημα, ναι, για γερές κράσεις, είπε, σέρνοντας αργά τα φωνήεντα της φράσης.
Δεν ξέρω πως, μεταξύ δικαίου και βίας, ξεκίνησε να μας μιλάει για τη γυναίκα. Ως ιδέα.
Πως την βλέπει ιερή,
Μαντόνα Παναγιά, σύμβολο της προσφοράς και της καθαρότητας. Σιχαίνεται αυτές που προσδίδουν στην εικόνα φτήνια, σκέρτσο περιττό, νάζι, προκλητικό ντύσιμο. Τη γυναίκα τη σέβεται. Τελεία και παύλα. Η γυναίκα είναι η μάνα, το ιερό σύμβολο.
Μέσα μας γελούσαμε. Σκέφτηκα μπορεί και να, μπορεί και να μην.
Ανέβαινα καταμεσής του Ιούλη τα σκαλάκια της στενής στοάς προς το Πόλις, όταν στον ορίζοντα ανέτειλε μια γυμνή πλάτη, που έγερνε αριστερά κι έπειτα μ' ένα τίναγμα του μαλλιού έμεινε ακόμα πιο ερωτική στη θέα. Σήκωσα τα μανίκια μου προχωρώντας. Πίσω της διέκρινα το δικαστικό, με το ύφος μαλακωμένο, προσηλωμένο, ευλαβή, σαν σε εκκλησία.
Ψάχτηκα, αλλά δεν βρήκα ψιλά στις τσέπες μου να της ανάψω ένα κερί.
Φωτογραφία Robert Mapplethorpe, 1972, Untitled
Ο τίτλος από το τραγούδι του Νίκου Γκάτσου