Tuesday, March 15, 2011

Εγώ


Ένα εγώ μιλάει.
Το άλλο εγώ δεν καταλαβαίνει.
Το πρώτο εγώ απελπίζεται, ταράζεται, ξαναμιλάει έντονα.
Ακόμα δεν το καταλαβαίνει, λέει τα δικά του, το άλλο εγώ, το δεύτερο.
Χαλάς την παγκόσμια ηρεμία των σώων τας φρένας εγώ, ξεστομίζει το δεύτερο εγώ. Δημιουργείς ασυνέχεια στη λογική του σύμπαντος.
Ένα εγώ χωρίς λογική, χωρίς συνέχεια, ένα άλλο εγώ με λογική, με συνέχεια. Έτσι ισχυρίζεται τουλάχιστον. Οφείλουμε να το πιστέψουμε.
Εγώ δεν συζητάω μαζί σου προβλήματα που δεν έχουν λύση, λέει.
Πού είμαι εγώ;
Που είσαι εσύ;
Εσύ είσαι ένα εγώ απέναντι, ένα εσύ που δεν έγινε σαν εγώ ή σαν εμείς;
Κι’ εγώ τι είμαι πάλι, εγώ χωρίς εσύ, εγώ χωρίς εγώ, ένα εγώ ακέφαλο απέναντι στο ιδεολογικό εμπόδιο που κρατάει εμένα μακριά από εσένα;
Εγώ, εγώ, χτυπάω το χέρι μου μπουνιά στον τοίχο του διχασμού, στον τοίχο της λογικής και του παραλόγου, στον τοίχο που εκτελούνται οι σχέσεις των εγώ με τα εσύ.
Έπειτα χτυπάω το κεφάλι μου πάνω στον ίδιο τοίχο, ακριβώς στο ίδιο σημείο πιο δυνατά, ν’ ανοίξω μια δίοδο, με τα νύχια μου σκάβω τη ρωγμή μου εγώ, να περάσει το φως να ζεσταθώ εγώ,
να χωρέσω το χέρι μου μήπως κι’ αγγίξω το πρόσωπο Σου.

Η φωτογραφία Henri Cartier Bresson

Saturday, March 12, 2011

Ονειρεύτηκε


Oνειρεύτηκε ότι ξύπνησε δεμένη γυμνή, σε ένα παλαιοχριστιανικό χιαστί σταυρό, με τα πόδια ανοικτά. Μπροστά της ένας τεράστιος τοίχος. Με μαύρη μπογιά και καλλιγραφικό πινέλο ήταν γραμμένα τα ποιήματα του, πάνω σε κάθε σπιθαμή του. Από πίσω της, ήρθε και στάθηκε, ο ίδιος, ο ποιητής, στηρίζοντας τα χέρια του στους δεμένους της καρπούς, απαγγέλλοντας ήδη, σχεδόν ψιθυριστά στο αυτί, σαν ψαλμωδία των ημερών. Άκουγε κάθε λέξη μέσα στο κεφάλι της, υγρή και μόνη. Η μια μετά την άλλη να συνθέτουν το όλο, το λόγο, που προβαλλόταν στον άσπρο σοβάτινο καμβά σαν ασπρόμαυρη ταινία. Ύστερα η φωνή του άρχισε να έχει ένα τρέμουλο, ένα μελωδικό βιμπράτο, που δεν καταλάβαινε αν ήταν από τη συγκίνηση ή την κόπωση ή ίσως έφταιγαν οι γρήγορες αναπνοές που έπαιρνε ανάμεσα στα λόγια του.  Έπεσε στα γόνατα σε έκσταση, χωρίς να σταματήσει να απαγγέλλει, κρατώντας τώρα τους αστραγάλους της, γερά σα να προσκυνούσε τη μοναδική του παράσταση. Με την τελευταία λέξη που άρθρωσε, σπαρακτική κραυγή καλλιτέχνη που έδωσε μπροστά σε αυτό το περίεργο έργο, ότι μπορούσε και ακόμα παραπάνω, ίσως την ουσία της ύπαρξης του, εκείνη λιποθύμησε επάνω στο σταυρό της.

Wednesday, March 09, 2011

Δεν έχει

Η ταν ή επί τας παράνομε μετανάστη
Με τα σπαστά ελληνικά σου
Την ανείπωτη πορεία πέρα στα βουνά
Στη σκόνη των πολιτισμών του χωματόδρομου
Τα 3.000 πρώην δολάρια σου
Τα γαριασμένα σου τα ρούχα
Το αβέβαιο μέλλον
Με το μαρκούτσι και το σφουγγάρι στο φανάρι ένας άλλος καραδοκεί
Το’χω σίγουρο, μια μέρα θα με χτυπήσει
Απομένει λίγος χρόνος να βρεθούμε απέναντι
Εγώ που έχω και δε δίνω
Εγώ που θέλω να λυθούν επίσημα οι γόρδιοι δεσμοί
Αυτός που δεν τον νοιάζουν τα τι και πως
Δεν έχει μάνα μου
Δεν έχει στον ήλιο μοίρα
Δεν έχει διαφυγή
Δεν θέλει να ξέρει τίποτα
Κοίτα τον πολιτεία
Κοίτα τον κόσμε
Δεν θέλω να παλέψουμε
Δεν θέλω να δοκιμαστεί ο ανθρωπισμός μου τότε
Τότε και ‘γω θεριό ανήμερο θα σηκώσω το χέρι μου
Θα λέω σε άμυνα
Δεν θέλω να  έρθει αυτή η ώρα
Έχω χρόνια χτίσει το τρυφερό μου κέλυφος
Τον εαυτό μου φοβάμαι ρε
Μήπως η εικόνα μου χαλάσει
Μήπως δω την άγρια όψη μου
Την όψη του ιδιοκτήτη
Αστραφτερό είδωλο σε λάμα μαχαιριού
Πάνω στον παραλογισμένο εισβολέα
Σώσε με
Λύσε τους, λύσε τους, χτες
Επέτρεψε τους να τρέξουν δίπλα
Πρόλαβε να μην παγώσουν στα παγκάκια της υπαίθρου

Wednesday, March 02, 2011

Τίποτα δεν πέρασε


Το μαύρο βλέμμα μου σου ρίχνω, η σκοτεινή μου σκέψη με τρώει. Με ξέρεις καλά.
Κι’ ύστερα, ήρθαν τα ύστερα, πάνω στον σταματημένο χρόνο. Εκεί που όλα συμβαίνουν σήμερα, χωρίς αύριο, ε ντε έτσι όπως ζήσαμε, να κλαίμε τη μαλακία της στιγμής.
Εκείνη την ώρα που δεν σε σκότωσα γιατί δεν είχα μυαλό, παρά μόνο μια θολούρα να με σφίγγει. Τότε, ναι, ακριβώς τότε που περίμενα να με τελειώσεις εσύ, αλλά ήσουν διπλά χαμένη, διπλά συνετή. Αηδίασα. Περίμενα να μου χτυπήσεις το κεφάλι στο τραπέζι, λέγοντας ξεκάθαρα, πως τόλμησες να ΄ρθεις, εγώ σ’ αγάπησα έτσι, μα εσένα δεν σου ήταν ποτέ αρκετό. Μου το’ χες πει και δεν σε πίστεψα. Δεν έφυγα ήσυχα, ποτέ δεν το κάνω. Τίποτα δεν χάθηκε ποτέ από κανένα, ούτε ένα αστέρι δεν ξεστράτισε ποτέ. Κανείς δεν πέθανε ποτέ, ωραίε μου εαυτέ.
Κανείς. Ποτέ.
Τίποτα δεν πέρασε, ούτε και θα γυρίσει.



Φωτογραφία Ansel Adams, Jeffrey Pine, 1940

Monday, February 28, 2011

Αντιμετάθεση


Περπατούσε στο πλακόστρωτο. Ήσυχη νύχτα. Σχεδόν δεν υπήρχε ψυχή και έπειτα το κρύο ήταν αρκετό. Τα τακούνια της ακούγονταν δυνατά, ρυθμικά πάνω στις σκέψεις μου. Καλύτερα που δεν μιλούσαμε, η σιωπή αφαιρεί από την έκφραση, εντείνει το συναίσθημα.
Αυτή η γυναίκα με εμπνέει στο να σκέφτομαι πάντα ανεπίκαιρα. Χτυπάει το κινητό μου. Εκείνη προχωράει μπροστά πατώντας κανονικά κι' ύστερα, όταν απομακρύνομαι για να μην με φτάνει ο απόηχος της, στις μύτες.
Μιλάω σαν να είμαι μόνος. Έτσι πρέπει.
Είναι πια θλιμμένη ή ίσως να της φαίνεται γελοίο που περπατάει στις μύτες των παπουτσιών της, τέτοια νύχτα. Δεν την αδικώ, είμαστε μια θλιβερή εικόνα, εγώ στη μία άκρη του δρόμου και εκείνη στην άλλη, σαν ξένη, σαν μια παρουσία που με εγκαταλείπει, αργά, αθόρυβα, ανάλαφρα.
-Μα τι έπαθε και σου τηλεφωνεί συνέχεια;
-Ξέρω ‘γω, μάλλον γυναικεία διαίσθηση.
Τη σκουντάω με τον ώμο μου. Πως μου ήρθε αυτό πάλι; Έχω τόσα χρόνια να το κάνω.
Άντε καληνύχτα λοιπόν, μου λέει αποχαιρετώντας με.
Με ορμή της αστράφτω ένα χαστούκι. Ταρακουνήθηκε από τη θέση της.
-Μα δεν έκανα τίποτα κακό, λέει μέσα σε λυγμούς από την έκπληξη. Ούτε καν σκέφτηκα κάτι κακό.
-Σκέφτηκα όμως εγώ.

Friday, February 25, 2011

Σιωπή τη νύχτα


Τηλεφωνήματα έπαψα να περιμένω αργά το βράδυ
Το γεγονός και μόνο με γέμισε διαύγεια
Να εκτιμώ τη μέρα
Να προσκυνώ τη νύχτα
Σαν απομόνωση που αγκαλιάζει τον προθάλαμο της λήθης
Ή σαν μοιραίο βήμα
Που μου τσακίζει την μισερή πια αισιοδοξία
Και εσύ που στο νεκρό τηλέφωνο
Τη μοίρα βλέπεις
Ή το παρελθόν σε λερωμένη κούπα
Τον όποιο πούστη αναγνωρίζεις
Μην τον ταυτίζεις με το δόλιο εαυτό σου
Τις τύψεις για τα τηλέφωνα που δεν χτυπήσαν
Που σιωπηρά θα στέκουν στον απόηχο της πόλης
Μη τις δεχθείς κληρονομιά ατυχίας στον ισχνό λαιμό σου
Αυτοί που όρισαν με να περνώ βουβά τα βράδια
Δεν ήταν η δειλή απόφαση σου
Ή η αδύναμη τροπή πολύπλοκης πορείας
Ήταν η εξάχνωση των άδειων σου αισθημάτων.



Σε αυτούς που δεν σιωπούν τη νύχτα.

Πίνακας: The She-Wolf, 1943, του Jackson Pollock

Μπλε κουβέρτα


Περπατάω στις βρεγμένες πλάκες της Κλαυθμώνος. Ρίχνει καρέκλες. Κλαίει ο ουρανός. Κλαίγαμε και ‘μεις χτες απ’ τα χημικά. Τίποτα το συναισθηματικό, μόνο εξαναγκασμός και ασφυξία.
Πορείες, βροχές, δρόμοι, γκρίζα αστικά τοπία. Σκοτεινός καιρός.
Υγρασία.
Στέκομαι φάτσα σε ένα πράσινο πίλαρ (RAL6028) δημοτικού φωτισμού. Η πόρτα χάσκει σπασμένη, ως συνήθως. Αριστερά οι μετρητές και οι πίνακες, δεξιά μια διπλωμένη διπλή μπλε κουβέρτα. Δεξιότερα μια πλαστική σακούλα με πράγματα, πιθανά και άλλα είδη προικός.
Σκέφτομαι τη νύχτα, πάνω στα κρύα τσιμέντα, κάποιον τυλιγμένο με την μπλε κουβέρτα. Νοικοκύρη που ταχτοποιεί το κρεβάτι του κάθε πρωί μέσα στη μεταλλική κρυψώνα για να έρθει να το αναζητήσει ξανά, στα σκοτεινά.
Σήμερα η βροχή από την ανοιχτή πόρτα μουλιάζει την κουβέρτα του.

Θυμάμαι στο Λονδίνο το 1996 έξω από τον Victoria το όμορφο κεφάλι της με τα ανακατεμένα μαλλιά να εξέχει από το sleeping bag, ανάμεσα σε κάτι μεθυσμένους άντρες. Το βλέμμα της αφαίρεσης να κολλάει στο κενό. Το νεαρό κορίτσι είναι ξαπλωμένο στην άκρη του δρόμου, με την παρέα της. Μου σφίγγεται η ψυχή.

-Μα από πού ξεφύτρωσαν όλοι αυτοί που κοιμούνται στο δρόμο, λέω με πάθος στην μελαμψή μπαλαρίνα, που εκτελεί χρέη ρεσεψιονίστ της εστίας του King's College.
Εστίας που τα καλοκαίρια παριστάνει το μοτέλ.
-Με τις περικοπές που ξεκίνησαν επί Θάτσερ στα ιδρύματα, έκλεισαν αυτά που φιλοξενούσαν ψυχικά άρρωστους που θεωρούνταν ακίνδυνοι, οι πιο πολλοί πια κυκλοφορούν και ζουν στον δρόμο. Τουλάχιστον όσοι δεν έχουν οικογένεια να τους μαζέψει. Τι ξεφτίλα για μια τέτοια πόλη.

Σε σκέφτομαι άυπνα ανάμεσα στα φρεσκοπλυμένα σεντόνια μου ρε συ. Όσο το σπίτι ζεσταίνει τη νύχτα, η μυρωδιά τους με χτυπάει κατάστηθα.

Wednesday, February 16, 2011

Μέσα


Αρχικά τα δάκτυλα του, αντ' αυτού, στην πιο σωστή θέση,
πρόγευση της ηδονής, που εκείνα αδιάφορα βιώνουν,
από κατασκευής νευρικών απολήξεων,
ενόσω αντανακλούν αυτή τη ρίγη, μέσω του εγκεφάλου, πάνω στην καύλα του.

Ύστερα αυτή, η μόνη στιγμή, που μπορεί να συνδεθεί με μια γυναίκα,
είναι μέσα της, κοιτώντας την κατάματα, πάνω σε ένα ειλικρινή λυγμό.

Δύσκολο να γελαστεί και να γελάσει τότε, ακόμα και να σκεφτεί
το οτιδήποτε άλλο,η προσοχή του θα τον προδώσει, ίσως και η στύση του,
μα σίγουρα το βάθος του βλέμματος θα δείξει την αλήθεια.

Τίποτα πιο ακυρωτικό του φόβου του θανάτου, ή του τρόμου της επερχόμενης μοναξιάς, απ' τη στιγμή αυτή.


Η φωτογραφία του Henri Cartier Bresson

Friday, February 04, 2011

Tuesday, February 01, 2011

Ατσαλάκωτος.


Την είχα απέναντι μου χτες. Κοιτούσε το ανοιχτό παράθυρο. Έξω συννεφιά και πεσμένα φύλλα. Είπε, νομίζω θέλω να σου πω μια ιστορία για ένα παλιό μου φίλο, τον Γ:

Χτες

Δεν μπορούσες να τον πεις ωραίο, είχε όμως παράστημα και καταπληκτικά πόδια, σπάνιο για άντρα. Θυμάμαι να τον χαζεύω όπως τα σταύρωνε στην παραλία. Εγώ ξέκλεβα ματιές και εκείνος με τη σειρά του κάτι θα κοίταγε κρυφά, μια και ήμασταν ώρα αμίλητοι.
Όταν βγαίναμε τα βράδια, ξεχώριζε. Παράστημα και ωραία ρούχα, μια ιδέα πρωτοποριακής κομψότητας, όχι κάτι το εκκεντρικό, αλλά εντυπωσιακά διαλεγμένα. Στεκόταν ευθυτενής μέσα στα πλήθη, πιο κει και ‘γω, χωρίς να είμαι δικιά του, ψιθύριζα μια προσωπική κομψότητα. Οι υπόλοιποι, τόσο λίγοι μπροστά μας. Περπατούσε πρώτος, αγέρωχα, ατσαλάκωτος. Εγώ ακολουθούσα.

Στην παραλία

Ένα βράδυ με πήρε να φάμε σε ένα τραπέζι πάνω στην άμμο. Δίπλα έσκαγε κύμα και πάνω στην παραλία πυρσοί αναμμένοι. Ήταν κάποια χρόνια έξω ήδη, δουλεύοντας σα σκυλί για μια πολυεθνική που του έπινε το αίμα, χωρίς πολλά λεφτά, χωρίς χρόνο για ιδιωτική ζωή. Μου μίλαγε για την κοπέλα που είχε τότε και πως αυτή τον άδειασε, κρατώντας ένα κουτί στο χέρι. Το έσπρωξε προς τη μεριά μου. Πάρτο, τι να το κάνω εγώ, είπε. Έτσι απέκτησα το δακτυλίδι με το μαργαριτάρι, ένα βράδυ απ’ αυτά που όλα είναι περίεργα, όλα είναι σωστά, όλα είναι μπερδεμένα, όλα τα λάθος πρόσωπα, η άγνοια του τι είμαστε εμείς, φίλοι ή άντρας και γυναίκα, πόσο με έχουν πονέσει, πόσο με ακούς, πόσο σε ξέρω.

Μεξικό

Την άνοιξη θα πήγαινε στο Μεξικό. Θα τράβαγα κάποια στιγμή και γω, φορώντας το δακτυλίδι . Το είχα σκεφτεί καλά, θα τ’ άφηνα όλα πίσω μου για λίγο, ακόμα και τον άλλον, τον φίλο του. Θα τα άφηνα όλα για να του κάνω παρέα, πάνω σε παραλίες και σε θάλασσες. Ζέστη, κάψα και σιέστα.
Το πρόγραμμα άλλαξε και το Μεξικό ακυρώθηκε. Μείναμε στα ξερά λόγια.

Πεζοδρόμια

Πάνω στην τρίτη τεκίλα έκανε μια παύση.
Ξέρεις, ποτέ δεν πατάω τον αρμό των πλακών του πεζοδρομίου και πάντα μετράω τα βήματα μου. Ύστερα καμιά φορά τα βράδια ακούω μια φωνή. Παύση.
Εγώ παγωμένη.
Να σου πω την αλήθεια όχι, όχι μόνο μια φωνή, σπανιότερα βλέπω και μια αποκρουστική φάτσα, σα μάσκα, μπροστά μου, να με κατηγορεί, να με αποκαλεί μαλάκα. Να με τσαλακώνει. Φτου σου ρε μαλάκα, μου ουρλιάζει.
Εγώ παγωμένη και χωρίς ανάσα.
Μια αποκρουστική φάτσα να τον τσαλακώνει.
Μια αποκρουστική φάτσα να τον τσαλακώνει.
Μια αποκρουστική φάτσα να τον τσαλακώνει.-


Η φωτογραφία Henri Cartier Bresson