Thursday, October 04, 2012

Υπερωκεάνειο



Στο υπερωκεάνειο διαμέρισμα του, στο εναπομείναν κενό του σαλονιού, στήθηκε η πρόσφατα αγορασμένη, ολοκαίνουργια σκηνή, δύο ατόμων, φτιαγμένη σε εργοστάσιο, ενταύθα. Το λεπτό, αυτοφουσκώμενο, μπλε στρώμα, τοποθετήθηκε στο πάτωμα της. Ο υπνόσακος βγήκε προσεκτικά από τη θήκη του και αφού ανοίχθηκε διάπλατα και διαπαντός, τοποθετήθηκε, αρχικά, πάνω στο υπέρδιπλο κρεβάτι. Στο υπνοδωμάτιο. Το μικρό ταξιδιωτικό μαξιλάρι, το πέταξε απαλά, δίπλα στο προσκεφάλι του. Ο φακός ήταν πια κρεμασμένος στην οροφή του αντίσκηνου. Οι μπαταρίες καινούργιες.

Ακόμα δεν είχε πιάσει κανένα κρύο και στο βαθμό που δρόσιζε, που και που τη νύχτα, μέσα στη γαμημένη φθινοπωρινή υγρασία, που κένταγε άνετα μια δεκαετία στα κόκκαλα, κουλουριαζόταν περιστασιακά, στον υπνόσακο. Ο πωλητής τον είχε ενημερώσει για το χειμερινό μοντέλο, με πολλαπλή αντίσταση στον αέρα και στο κρύο. Δεν το αγόρασε, αλλά το είχε κατά νου. Ανέμενε τον παγερό χειμώνα, να αναδείξει την χρηστικότητα  της εκκεντρικής επιλογής. Τα τηλέφωνα παρέμεναν κλειστά και το κουδούνι απενεργοποιημένο από το κεντρικό καλώδιο. Ένα βιβλίο, αφημένο δήθεν αφηρημένα, μέσα στη σκηνή.

Η ιδιότυπη κατάσταση δεν είχε καμία πολύπλοκη εξήγηση. Οριακά. Μια σχετική απομόνωση. Ένα σπίτι μέσα σε σπίτι, πιο σκοτεινό και μαζεμένο, πιο κρυφό, καταφύγιο, ίσως και ενήλικο παιχνίδι. Η αίσθηση της επιστροφής στα βασικά. Δυο κρεβάτια, κανονικό και καταπάτωμα. Η δυνατότητα να πακετάρει κάποια υπάρχοντα, αφήνοντας ανέπαφο το κέλυφος, σε περίπτωση φυγής.  

Τις νύχτες που κοιμόταν χάμω, διάβαζε δυο, τρεις σελίδες από το βιβλίο του: 
Mια γυναίκα, ψηλαφώντας, τράβηξε για την οικοδομή. Oι διαβάτες την είδαν και τρέξαν να τη σώσουν. Tρέξαν σιγά-σιγά, δυο, τρεις, μ’ αγάπη, με τρυφερή φωνή. Mα σε λίγο ογκώθηκαν... Γίναν πολλοί κι ορμήσανε χοροπηδώντας σαν καλλικάτζαροι, γυμνοί, τριχωτοί, γλοιώδεις – όλο νεύρο. Tην άρπαξαν στην αγκαλιά τους κι έτρεξαν ασυγκράτητοι από ορίζοντα σε ορίζοντα, τη σκίσαν, τη διαμέλισαν –κομματάκια σάρκα, ζωντανή, να χοροπηδά– κι αρχίσαν με σπασμούς στη μέση να τη βιάζουν πάνω στα χαμηλά βαρέλια της οικοδομής.
Aπό ’να κομματάκι σάρκας ματωμένο...
Σαν τέλειωσαν, πέταξαν τα κομμάτια χάμω κι έφυγαν. Tα μάτια μόνο έμειναν σκορπισμένα κάτω στο δρόμο. Zωντανά... Προσπάθησαν να περπατήσουν ανοιγοκλείνοντας τις βλεφαρίδες... Mια δυο σπιθαμές πληγωμένες. Άφηναν πίσω τους μια υγρή κολλώδη γραμμή, γυαλιστερή σαν του σαλίγκαρου.

Έκλεινε το φακό και έβλεπε την οροφή να κουνιέται ελαφρά απ’ το ρεύμα. Τη μουσική τη φανταζόταν, στο βάθος του ανύπαρκτου ορίζοντα. Το κύμα έσκαγε πάνω σε απελπισμένες σκέψεις, αυτές πριν τον ύπνο. Όταν κοιμόταν λόγω υπερβολικής κούρασης στο κρεβάτι του, έσφιγγε το μαξιλάρι. Άλλοτε με μίσος σαν λαιμό ανθρώπινο, άλλοτε τρυφερά, για παρέα. Συχνά, πυκνά, τις δύσκολες νύχτες, κοφτές και ακατάληπτες βρισιές ξέφευγαν από τα χείλια του.



Το υπερωκεάνειο (Ocean Liner) είναι κατηγορία επιβατηγού πλοίου ικανού να διαπλέει ωκεανό.
Στη φωτογραφία το: RMS Mauretania, launched 1906
Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο Οι Τυμβωρύχοι, 1964, του Νίκου Νικολαΐδη




No comments: