Ένα εγώ μιλάει.
Το άλλο εγώ δεν καταλαβαίνει.
Το πρώτο εγώ απελπίζεται, ταράζεται, ξαναμιλάει έντονα.
Ακόμα δεν το καταλαβαίνει, λέει τα δικά του, το άλλο εγώ, το δεύτερο.
Χαλάς την παγκόσμια ηρεμία των σώων τας φρένας εγώ, ξεστομίζει το δεύτερο εγώ. Δημιουργείς ασυνέχεια στη λογική του σύμπαντος.
Ένα εγώ χωρίς λογική, χωρίς συνέχεια, ένα άλλο εγώ με λογική, με συνέχεια. Έτσι ισχυρίζεται τουλάχιστον. Οφείλουμε να το πιστέψουμε.
Εγώ δεν συζητάω μαζί σου προβλήματα που δεν έχουν λύση, λέει.
Πού είμαι εγώ;
Που είσαι εσύ;
Εσύ είσαι ένα εγώ απέναντι, ένα εσύ που δεν έγινε σαν εγώ ή σαν εμείς;
Κι’ εγώ τι είμαι πάλι, εγώ χωρίς εσύ, εγώ χωρίς εγώ, ένα εγώ ακέφαλο απέναντι στο ιδεολογικό εμπόδιο που κρατάει εμένα μακριά από εσένα;
Εγώ, εγώ, χτυπάω το χέρι μου μπουνιά στον τοίχο του διχασμού, στον τοίχο της λογικής και του παραλόγου, στον τοίχο που εκτελούνται οι σχέσεις των εγώ με τα εσύ.
Έπειτα χτυπάω το κεφάλι μου πάνω στον ίδιο τοίχο, ακριβώς στο ίδιο σημείο πιο δυνατά, ν’ ανοίξω μια δίοδο, με τα νύχια μου σκάβω τη ρωγμή μου εγώ, να περάσει το φως να ζεσταθώ εγώ,
να χωρέσω το χέρι μου μήπως κι’ αγγίξω το πρόσωπο Σου.
Η φωτογραφία Henri Cartier Bresson








