Thursday, April 21, 2011

Ο δρόμος αμέριμνος

Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος πνευστών το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χαρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός που σ' έναν φράχτη αλαλάζει.
Κοιτώντας το ρολόι, η ώρα ήρθε, ξεχωριστά για τον καθένα. Τρομάζει η μέρα το ξεκίνημα, το φως γυμνώνει τις αυταπάτες, δείχνει τον καθαρό ορίζοντα της σκέψης.
Aμέριμνος ο δρόμος εξακολουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας (αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέριμνος διαβαίνει, και όσο εντείνεται το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει και πληθαίνει. Οι διαβάται αμέτρητοι.
Περπατώντας με βήματα βαριά τις μέρες και τους τόπους. Χνάρια χαράζουν, σημαδεύοντας, διαδρομές χωμάτινες. Εκείνες, που τα νερά ανασκάπτουν κι η σκόνη τους σα διάολος, σέρνεται μέσα από τις χαραμάδες, βρωμίζοντας την καθημερινή λευκότητα.
Ανάμεσα σε αγνώστους ποιητάς και άγιους ανώνυμους, ανάμεσα σε φορτηγά διαδρομών μεγάλων,
σκαρώνεις με λέξεις ένα παιχνίδι. Στη στοίχιση επιμένοντας και τον ρυθμό. Άγνωστοι ποιητές. Πένες που στάζουν, μέσα από σιδερένια κάγκελα. Άγιοι ανώνυμοι, ξερνάνε καλοσύνη, χωρίς ελπίδα ανταπόδοσης, στο τσάμπα. Εύκολα, η συγκίνηση υγραίνει, εκείνους που είναι μόνο λάσπη.
όλοι,
αστοί και
προλετάριοι διαβαίνουν,

ίσως ποτέ και να μη σφίξουμε το χέρι, ωστόσο δίπλα μου αγρυπνάει το ίδιο αστέρι, που δίπλα τους αγρυπνάει κι αυτό μου φτάνει,
όλοι υπακούοντες σε κάτι,
σε κάτι συχνά πολύ καλά μασκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντες στη Μοίρα),

Χορός του υπνοβάτη. Σε τρεις διαστάσεις. Η τέταρτη δεν περπατιέται έτσι. Μετρά ο χρόνος, η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δύο τόπους. Και τα επίπεδα να πατήσεις δεν έχουν γίνει ακόμα δύο. Φτερά δεν έβγαλες.
Να είμαι εγώ εδώ στη γη και συ πιο πάνω, χαρταετός, στους πάνω ανθρώπους, στον αέρα. Σε ονειρεύομαι να χτυπάς τα τζάμια των ορόφων, για ένα γεια και έπειτα φεύγεις πιο ψηλά, πιο γρήγορα, χωρίς τριβές. Θα πω στη μοίρα που μας έγραψε συμπτώσεις, άλλες πιο άτυχες και άλλες ευτυχείς, να ‘ρθει. Τι κι’ αν δεν το πιστεύεις, μοίρα θα πω πως είναι, η διαπραγμάτευση της σύμπτωσης σε δεδομένα πλαίσια. Τα ολόδικα σου, κλωστές που πλέκονται στα πόδια σου.
άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινούμενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής-λογής, τροχήλατα ποικίλα, μεσ’ την βουή διαβαίνοντας και την αντάρα, με Σιτροέν, με Κάντιλλακ, με Βέσπες και με κάρρα.
Ο δρόμος, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, από παντού περνά.

Αν θες να τον βαδίσεις, μπορείς ελεύθερα, δε σε εμποδίζουν πραίτορες ή σκύλοι που αλυχτούν χωρίς ελπίδες στις παρυφές, μόνο σκιές σου γνέφουν παραπλανητικά νοήματα.
Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος,
την εποχή που διάλεγες την άκρη της ουσίας, σε σύνορα αόρατα, εκεί που ένα χιώτικο γιασεμί σε πλήρη άνθηση αχνά μυρίζει ή ίσως στη μεθοριακή γραμμή πίσω απ' το μη χυμένο ακόμα αίμα
και μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, κάτω από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον στα βήματα των ποιητών εκείνων, που οι ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι, των ποιητών εκείνων των ακραιφνών και των αχράντων, καθώς και των αδελφών αυτών Aγίων Πάντων.


Συζητώντας για τη Μαρία Νεφέλη του Ελύτη,το Γυάλινο Κόσμο του Ουίλιαμς, το Φλεβάρη του 1848 των Αλκαίου- Μικρούτσικου και το Δρόμο του Εμπειρίκου. 
Η φωτογραφία του Josef Koudelka, Czechoslovakia 1968.


Sunday, April 17, 2011

Υγρά χαρτομάντηλα


-Το βλέπεις αυτό το παγκάκι;
-Μα ναι (το παγκάκι δίπλα στη Δεξαμενή, όχι τίποτα απόμερο). Θυμάμαι μια άνοιξη, φορούσε φούστα, είχαμε τελειώσει απ' τη σχολή, έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια της...
-Κι ύστερα;
-Το παλιό γκρι Ford Escort ήταν παρκαρισμένο ανάμεσα Τσακάλωφ και Αναγνωστοπούλου, νομίζω στη Βουκουρεστίου.
-Κι' ύστερα;
-Πήγαμε στ' αμάξι, συνέχισα να τη φιλάω πρώτα στο στόμα, μετά στο στήθος και το χέρι μου καρφωμένο εκεί ανάμεσα στα μακριά της πόδια, χωρίς το φόβο να κολλήσει κανένας ματάκιας στο τζάμι, όπως γινότανε στα Τουρκοβούνια, μέχρι να τελειώσει.
-Μα σπίτι δεν είχατε;
-Mπα ούτε σπίτι, ούτε λεφτά ρε, ούτε και χρόνο πολύ νομίζαμε, βιαζόμαστε, να διακόψουμε το εδώ και τώρα; Αργότερα πάλι, είχε ο θεός. Καλύτερα στους δρόμους. Άσε που δεν μπορούσα να ξεχάσω με τίποτα εκείνο το απόγευμα στο 3Χ του Μουσείου και το νευρικό γέλιο που μας είχε πιάσει, πατώντας στο πλατύσκαλο και αντικρίζοντας στην αίθουσα αναμονής-ίσως ήταν καμιά αργία- όλες αυτές τις σοβαρές και στραβωμένες φάτσες που περίμεναν βουβά για να γαμήσουν και τώρα εκτεθειμένοι σε δυο κωλόπαιδα, έχασαν κάθε όρεξη πια και με το κεφάλι κατεβασμένο, ηττημένοι, αποχωρούσαν δυο δυο.
-Πλάκα είχατε.
-Κωλόπαιδα μ' αυτοπεποίθηση, με μια βαθιά συνενοχή, χαμένα στη σιγουριά ότι στον κόσμο μας τίποτα δεν συννέφιαζε. Της κρατούσα το χέρι, όσο γελούσε, ασταμάτητα, πηγαία, ανέμελα. Όσο της κρατούσα το χέρι εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου, ο ομφαλός της γης. Ούτε πολύ πολιτική, ούτε μεγάλες παρέες με κιθάρες σε ρεμπετάδικα και ταβέρνες με τραγούδια. Μόνο οι λόφοι της Αθήνας, οι δρόμοι, το Πολυτεχνείο στου Ζωγράφου. Και χωρίς λεφτά, καμιά φορά χωρίς βενζίνη, να'ναι καλά η γιαγιά μου που μου πλήρωνε την Express Service.
Εγώ και εκείνη.
Χωρίς καν υγρά χαρτομάντηλα στο ντουλαπάκι του Ford.


Η φωτογραφία της Usha Tsonkova

Tuesday, April 05, 2011

Μια Παναγιά, μιαν αγάπη μου έχω κλείσει

Είμαστε εφορευτική επιτροπή στις εκλογές κάποιου συνδικαλιστικού συλλόγου, μια άνοιξη, κάποια χρόνια πίσω. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος, αγοράκι φρέσκο στο σώμα, αγορεύει ασταμάτητα, με όλο το στόμφο και την αυστηρότητα που του προσέδιδε η ιδιότητα του και μια καριέρα στον δυσκοίλιο αυτό χώρο.
Μας μίλησε για τη σχολή, μας είπε για την επιστημονικότητα της μελέτης της δικογραφίας, τη σοβαρότητα του έργου του, την εμμονή στη λεπτομέρεια. Μια ζωή τυπικότητας, σύνεσης και εγκράτειας. Ιδίως στο φαίνεσθαι.
Ύστερα φυσικά μίλησε για το πόσο είναι δύσκολο να ακούς για τόση βρωμιά και να μένεις ατάραχος, λογικός. Δίκαιος, μπροστά στην εκμετάλλευση, στο βιασμό, την αιμομιξία.
Ασκώ λειτούργημα, ναι, για γερές κράσεις, είπε, σέρνοντας αργά τα φωνήεντα της φράσης.
Δεν ξέρω πως, μεταξύ δικαίου και βίας, ξεκίνησε να μας μιλάει για τη γυναίκα. Ως ιδέα.
Πως την βλέπει ιερή, Μαντόνα Παναγιά, σύμβολο της προσφοράς και της καθαρότητας. Σιχαίνεται αυτές που προσδίδουν στην εικόνα φτήνια, σκέρτσο περιττό, νάζι, προκλητικό ντύσιμο. Τη γυναίκα τη σέβεται. Τελεία και παύλα. Η γυναίκα είναι η μάνα, το ιερό σύμβολο.
Μέσα μας γελούσαμε. Σκέφτηκα μπορεί και να, μπορεί και να μην.
Ανέβαινα καταμεσής του Ιούλη τα σκαλάκια της στενής στοάς προς το Πόλις, όταν στον ορίζοντα ανέτειλε μια γυμνή πλάτη, που έγερνε αριστερά κι έπειτα μ' ένα τίναγμα του μαλλιού έμεινε ακόμα πιο ερωτική στη θέα. Σήκωσα τα μανίκια μου προχωρώντας. Πίσω της διέκρινα το δικαστικό, με το ύφος μαλακωμένο, προσηλωμένο, ευλαβή, σαν σε εκκλησία.
Ψάχτηκα, αλλά δεν βρήκα ψιλά στις τσέπες μου να της ανάψω ένα κερί.

Φωτογραφία Robert Mapplethorpe, 1972, Untitled

Ο τίτλος από το τραγούδι του Νίκου Γκάτσου

Monday, April 04, 2011

Στην αρχή του λάκκου

Είμαι καπνός. Είμαι ελαφρύς. Ούτε δέκα σακιά με άμμο δεν μπορούν να με προσγειώσουν. Δεν είμαι αερόστατο στο ετήσιο πολύχρωμο πανηγύρι της Peak District. Πετάω ανάμεσα στους λόφους και έχω καταπιεί την άνοιξη. Νομίζω μια ελευθερία. Κι' έπειτα, σήμερα, δεν ξέρω ποιος είναι ακριβώς τι. Μοιράσαμε τους ρόλους και ξαναλλάξαμε το συναμετάξυ μας τη διανομή. Έξυσα με γυαλόχαρτο την σκασμένη κρούστα της επιφάνειας. Από κάτω μείναν γυμνά τα ξύλα, ή οι πιο βαθιές χαρακιές.
Μεταφορικά μιλάω ρε, για μας. Σε βλέπω, βλέπω πως είσαι κάτω από το πρώτο στρώμα. Σε έχω μάθει πια.
Κύκλοι δεν υπάρχουν. Όποιος το είπε είναι αφελής αγύρτης. Της γραφής θες, της αμπελοφιλοσοφίας θες, της αγελαίας ψυχανάλυσης θες, πάρ' το όπως γουστάρεις, όπως σε βολεύει, αλλά στο λέω, νέτα σκέτα, κύκλους δεν κάνει κανείς. Αλήθεια.
Στο πλήρωμα του χρόνου ξέχασες την κτηνωδία, το διασυρμό, τη γελοιοποίηση, την αξιοπρέπεια, την ησυχία, τα κούφια λόγια, την αγάπη και το μίσος. Τα ξέπλυνες με τους μήνες, λες και όλα είναι ρευστά σημεία μιας θεωρίας που χάσκει προς το μέλλον. Ηθική; Ποια ηθική; Αυτά είναι ιστορίες για αγρίους. Δεν υπάρχει τίμημα να πληρώσεις, για καμία πράξη. Τώρα πλέον τι;
Κοιτιόμαστε γυμνοί από τα ψέμματα και την προσποίηση. Εκτός απ΄ το κορίτσι εκείνο που με αυστηρότητα ήθελε να βρει τον γεμάτο προοπτικές πρίγκιπα για να της σπείρει ένα παιδί, τη μουχλιασμένη από ανασφάλεια μεσήλικη με το σκύλο κι' εκείνον που στοχαστικά και έντρομα παντρεύτηκε πνιγμένος στο παραμύθι της φαντασίωσης του, όλοι οι άλλοι είμαστε  έγκλειστοι. Αιχμάλωτοι να κροταλίζουμε στο λάκκο με τα φίδια.
Μη με κοιτάς αθώα, σε γνωρίζω απ΄ την καλή και απ' την ανάποδη. Δεν ξεχνώ. Θυμάμαι. Εν γνώση μου, ίσως, σου επιτρέψω να μ' ακουμπήσεις για να με λερώσεις.

Ο τίτλος από το βιβλίο του  Τάκη Σιμώτα, Ο λάκκος

Η φωτογραφία του Ansel Adams, Rose and Driftwood

Saturday, March 19, 2011

Στην Τρώων

Περπατούσαν στα Πετράλωνα μέρα μεσημέρι. Μια ευθεία την Τρώων πριν το πλακόστρωτο. Νωρίτερα πρέπει να είχε λαϊκή. Βρεγμένοι οι δρόμοι ολόγυρα. Ο ήλιος έκαιγε το βάθος πεδίου.

Εκείνη κρατούσε τσάντα και μια σακούλα βαριά και είχε κατεβάσει τα μούτρα που περπάταγαν άσκοπα, χωρίς προορισμό. Εκείνος δεν κρατούσε τίποτα.
Δεν ήθελαν να φάνε, δεν ήθελαν να πιούνε, ήθελαν να αποφύγουν τις ορδές των αυτοκινήτων που γύρναγαν την πόλη Παρασκευή.
Έβλεπε τα δίπατα μικροαστικά σπίτια και άθελα της θυμήθηκε τη Συνοικία το Όνειρο, το Ρίκο να τρέχει με σηκωμένους τους γιακάδες στην κατηφόρα του Φιλοπάππου, χωρίς προσδοκία μα άφοβα. Ύστερα το βράδυ θα έπινε κρασί στην ταβέρνα, θα γινόταν λιώμα, στην αρχή θα χόρευε, ανάλαφρα, χορό ανθρώπου που δεν έχει να χάσει τίποτα. Μετά ο λυγμός της απελπισμένης ζωής. Παίχτε, παίχτε. Παίχτε. Η συγκατάβαση. Όχι άλλα χρυσό μου, φτάνει. Έλα. Μια θηλυκή ζεμπεκιά. Ο καημός που σβήνει στο χορό. Ο χορός. 

Εκείνος παρατηρούσε τους ανθρώπους, όπως συνήθιζε να κάνει. Τους τόπους τους σκεφτόταν ύστερα, στην επιστροφή. Δεν ήθελε να μιλάνε πολύ. Προτιμούσε να σκέφτεται. Όπως όλοι οι άντρες άλλωστε. Οι φλυαρίες σκότωναν την έμπνευση. Θα μπορούσες να τον πεις και εικονολάγνο στοχαστή, αλλά τι νόημα έχει να δίνουμε ετικέτες σε κάθε τι.

-Σήμερα κάτι έχεις. Σήμερα κάτι σε απασχολεί. Σήμερα δεν είσαι όπως χτες.
-Σήμερα έχει ήλιο, όμως θα έχει και πανσέληνο. Ξέρεις αυτά με επηρεάζουν, οι διακυμάνσεις, έπειτα είναι και η κούραση της εβδομάδας (και, και, μέσα μου αυτός ο ψυχαναγκασμός, να είμαι τέλεια, να είναι όλα σωστά, να μην πω πιο λίγα ή πιο πολλά, να, να, περπατάω κάτω από τη σκιά του αύριο, το σήμερα μου πέφτει αλαφρύ, είμαι λιγότερη από τις προσδοκίες μου, είμαι ατελής).

-Έχει κίνηση ρε πούστη μου ακόμα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις κάποιες ώρες. Τις ώρες που μετακινούνται οι αγέλες προς τα μέρη τους. Ζώα.
-Έχει κίνηση, έχεις δίκιο. Είναι να τρελαίνεσαι ώρες ώρες. Είμαστε ζώα. Στο μποτιλιάρισμα λέω πάει, υπομονή, έτσι είναι η πόλη. Μαζί σου σίγουρα δε με νοιάζει. Οι γυναίκες είναι πιο υπομονετικές από τη φύση τους. Εγώ μάλλον δεν είμαι τόσο. Μόνη ρίχνω και τίποτα καντήλια τα πρωινά. Δεν είναι ευτυχία να το κόβεις ποδαράτο; Με τα πόδια είναι ο κόσμος καλύτερος.


Thursday, March 17, 2011

Κούφια βλέμματα

Γεμάτοι δρόμοι. Ψυχές υπό αναχώρηση. Μάτια στο κενό που σίγουρα δε σε κοιτούν. Και να κοιτούν δε βλέπουν. Ίσως τον κώλο σου αν γυρίσεις. Σαν κάτι ξεκομμένο από το όλο. Σαν σκέτο κώλο. Ενθύμημα γι’αυτούς λαγνείας. Ψήγμα ηδονής χιλιοειδωμένο. Αμετάφραστο σημάδι της ημέρας.
Και τι να δουν αλήθεια άλλο, πίσω από εκείνα τα γυαλιά τους. Την περηφάνια σου στο βλέμμα. Τα χέρια σου που χάιδεψαν ανθρώπους. Την προσμονή να δώσεις κάτι. Να δώσεις πάλι. Ένα κομμάτι από εσένα που ν΄αξίζει. Να πάρεις πρόσκαιρη ίσως συγκατάβαση ή λατρεία. Που η ζωή σου, σου΄χε τάξει. Σε ένα παραλήρημα μονάχα. Αύγουστο μήνα. Στην άκρη του δρόμου που φλεγόταν από την κάψα της στεγνής ασφάλτου.

Φωτογραφία Irving Penn

Tuesday, March 15, 2011

Ο θυρωρός της νύχτας


Μιλούσαν για νοήματα άνευ. Εκείνος υποστήριζε σθεναρά τις ρομαντικές απόψεις του. Τα γενναία αντίο που φυλάει ετοιμοπόλεμα στο χαρτοφυλάκιο του, όταν είναι καθ’ οδόν. Ενίοτε σύντομα γραπτά ποιήματα, που μοιράζει απλόχερα. Εκείνη πατούσε στις μύτες. Αναπηδούσε στον θόρυβο των ξερών φύλλων. Την τρόμαζε η φοβέρα των ίσκιων. Θα την έβλεπες να περπατά στη μέση των δρόμων. Μακριά από τοίχους και γωνιές. Κόντρα στον ήλιο. Βουτηγμένη στον υπαρκτό κίνδυνο. Αποφεύγοντας φαντάσματα.
Πόσο ονειροπόλος μπορείς να είσαι; Όσο το δέρμα μου γερνάει αδιάρρηκτο, μπορώ.
Πόσο κυνική μπορείς και είσαι; Όσο ξυπνώ και στον καθρέφτη αντικρίζω το κουρασμένο βλέμμα του βασανιστή μου, μπορώ.


Φωτογραφία Henri Cartier Bresson, Mexico, 1964.

Εγώ


Ένα εγώ μιλάει.
Το άλλο εγώ δεν καταλαβαίνει.
Το πρώτο εγώ απελπίζεται, ταράζεται, ξαναμιλάει έντονα.
Ακόμα δεν το καταλαβαίνει, λέει τα δικά του, το άλλο εγώ, το δεύτερο.
Χαλάς την παγκόσμια ηρεμία των σώων τας φρένας εγώ, ξεστομίζει το δεύτερο εγώ. Δημιουργείς ασυνέχεια στη λογική του σύμπαντος.
Ένα εγώ χωρίς λογική, χωρίς συνέχεια, ένα άλλο εγώ με λογική, με συνέχεια. Έτσι ισχυρίζεται τουλάχιστον. Οφείλουμε να το πιστέψουμε.
Εγώ δεν συζητάω μαζί σου προβλήματα που δεν έχουν λύση, λέει.
Πού είμαι εγώ;
Που είσαι εσύ;
Εσύ είσαι ένα εγώ απέναντι, ένα εσύ που δεν έγινε σαν εγώ ή σαν εμείς;
Κι’ εγώ τι είμαι πάλι, εγώ χωρίς εσύ, εγώ χωρίς εγώ, ένα εγώ ακέφαλο απέναντι στο ιδεολογικό εμπόδιο που κρατάει εμένα μακριά από εσένα;
Εγώ, εγώ, χτυπάω το χέρι μου μπουνιά στον τοίχο του διχασμού, στον τοίχο της λογικής και του παραλόγου, στον τοίχο που εκτελούνται οι σχέσεις των εγώ με τα εσύ.
Έπειτα χτυπάω το κεφάλι μου πάνω στον ίδιο τοίχο, ακριβώς στο ίδιο σημείο πιο δυνατά, ν’ ανοίξω μια δίοδο, με τα νύχια μου σκάβω τη ρωγμή μου εγώ, να περάσει το φως να ζεσταθώ εγώ,
να χωρέσω το χέρι μου μήπως κι’ αγγίξω το πρόσωπο Σου.

Η φωτογραφία Henri Cartier Bresson

Saturday, March 12, 2011

Ονειρεύτηκε


Oνειρεύτηκε ότι ξύπνησε δεμένη γυμνή, σε ένα παλαιοχριστιανικό χιαστί σταυρό, με τα πόδια ανοικτά. Μπροστά της ένας τεράστιος τοίχος. Με μαύρη μπογιά και καλλιγραφικό πινέλο ήταν γραμμένα τα ποιήματα του, πάνω σε κάθε σπιθαμή του. Από πίσω της, ήρθε και στάθηκε, ο ίδιος, ο ποιητής, στηρίζοντας τα χέρια του στους δεμένους της καρπούς, απαγγέλλοντας ήδη, σχεδόν ψιθυριστά στο αυτί, σαν ψαλμωδία των ημερών. Άκουγε κάθε λέξη μέσα στο κεφάλι της, υγρή και μόνη. Η μια μετά την άλλη να συνθέτουν το όλο, το λόγο, που προβαλλόταν στον άσπρο σοβάτινο καμβά σαν ασπρόμαυρη ταινία. Ύστερα η φωνή του άρχισε να έχει ένα τρέμουλο, ένα μελωδικό βιμπράτο, που δεν καταλάβαινε αν ήταν από τη συγκίνηση ή την κόπωση ή ίσως έφταιγαν οι γρήγορες αναπνοές που έπαιρνε ανάμεσα στα λόγια του.  Έπεσε στα γόνατα σε έκσταση, χωρίς να σταματήσει να απαγγέλλει, κρατώντας τώρα τους αστραγάλους της, γερά σα να προσκυνούσε τη μοναδική του παράσταση. Με την τελευταία λέξη που άρθρωσε, σπαρακτική κραυγή καλλιτέχνη που έδωσε μπροστά σε αυτό το περίεργο έργο, ότι μπορούσε και ακόμα παραπάνω, ίσως την ουσία της ύπαρξης του, εκείνη λιποθύμησε επάνω στο σταυρό της.

Wednesday, March 09, 2011

Δεν έχει

Η ταν ή επί τας παράνομε μετανάστη
Με τα σπαστά ελληνικά σου
Την ανείπωτη πορεία πέρα στα βουνά
Στη σκόνη των πολιτισμών του χωματόδρομου
Τα 3.000 πρώην δολάρια σου
Τα γαριασμένα σου τα ρούχα
Το αβέβαιο μέλλον
Με το μαρκούτσι και το σφουγγάρι στο φανάρι ένας άλλος καραδοκεί
Το’χω σίγουρο, μια μέρα θα με χτυπήσει
Απομένει λίγος χρόνος να βρεθούμε απέναντι
Εγώ που έχω και δε δίνω
Εγώ που θέλω να λυθούν επίσημα οι γόρδιοι δεσμοί
Αυτός που δεν τον νοιάζουν τα τι και πως
Δεν έχει μάνα μου
Δεν έχει στον ήλιο μοίρα
Δεν έχει διαφυγή
Δεν θέλει να ξέρει τίποτα
Κοίτα τον πολιτεία
Κοίτα τον κόσμε
Δεν θέλω να παλέψουμε
Δεν θέλω να δοκιμαστεί ο ανθρωπισμός μου τότε
Τότε και ‘γω θεριό ανήμερο θα σηκώσω το χέρι μου
Θα λέω σε άμυνα
Δεν θέλω να  έρθει αυτή η ώρα
Έχω χρόνια χτίσει το τρυφερό μου κέλυφος
Τον εαυτό μου φοβάμαι ρε
Μήπως η εικόνα μου χαλάσει
Μήπως δω την άγρια όψη μου
Την όψη του ιδιοκτήτη
Αστραφτερό είδωλο σε λάμα μαχαιριού
Πάνω στον παραλογισμένο εισβολέα
Σώσε με
Λύσε τους, λύσε τους, χτες
Επέτρεψε τους να τρέξουν δίπλα
Πρόλαβε να μην παγώσουν στα παγκάκια της υπαίθρου