Friday, January 25, 2013

Σήμερα



Ο Αλέκος ξύπνησε ανάποδα. Έβρεχε και είχε στραβοκοιμηθεί. Στον ύπνο του στριφογύριζε από εφιάλτες. Ίσως έφταιγε το ελάχιστο σκόρδο που είχε η χτεσινοβραδινή μακαρονάδα. Ίσως, ότι ο νοτιάς, του γάμαγε το νευρικό σύστημα. Είδε μία θεία του, πρώτου βαθμού συγγενή, να του πιάνει τον κώλο και να του κλείνει το μάτι. Ταράχτηκε, ξεχνώντας ίσως, αυτά που του είχε πει ο ψυχίατρος και φίλος: 
Αλέκο όλα τα φροϋδικά όνειρα είναι ξεσπάσματα άγχους.

Πήρε το αμάξι του και οδήγησε προς το Καραϊσκάκη. Είχε να πάει στο συνεργείο. Μετά είχε μια κηδεία στο Μπραχάμι. Δεν είχε κίνηση. Ποτέ δεν είχε κίνηση όπως τις παλιές εποχές. Η βενζίνη, κόστιζε πια, μια περιουσία. Που τότε που πεταγόταν μέχρι το Αιγάλεω για να πάρει ένα βιβλίο από τη Λώρα. Πάνε αυτά. Άντε να διασχίσεις την Αθήνα για να γαμήσεις και για δουλειά. Μέχρι εκεί και με αυτή την προτεραιότητα.
Θυμήθηκε το σπίτι στην Ηρώων Πολυτεχνείου. Εκείνη την πρωτοχρονιά, μετά το Λέντζο, την είχε δέσει στο κρεβάτι με χειροπέδες. Κατά το μεσημέρι άνοιξε τα πρησμένα μάτια του. Είχε ξημερώσει εδώ και ώρες, αλλά το ισόγειο ήταν κάργα σκοτεινό. Το κινητό της άρχισε να χτυπάει και όπως εκείνη ακόμα ροχάλιζε στο πλευρό του, το άρπαξε με το ένα χέρι. Δυο χέρια ήταν ελεύθερα στο δωμάτιο αυτό, ούτως ή άλλως. Ένα στα βυζιά της κι ένα στο κινητό της.

Φίλε, κοιμάται. Ναι. Όχι, δε με ξέρεις. Μεγάλε έλειπες. Έφευγες πολύ. Και δεν ήσουν και πολύ εντάξει, ε; Καλά, καλά, βρίσε με. Θα κλείσω τώρα. Καλή χρονιά.

Δεν έμενε πια στον Πειραιά και δεν σύχναζε στο Καφέ των Αισθήσεων και είχε την αίσθηση, ότι ήταν λιγότερο διεκδικητικός, ίσως και πιο ευγενικός. Θα αυτοχαραχτηριζόταν χλιαρός, από επιλογή. Ξεκίνησε από το φανάρι με λοξό βέλος πράσινο, για δεξιά. Το περιπολικό κατέβασε το τζάμι δίπλα του. 
Το φανάρι σας ήταν κόκκινο και 700 Ευρώ είναι πολλά λεφτά σήμερα, του είπε ο οδηγός ειρωνικά. Σάλτα και γαμήσου, σκέφτηκε, στ’ αρχίδια μου και τα φανάρια, στ’ αρχίδια μου και το σήμερα σου.

Το βράδυ πήρε τηλέφωνο το Σωτήρη.

Στην κηδεία δεν κλάψαμε πολύ. Μόνο η μάνα μου.  Ήταν πια πολύ μεγάλη και χρόνια είχε αρχίσει να τα χάνει. Σε αναλαμπές της, λέγαμε απλά τα νέα μας. Αλλά τι να σου πει απ' το γηροκομείο; 
Στο τραπέζι που ακολούθησε γελάσαμε. Ήπιαμε επίσης. Κάποια στιγμή μου είπαν, χαμήλωσε λίγο τον τόνο σου ρε, ακούγεσαι.
Θυμήθηκα την ιστορία που φαντάστηκε το χαμένο της μυαλό, την εξηντάρα ανιψιά της να κάνει πιάτσα στη Συγγρού, να επιβιβάζεται σε αμάξι, να τρακάρουν και να ακούγεται το μπατσικό, μέχρι το Φιξ. Ύστερα, είπα για ένα όνειρο που την τάραξε, ότι ήρθε λέει η Δευτέρα Παρουσία και επέστρεψαν όλοι οι πεθαμένοι. Μαζί κι ο άντρας της. Δεν τον ήθελε πια πίσω, δεν τον ήθελε πια καθόλου και του το είπε: άκου Μπάμπη, δεύτερη ζωή μαζί δεν θέλω να περάσουμε, φτάνει μία.
Γελάσαμε ξανά.
Βελόνες, δακτυλήθρες και πατρόν. Γνωστή μοδίστρα για τα δεύτερα, τα καθημερινά, της αθηναϊκής ελίτ. Πολλή δουλειά και ωραία ρούχα. Πάντα σχολίαζε ό,τι φορούσαμε και τα υφάσματα τους. Έλεγε, να αγοράζεις ακριβά παπούτσια και ζώνες. 
Κάποτε, σε μια κρίση απολογισμού, θυμήθηκε και το Νίκο. Έπαιρνε τη μάνα μου, κοριτσάκι, βόλτα και αφήνοντας την να παίζει στο δρόμο με τις κούκλες της, ''συζητούσε'' με τον κύριο Νίκο, κανά δυο ώρες στο γραφείο του. Μετά ήταν χαρούμενη. 
Κάποιοι άνθρωποι κουλαντρίζουν τη ζωή τους έτσι ή αλλιώς.
Οι άνθρωποι που αγαπήσαμε, έστω και λίγο, ζούνε μέσα μας. Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια. Και η εικόνα τους είναι αυτή που κρατάμε καρφωμένη στη συγκίνηση, ούτε ο ξεπεσμός, ούτε η παρακμή.
Επίσης ευτυχώς που για μερικούς, δεν υπάρχει άλλος κόσμος, δεύτερη ζωή δεν έχει. Συνωστισμός. Θα είχαμε και ατόφια δράματα.

Η φωτογραφία του Δημήτρη Αλιματήρη

Tuesday, December 18, 2012

Σκηνές




Εργοτάξια 

Ακούς το θόρυβο από τρυπάνια και σφυριά. Συνεννοούνται με τα μάτια και συχνά πυκνά φωνάζουν, για να ακουστούν μεταξύ τους, όταν δουλεύουν μακριά. Σκόνη πάνω στα ρούχα της δουλειάς. Πολύ σκόνη. Ιδρώτας, χειμώνα καλοκαίρι. Στα καρφιά κρεμασμένα παντελόνια και πουκάμισα που θα βάλουν φεύγοντας. Τα πρόσωπα τους, έχουν μια καθαρότητα, σα να μη συμβαίνει τίποτα παράξενο στον κόσμο. Καφέδες το πρωί, μάθανε κι αυτοί στο φρέντο, το μεσημέρι ίσως μπύρες και λίγα γέλια. Όταν θα φύγουν, όλα θα είναι έτοιμα, λειτουργικά, καμιά υποκειμενικότητα στο έργο τους. Τα σχέδια εκτελούνται κι αν η επίβλεψη είναι σωστή, όλα θα γίνουν όπως πρέπει, στο χρόνο τους. Δε γράφουνε ποίηση εδώ μέσα.

Μεταφορές

Χαρτί αμπαλάζ με μπουρμπουλήθρες και χιλιόμετρα φαρδιά κολλητική ταινία. Τυλίγουν ένα μικρό σύμπαν. Αλβανοί και Βορειοηπειρώτες. Ο ένας φίλος του άλλου, έχει έρθει για μαύρο μεροκάματο. Κουβαλάνε στα χέρια καναπέδες τριθέσιους, από τον πέμπτο όροφο, με τις σκάλες. Κερνάς καφέ ή αναψυκτικό, πακετάρεις τίποτα κούτες από μόνος σου. Τα μάτια τους αρχίζουν να σου δείχνουν συμπάθεια. Προπάντων αρχίζουν να μιλάνε, όχι μόνο ν’ απαντούν στις ερωτήσεις. Φύλαξε λίγο το ανοικτό φορτηγό, σου λένε. Περνάνε Πακιστανοί και δεν το έχουν δύσκολο να σαλτάρουν, να μας πάρουν τα πράγματα. Καλά κάνεις και φεύγεις, εδώ που ήρθες είναι καλύτερα. Τους αρέσουν τα προάστια. Τα σπίτια με κήπο. Η θάλασσα. Η ζωή τους είναι εδώ, τα παιδιά τους γεννιούνται εδώ. Πίσω δεν γυρίζουν. Μέχρι τώρα όλα ήταν μια χαρά. Αύριο κάτι θα γίνει. Με ένα ψυγείο στην πλάτη, κάθιδροι και κάτι μου λέει στην έκφραση τους, ότι μπορεί να έχουν και δίκιο. Μπορεί και όχι.

Γήπεδα

Δρασκελίζεις την είσοδο της θύρας με ένα ουίσκι σε πλαστικό χαμηλό ποτήρι. Ανάβεις και τσιγάρο. Μπροστά, η εκκλησία των χαρμανιασμένων αντρών. Μιλάνε για τη ζωή τους, τα σπίτια, τη δουλειά. Μέχρι να ξεκινήσει το ματς. Η βουή στα αυτιά θα  γίνει ένας ψαλμός συγχρονισμένος. Χριστοί, παναγίες, σταυροί, άει γαμήσια. Από μέσα τους, αυτή η οργή, κύμα που σκάει στην πράσινη όχθη του γηπέδου. Καμιά φορά, ξέφρενο πανηγύρισμα, στο γκολ. Χαρά. Κι η ήττα, πέφτει βαρύ στένεμα στο στήθος. Άλλη φορά. Έξω, σε λίγες ώρες, ξημερώνει αληθινή ζωή.

Φωτογραφία  Ricardo Diez Baeza

Wednesday, November 21, 2012

Μαρτυρίες



Θέατρο

Την παίρνω τηλέφωνο. Της λέω έλα, θα σε πάω στο Μαρμαρινό, παίζει και η ξαδέρφη μου. Κατεβαίνει ντυμένη, μάλλον όχι για θέατρο. Στενή μαύρη φούστα, εφαρμοστή μπλούζα, μυτερές γόβες. Το έχει μάθει το μάθημα, το κορίτσι. Ο κόσμος στο θέατρο είναι αυτοί ακριβώς που χλευάζουμε. Και μερικοί ακόμα. Οι άσχετοι. Μένουμε προσηλωμένοι. Χαζεύω τα πόδια της Τζήμου. Μου σφίγγει το χέρι. Το ξέρω, την ενοχλεί να κοιτάω άλλες γυναίκες. Ύστερα χαιρετάμε. Θα πάμε στο σπίτι που μας έχουν καλέσει. Ποτά και πατατάκια και συζήτηση προ μνημονίου. Λίγο αμήχανη η ατμόσφαιρα. Δεν έχουν ακόμα συνηθίσει που κάθε τόσο τους πάω κι άλλη γκόμενα. Συν τη μόνιμη. Είναι λίγο σαν απροειδοποίητες εξετάσεις. Προσέχουν τι θα πουν. Εκείνη είναι κουμπωμένη. Της χτυπάω το χέρι, όταν τσιμπάει πατατάκια από νευρικότητα. Είναι σαν κλαράκι κι όμως θα της πω, θα γίνει ο κώλος σου, κωλάρα. Τα ξημερώματα θα μας βρουν ξεκούμπωτους και αγκαλιά στο κρεβάτι της. Είμαι σίγουρος ότι με αγαπάει κι υποφέρει γι’αυτό, μέσα στην ευτυχία που της αναλογεί.


Σκυλάδικο

Πρέπει να είμαι προσηλωμένη στο αντικείμενο του πόθου. Πρέπει. Διαφορετικά χάνω τον προσανατολισμό μου. Μου λέει, βάλε κάτι ξέκωλο, μαύρο ψηλό πέδιλο και θα έρθω να σε πάρω στις έντεκα. Το μαγαζί έχει μαζέψει τη σάρα και τη μάρα. Καθόμαστε σε κεντρικό τραπέζι και τα όργανα στριγκλίζουν. Οι φωνές, παράφωνες, προσπαθούν απεγνωσμένα να τραβήξουν την προσοχή. Το αλκοόλ κυλάει, η μια γουλιά μετά την άλλη, από ανία και για να αντέξω. Με ενοχλεί το κορδόνι από το στρίγκ. Ύστερα έρχεται η παραζάλη του καπνού και του θορύβου, το ελαφρύ μεθύσι και το μόνο λαϊκό που ίσως είχα τραγουδήσει, σε νορμάλ συνθήκες, ενός αποχαιρετισμού ή μιας μικρής γιορτής. Ή μιας πικρής γιορτής.  Με σπρώχνει πάνω στο τραπέζι. Θολώνουν όλα, το μόνο που βλέπω είναι μάτια να κοιτάν τα πόδια μου, χαμηλά και από κάτω. Αδηφάγες ματιές, για μια λωρίδα εσώρουχο. Θέλουν να με γαμήσουν όλοι. Θέλω να με γαμήσουν όλοι. Είμαι δικιά τους. Εσύ, που έφερες όλο τον πόθο στα πόδια μου, είσαι πια καμένο χαρτί.


Tate Modern

Είμαι κάτω από τον Τάμεση. Μαύρο παλτό και χαμηλά μποτάκια. Ψιλόβροχο και κρύο. Η μύτη κόκκινη. Όλοι φοράνε ριγέ μάλλινα κασκόλ. Δεν έχει κίνηση στους δρόμους. Μόνο κάτι στελέχη του κώλου, καπνίζουν στην εξώπορτα μιας πολυεθνικής. Στην είσοδο το κόκκινο χωνί του Kappoor με ρουφάει. Σαν τεράστιο μουνί. Που πας ρε μαλάκα αν δεν πας μια Tate; Κι ανατριχιάζω μπροστά στα εργαλεία του Beuys. Άλλο ένα γαμημένο μήνυμα από ‘κει που δεν το θέλω. Σιωπή από ‘κει που έχω φύγει. Το πάνω ψωμί του BLT μου κολλάει στον ουρανίσκο, με θέα το ποτάμι. Με θέα τη γκριζαδούρα. Θα την αφήσω, δεν πάει άλλο. Ούτε ένα τηλέφωνο η καριόλα να δει αν προσγειώθηκε το αεροπλάνο. Α γαμήσου. Αγάπη. Αρχίδια. Η επιτυχία να με αγνοείς. Σε έχω απατήσει ήδη στα πλάνα μου, χωρίς να το θέλω. Ενστικτωδώς. Περπατάω περνώντας τη Millenium Bridge. Οι ώρες έχουν γίνει βαριές από την υγρασία. Καμιά μοναξιά δεν είναι πιο διαμπερής.


Η φωτογραφία από το Turbine Hall του Anish Kapoor, στην Tate Modern

Tuesday, October 30, 2012

Στα σώματα

πηδιόμασταν σε μέρες
ξεκρέμαστες
κι η σημασία των
υπερβολών μας
εξανεμίστηκε από την απουσία νοήματος
ώσπου
η ίδια η απουσία δεν
είχε τίποτα να
υπογραμμίσει πια


η φωτογραφία της Claudia
στο βάθος της μνήμης το Struggle for Pleasure

Monday, October 29, 2012

Θα δεις



Κάτι θα γίνει, θα δεις, είναι η σειρά διηγημάτων του Οικονόμου, σήμερα, ίσως πιο επίκαιρη από ποτέ. Τώρα, που με σιγουριά δεν γίνεται κάτι. Δεκάξι ιστορίες από τα Καμίνια, τη Νίκαια, τη Δραπετσώνα, το λιμάνι. Ίσως όποιος δεν έχει ζήσει εκεί, ή του αρέσουν τα λιμάνια να βρει μια ρετρό χαμένη εξωτικότητα στα τοπία. Μια άλλη πόλη. Μια διαχρονική καθημερινότητα, που αν δεν την τάραζαν τα σημάδια μιας αναγκαστικής νεοτερικότητας, όπως τα ATM και οι τραπεζικές κάρτες ανάληψης, το πασχαλιάτικο αυγό Κίντερ, ο Κουφοντίνας και η Microland, να έπειθε ότι προέρχεται από τα βάθη μιας άλλης δεκαετίας. Ένα κομμάτι ξεχασμένων και σχεδόν άχρονων ανθρώπων, που δεν τους αγγίζει η επιφάνεια της κουλτούρας του κέντρου ή των κυριλέ προαστίων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τους γρατζουνίζει το σήμερα, με τον τρόπο που εγγράφεται αυτό στον καθένα ξεχωριστά.

Οι ήρωες του, βυθίζονται στα υπαρκτά προβλήματα τους, ενώ τους παρακολουθεί μια αφήγηση που στέκεται στις λεπτομέρειες της ζωής και του χώρου. Μια εντυπωσιακή αφήγηση. Φαντάσματα στην πορεία τους, περπατάμε με βήματα αργά τις μέρες, χωρίς την ασφυξία του απρόσμενα τραγικού, με τη βεβαιότητα ότι θα συμβεί αυτό που περιμένεις, το αναμενόμενο τελειωτικό χτύπημα. Τα βασικά πρόσωπα είναι άντρες, εκτός από την Έλλη Δράκου με τον κουμπαρά της και τη Νίκη. Θέλει να μιλήσει για τις κουβέντες στα καφενεία, για την ανεργία, για το φόβο, για το βίτσιο να χαζεύεις ένα σπίτι φραγκάτων, για το λιμάνι, για την εκδίκηση, όταν σου βιάζουν την αδερφή, για το Πέραμα, για τη βιοτεχνία του πάγου. Ο ρεαλισμός κυλάει μέσα από τα στόματα των αντρών που πίνουν, που αδικούνται και αδικούν τον εαυτό τους, που κρίνονται με βάση το χρήμα που μπορούν να έχουν στην τσέπη για να φέρουν στο σπίτι, όταν η τίμια μαγκιά και ο λόγος, δεν αρκεί, ούτε για να κρατήσεις το κεφάλι σου στη θέση του. Η Έλλη και η Νίκη, αναρωτιούνται για τους άντρες γύρω τους, που δεν μπορούν να κατανοήσουν γιατί, κομμάτι, κομμάτι, τους κλέβουν τον κόσμο τους.

Κι έτσι κυλούν οι ιστορίες, χωρίς συνθήματα, χωρίς ευχολόγια και υποσχέσεις, χωρίς σαρκικό έρωτα και πάθη σε πρώτο πλάνο, γύρω από την υπαρξιακή μοναξιά της αφραγκίας. Το σήμερα ένα τόνο πιο διαφορετικό από το χτες, λίγο πιο γκρι. Η θλίψη της αξημέρωτης άσπρης μέρας, πάνω από ένα ποτήρι τσίπουρο. Και κάθε εικόνα μια κινηματογραφική σκηνή, ακριβής, ολοζώντανη, μπροστά στα μάτια σου. Και οι φράσεις πιο βαριές από μολύβι, γιατί αυτό που σε χτυπάει σα μαστίγιο, είναι η ξαφνική συγκίνηση, ο λυρισμός ενός σκληρού τοπίου, μια αναλαμπή που σκίζει την ψυχή κι’ ας λένε, αναίτια, ότι οι αντρικές γραφές δεν θέλουν το λυγμό, σα να χωρίζονται οι άνθρωποι σ’ εκείνους που λυγάνε και σ’ εκείνους που γυρίζουν το κεφάλι απ’ την άλλη στον πόνο.
Ανάμεσα στις σελίδες μου έχει σκαλώσει η άμμος.

Ξημέρωνε Μεγάλη Παρασκευή.
Το παιδί είχε αποκοιμηθεί νηστικό στο τραπέζι της κουζίνας.
Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της μέρας.
Από στιγμή σε στιγμή θ’ άρχιζε να βρέχει.

Κάθισα στο παγκάκι μου. Επιτέλους. Πέρασα την παλάμη μου πάνω στο ξεφλουδισμένο ξύλο. Ήταν ζεστό και με γρατζούνισε. Μύρισα το χέρι μου. Μύριζε αρμύρα και μαζούτ.

Φοβερό πράγμα να ’χεις μια θηλιά στο λαιμό. Ακόμα και για μια ζωγραφιά, για έναν ψεύτικο άνθρωπο, φοβερό πράγμα. Στ’ αλήθεια.

Έπιανε ένα παγάκι από κείνα με την τρύπα στη μέση-κλέφτες τα λέγαμε-και το ’κλεινε στη χούφτα του. Σε δευτερόλεπτα το παγάκι άρχιζε να λιώνει.  Σε δύο λεπτά γινότανε νερό. Σε πέντε είχε εξαφανιστεί.
Φοβερό δεν είναι, με ρώταγε. Να φτιάχνεις κάτι που ξέρεις πως την άλλη κιόλας στιγμή θα χαθεί. Τι απάνθρωπο πράμα.

Έξω γίνεται χαλασμός τώρα. Τα τζάμια τρέμουνε, σφυρίζει ο αέρας απ’ τις χαραμάδες. Τα ρούχα της μάνας μου στροβιλίζονται στο σκοινί σαν αιχμάλωτα φαντάσματα που παλεύουν να ξεφύγουν.

Δεν μπόρεσε να γράψει τίποτα στο χαρτόνι.
Κάποια πράγματα είναι δύσκολο να τα βγάλεις από μέσα σου. Πολύ δύσκολο. Ακατόρθωτο.
Είναι σαν να ζητάς από κάποιον να κλάψει μόνο από το ένα μάτι.

Ήταν Ιούλιος. Ξημέρωνε Σάββατο. Η θάλασσα ανάσαινε με μικρά κοφτά κύματα.

Η φωτογραφία του M.O. Hammond, 1933, Port Arthur.

Sunday, October 21, 2012

Φαντάσματα


Θα σου αφήσω το κλειδί μέσα στη γλάστρα, είχε πει. Πραγματικά, το κλειδί ήταν χωμένο στα χώματα. Θυμήθηκε το γύφτο. Σχοινόχωμα, καστανόχωμα, ο ανθοπώλης. Έτριξε γυρίζοντας στην κλειδαρότρυπα. Μπήκε μέσα, άνοιξε το φως. Ήταν όλα στη θέση τους, σα να είχε τακτοποιήσει λιγάκι πριν. Η ίδια ελαφριά μυρωδιά υγρασίας και κλεισούρας. Ήλιος δεν έμπαινε  να ξεράνει τον αέρα. 
Ακούμπησε απαλά το χέρι στο γραφείο του. Καιρό τώρα αναρωτιόταν αν είχε πάρει καινούργιο υπολογιστή. Τώρα είδε. Ύστερα άνοιξε την πόρτα του μπάνιου. Όλα ήταν στην θέση τους και στο λευκό ντουλάπι, ένα μολύβι ματιών καφέ σκούρο, μια λοσιόν και μια κρέμα. Οι οδοντόβουρτσες επτά. Τις μέτρησε μία, μία. Τι στο καλό, καθένας που περνάει θα αφήνει από μία. Αλλά αυτό είχε δει και όταν είχε πρωτοέρθει σπίτι του. Ήταν μια χειμωνιάτικη μέρα, που είχε περάσει στην κλειστή θερμαινόμενη πισίνα, μέχρι το μεσημέρι.
Θα πάρει μια βαριά ανάσα. Το κουτί με την κρυμμένη αλληλογραφία είναι στη θέση του. Χαϊδεύει τους φακέλους, κάτι δώρα που δεν δόθηκαν ποτέ, τις φωτογραφίες από το παρελθόν, όλα τα μυστικά που έχουν καταχωνιασμένα οι  εργένηδες στα βάθη της ντουλάπας και νομίζουν ότι είναι ασφαλή. Ανοίγει την πόρτα του ψυγείου που κλείνει, δεν κλείνει. Δεν έχει και τίποτα μέσα, όπως και τότε. Τα άπλυτα στην ίδια θέση, μισογεμάτα ή μισοάδεια. Αγκαλιάζει ένα βαμβακερό πουλόβερ. Οι εφημερίδες στοίβα, βαράει μια με το χέρι και τις σκορπάει χάμω. Στην ίδια θέση, όπως πάντα και τα προφυλακτικά. Πιάνει το κουτί, το κοιτάει  λίγο σα χαμένη, μισά με την πρώην, μισά με την επόμενη, κάπου το είχε διαβάσει κι αυτό, το δαγκώνει, να δει αν έχει γεύση χαρτιού ή πικραμένης νοσταλγίας. Μια τελευταία ματιά, ούτε δάκρυ, ούτε χριστοπαναγία, ούτε τσάκισμα στο βήμα. Βγαίνει έξω. Η πόρτα χτυπάει δυνατά. Ξέχασε το κλειδί. Ο αέρας είναι ξηρός και δροσερός. Νύχτωσε και σα να μπήκε το φθινόπωρο. Η γειτονιά μυρίζει κατρουλιό και νεράτζια. Ο ουρανός είναι γεμάτος σύννεφα κι εκείνη δεν θυμάται αν ήταν ποτέ αξιοπρεπής ή πάντα ήταν ένα φάντασμα που έμπαινε στα σπίτια απρόσκλητη. Δεν μπορεί με σιγουριά ν’ αποφασίσει. Είναι ζωντανή ή πεθαμένη; Ξέρει κανείς να απαντήσει τέτοιες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για την ύπαρξη, πέρα ίσως απ’ τα ληξιαρχεία;


Φωτογραφία Linda Troeller

Thursday, October 04, 2012

Υπερωκεάνειο



Στο υπερωκεάνειο διαμέρισμα του, στο εναπομείναν κενό του σαλονιού, στήθηκε η πρόσφατα αγορασμένη, ολοκαίνουργια σκηνή, δύο ατόμων, φτιαγμένη σε εργοστάσιο, ενταύθα. Το λεπτό, αυτοφουσκώμενο, μπλε στρώμα, τοποθετήθηκε στο πάτωμα της. Ο υπνόσακος βγήκε προσεκτικά από τη θήκη του και αφού ανοίχθηκε διάπλατα και διαπαντός, τοποθετήθηκε, αρχικά, πάνω στο υπέρδιπλο κρεβάτι. Στο υπνοδωμάτιο. Το μικρό ταξιδιωτικό μαξιλάρι, το πέταξε απαλά, δίπλα στο προσκεφάλι του. Ο φακός ήταν πια κρεμασμένος στην οροφή του αντίσκηνου. Οι μπαταρίες καινούργιες.

Ακόμα δεν είχε πιάσει κανένα κρύο και στο βαθμό που δρόσιζε, που και που τη νύχτα, μέσα στη γαμημένη φθινοπωρινή υγρασία, που κένταγε άνετα μια δεκαετία στα κόκκαλα, κουλουριαζόταν περιστασιακά, στον υπνόσακο. Ο πωλητής τον είχε ενημερώσει για το χειμερινό μοντέλο, με πολλαπλή αντίσταση στον αέρα και στο κρύο. Δεν το αγόρασε, αλλά το είχε κατά νου. Ανέμενε τον παγερό χειμώνα, να αναδείξει την χρηστικότητα  της εκκεντρικής επιλογής. Τα τηλέφωνα παρέμεναν κλειστά και το κουδούνι απενεργοποιημένο από το κεντρικό καλώδιο. Ένα βιβλίο, αφημένο δήθεν αφηρημένα, μέσα στη σκηνή.

Η ιδιότυπη κατάσταση δεν είχε καμία πολύπλοκη εξήγηση. Οριακά. Μια σχετική απομόνωση. Ένα σπίτι μέσα σε σπίτι, πιο σκοτεινό και μαζεμένο, πιο κρυφό, καταφύγιο, ίσως και ενήλικο παιχνίδι. Η αίσθηση της επιστροφής στα βασικά. Δυο κρεβάτια, κανονικό και καταπάτωμα. Η δυνατότητα να πακετάρει κάποια υπάρχοντα, αφήνοντας ανέπαφο το κέλυφος, σε περίπτωση φυγής.  

Τις νύχτες που κοιμόταν χάμω, διάβαζε δυο, τρεις σελίδες από το βιβλίο του: 
Mια γυναίκα, ψηλαφώντας, τράβηξε για την οικοδομή. Oι διαβάτες την είδαν και τρέξαν να τη σώσουν. Tρέξαν σιγά-σιγά, δυο, τρεις, μ’ αγάπη, με τρυφερή φωνή. Mα σε λίγο ογκώθηκαν... Γίναν πολλοί κι ορμήσανε χοροπηδώντας σαν καλλικάτζαροι, γυμνοί, τριχωτοί, γλοιώδεις – όλο νεύρο. Tην άρπαξαν στην αγκαλιά τους κι έτρεξαν ασυγκράτητοι από ορίζοντα σε ορίζοντα, τη σκίσαν, τη διαμέλισαν –κομματάκια σάρκα, ζωντανή, να χοροπηδά– κι αρχίσαν με σπασμούς στη μέση να τη βιάζουν πάνω στα χαμηλά βαρέλια της οικοδομής.
Aπό ’να κομματάκι σάρκας ματωμένο...
Σαν τέλειωσαν, πέταξαν τα κομμάτια χάμω κι έφυγαν. Tα μάτια μόνο έμειναν σκορπισμένα κάτω στο δρόμο. Zωντανά... Προσπάθησαν να περπατήσουν ανοιγοκλείνοντας τις βλεφαρίδες... Mια δυο σπιθαμές πληγωμένες. Άφηναν πίσω τους μια υγρή κολλώδη γραμμή, γυαλιστερή σαν του σαλίγκαρου.

Έκλεινε το φακό και έβλεπε την οροφή να κουνιέται ελαφρά απ’ το ρεύμα. Τη μουσική τη φανταζόταν, στο βάθος του ανύπαρκτου ορίζοντα. Το κύμα έσκαγε πάνω σε απελπισμένες σκέψεις, αυτές πριν τον ύπνο. Όταν κοιμόταν λόγω υπερβολικής κούρασης στο κρεβάτι του, έσφιγγε το μαξιλάρι. Άλλοτε με μίσος σαν λαιμό ανθρώπινο, άλλοτε τρυφερά, για παρέα. Συχνά, πυκνά, τις δύσκολες νύχτες, κοφτές και ακατάληπτες βρισιές ξέφευγαν από τα χείλια του.



Το υπερωκεάνειο (Ocean Liner) είναι κατηγορία επιβατηγού πλοίου ικανού να διαπλέει ωκεανό.
Στη φωτογραφία το: RMS Mauretania, launched 1906
Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Οι Τυμβωρύχοι, 1964, του Νίκου Νικολαΐδη




Tuesday, September 18, 2012

Πίσω



Περπατάω. Μεγάλες πορείες  πάνω σε πλακόστρωτα. Ταπ, ταπ, ταπ. Καμιά φορά πατάω πάνω σε κουνημένες πλάκες και το νερό βρέχει τα παπούτσια μου. Γαμώτο. Φοράω ακριβά παπούτσια. Με ακριβά παπούτσια θα τους πατήσω. Στο λαιμό. Εκεί.

Κάθε διαδρομή με φέρνει πάνω στο Μιχαήλ Μαρμαρινό. Τη μία περπατάει, την άλλη πίνει καφέ και γράφει σε ένα σημειωματάριο. Βλέπει την πόλη, ίσως να φοράμε τα ίδια γυαλιά. Συχνά ακούμε τις ίδιες μουσικές. Το καταλαβαίνω στο θέατρο. Τικ, τακ, τικ, τακ Μιχαήλ, ο χρόνος κυλά, η πόλη περνάει μπροστά μας. Οι μετανάστες και οι άγιοι σταυρώνονται στο όνομα της ανθρωπιάς, της ανθρωπιάς που μας αποδίδει η λογική τους. Και είχαν δίκιο, δεν υπάρχει πια ανθρωπιά. Και είχες δίκιο. Πρέπει να πιστεύεις βαθιά στην ύπαρξη του άλλου για να τον συναντήσεις.

Είπε το εγώ είναι άνθρωποι και άνθρωποι. Ποιος είμαι; Ποιος είμαι; Είμαι τ’ όνομα μου; Είμαι ένα αρχίδι και μισό; Ή ίσως είμαι το σύμπαν διαστελλόμενο; Είμαι ο χρόνος που περνάει όταν ακουμπάς μια διαδρομή, τοίχο, τοίχο. Είμαι το χέρι που γράφει μια νοητή γραμμή και στο τέλος κονομάει μια υποψία γδαρσίματος, μια ελαφριά κόκκινη ταινία, προσωρινό σημάδεμα, που συνοδεύει τη μέρα και τη νύχτα και την επόμενη, ώσπου να σβήσει. Είναι ένας λαβύρινθος το εγώ.

Το νεαρό ζευγάρι από δίπλα στο καφενείο, συζητάει για μια παρτούζα. Άτομα οχτώ. Τέσσερα ζευγάρια. Πολυκοσμία. Κι ύστερα ποιος είναι τόσο κακόγουστος, ώστε να κάνει παρτούζα με ζευγάρια, εκτός από τα ίδια τα ζευγάρια. Τα γνώριμα μεταξύ τους. Παρτουζοζεύγαρα

Χαμένες βεβαιότητες. Να που καταντήσαμε. Τρέχω στο ταμείο του Ιντεάλ. Αγοράζω ένα εισιτήριο. Τα ίδια, γνώριμα, μεγάλα μάτια. Ίδια, εδώ και χίλια χρόνια. Χώνομαι μέσα. Αύριο θα πάω να διαβάσω οπισθόφυλλα στην Πολιτεία. Γνώριμα πρόσωπα. Χίλια χρόνια τώρα. Μικρό ιερό. Σε αφήνουν να προσευχηθείς σε ότι θεό πιστεύεις, ανενόχλητα, σε μια γωνία. Σε ησυχία. 

Υγρασία και ζέστη σέρνεται στην πόλη. Τα τηλέφωνα έμειναν λιγάκι αμήχανα. Ξεστήσαμε. Πάνε τα υποχρεωτικά κοινόβια της παραλίας. Το φθινόπωρο τα κατάπιε. Μαζί κατάπιε αμάσητο και τον ερωτισμό που νότισε. 

-Ρε συ μαλάκα, γιατί σε απολύσανε;
-Είπαν ότι πίεσα πολύ ένα τεχνίτη για κάτι δεδομένα.
-Πλάκα μου κάνεις ε;



Αποσπάσματα από το έργο Βίοι (Ζωές) Αγίων
 
Φωτογραφία Sally Mann